Μια ποιητική αντιστροφή της ζωής και του θανάτου

Σελίδες 52
Διαστάσεις: 23⨯16
ISBN: 978-960-05-1980-8
Έτος έκδοσης: 2025

 

Γράφει η Βίκυ Κατσαρού

Ο θάνατος συνήθως είναι αντικείμενο του βλέμματος των ζωντανών. Στην περίπτωση του Κατσιγιάννη, ο ποιητής περνά νοητά στην άλλη πλευρά και κοιτάζει από εκεί εμάς. Αυτή ακριβώς η αντιστροφή οργανώνει την ποιητική συλλογή που έχουμε μπροστά μας.

Ήδη από το «Προοίμιο» δηλώνεται η συνθήκη της ανάγνωσης:

«Κι όσα ποιήματα
δεν έγραψα ποτέ
θα τα γράψω τώρα
που είμαι πεθαμένος»

Με αυτόν τον τρόπο εγκαθιδρύεται το ποιητικό πρόσωπο. Από εδώ και πέρα ο λόγος εκφέρεται από κάποιον που έχει ήδη διασχίσει το όριο. Ο θάνατος δεν βρίσκεται στο τέλος της αφήγησης αλλά στην πρώτη κιόλας λέξη της. Και ακριβώς επειδή ο ποιητής έχει ήδη πεθάνει, αποκτά την παράδοξη ελευθερία να παρατηρήσει τη ζωή χωρίς να βρίσκεται πια μέσα στους όρους της.

Έτσι, το βασικό ερώτημα της συλλογής είναι τι απομένει από τη ζωή όταν την κοιτάξει κανείς από την πλευρά των νεκρών; Μάλλον ό,τι μένει όταν αφαιρεθούν όσα θεωρούμε μεγάλα και σημαντικά. Ένα άγγιγμα, ένα αστείο, ένα φιλί, ένα τραγούδι, ένα παιδί που παίζει. Η ανάμνηση μιας βόλτας. Το μπλε του ουρανού, η θάλασσα. Η προσμονή κάποιου που θα έρθει.

Ο θάνατος, τελικά, λειτουργεί εδώ λιγότερο ως θέμα και περισσότερο ως μέθοδος απογύμνωσης της ζωής. Από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής, η είσοδος στον θάνατο παρουσιάζεται σχεδόν σαν μια καινούρια μαθητεία. Στο «Σιγά σιγά» ο νεκρός στην αρχή δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν αντιλαμβάνεται τίποτε. Έπειτα συνηθίζει.

Η κίνηση θυμίζει αντιστραμμένη γέννηση. Το νεογέννητο εισέρχεται στον κόσμο και μαθαίνει τις αισθήσεις του, ο νεκρός εισέρχεται σε έναν άλλο κόσμο και οφείλει επίσης να μάθει πώς υπάρχει κανείς μέσα σ’ αυτόν. Μόνο που εκεί υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά. Ο χρόνος έχει καταργηθεί.

Στο «Μετά» διαβάζουμε πως εκεί «ο χρόνος / έχει πεθάνει πριν από σένα», ενώ αλλού οι νεκροί «δεν φορούν ρολόι». Η διατύπωση είναι παιγνιώδης, θα λέγαμε ακόμη και αστεία, αλλά πίσω από το χιούμορ βρίσκεται μια σοβαρή ποιητική ιδέα. Δεν πεθαίνει μόνο ο άνθρωπος, πεθαίνει και το μέτρο με το οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τη ζωή του.

Η ηλικία, η βιασύνη, το πριν και το μετά, η αναμονή, η προθεσμία, όλα όσα οργανώνουν τη ζωή μας χάνουν το νόημά τους. Και γι’ αυτό ο θάνατος της συλλογής δεν είναι ακινησία, αλλά μια αλλόκοτη αιωνιότητα μέσα στην οποία οι νεκροί συνεχίζουν να υπάρχουν.

Το νεκροταφείο μετατρέπεται σταδιακά σε κοινωνία. Οι νεκροί γνωρίζονται και  συνομιλούν. Κάνουν παρέες και λένε ανέκδοτα. Τραγουδούν, πίνουν, ερωτεύονται. Παραπονιούνται, βαριούνται, θυμούνται. Κάνουν όλα εκείνα που θεωρούμε προνόμια των ζωντανών.

Στο «Εμένα οι φίλοι μου είναι» η μεταθανάτια κοινωνία αποδεικνύεται περισσότερο αλληλέγγυα από την κοινωνία των ζωντανών. Η ειρωνεία είναι εμφανής καθώς ο άνθρωπος χρειάζεται να πεθάνει για να συναντήσει μια κοινότητα στην οποία ο ένας υποδέχεται τον άλλον, τον βοηθά, στέκεται δίπλα του. Ο κόσμος των νεκρών γίνεται ένας παραμορφωτικός καθρέφτης του δικού μας κόσμου και όσο περισσότερο εξανθρωπίζονται οι νεκροί, τόσο περισσότερο τίθεται υπό αμφισβήτηση η ανθρωπιά των ζωντανών.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο «Στην αρχή» οι νεκροί αρχικά εμφανίζονται όπως πραγματικά είναι, φρέσκοι, τουμπανιασμένοι, αποσυντεθειμένοι, σκελετωμένοι. Όσο όμως ο αφηγητής τούς γνωρίζει και συνομιλεί μαζί τους, αρχίζει να τους βλέπει «όπως ήτανε / τότε που ζούσαν».  Τι βλέπουμε όμως όταν κοιτάζουμε έναν άνθρωπο; Το σώμα που βρίσκεται μπροστά μας ή την ιστορία που γνωρίζουμε γι’ αυτόν; Η γνώση μεταμορφώνει το βλέμμα.

Παράλληλα, η συλλογή αρνείται να εξωραΐσει το νεκρό σώμα. Υπάρχουν νύχια, μαλλιά, δέρμα, σωματικά υγρά, κόπρανα, ούρα, σκουλήκια, χώμα, μούχλα, φέρετρα. Ο θάνατος παραμένει υλικός.

Στο «Υπόλοιπο εαυτού αυτό που πεθαίνει» ο ποιητής κάνει σχεδόν μια παράδοξη λογιστική του σώματος. Δέρμα που ανανεώνεται, νύχια και μαλλιά που κόβονται, σωματικά υγρά που αποβάλλονται. Αν προσθέσουμε όλες αυτές τις μικρές απώλειες μιας ζωής, έχουμε χάσει περισσότερο από το τελικό σωματικό μας βάρος. Δεν αρχίζουμε να χανόμαστε όταν πεθαίνουμε. Χανόμαστε λίγο λίγο όσο ζούμε.

Γι’ αυτό και το φαινομενικά ασήμαντο κόψιμο των νυχιών μπορεί να γίνει υπενθύμιση θανάτου. Η φθορά κατοικεί μέσα στη ζωή.

Η ζωή είναι «εισαγωγή στον θάνατο». Ο ύπνος γίνεται «πρόβα θανάτου». Υπάρχουν άνθρωποι ζωντανοί που είναι ήδη νεκροί και νεκροί που εξακολουθούν να επιθυμούν, να ερωτεύονται, να προσμένουν. Κι όλα αυτά δεν γράφονται με πένθιμη μεγαλοπρέπεια, αλλά με χιούμορ. Μετά την κηδεία ο τάφος θυμίζει «εξοχικό τον χειμώνα». Ο πεθαμένος παραπονιέται για τη μουρμούρα των άλλων νεκρών. Η πρώτη ημέρα στο νεκροταφείο θυμίζει την πρώτη ημέρα στο σχολείο. Ο θάνατος μοιάζει με σύνταξη από τη «δουλειά της ζωής». Κάποιος αποφασίζει να περάσει τη μέρα του μέσα στο φέρετρο επειδή βαριέται όπως είχε χρόνια να βαρεθεί όσο ήταν ζωντανός. Το χιούμορ κάνει τον θάνατο υποφερτό. Γελώντας με τον θάνατο, η ποιητική φωνή τού αφαιρεί ένα μέρος της εξουσίας του. Ο νεκρός που αστειεύεται έχει ήδη κερδίσει κάτι απέναντι σ’ εκείνο που τον εξαφάνισε.

Ένα παιδί, η μικρή Μαρία, πηγαίνει με τον πατέρα της στο κοιμητήριο κρατώντας Barbie και χρωματιστούς ανεμόμυλους. Περπατούν αργά, πιασμένοι χέρι χέρι. Παρατηρούν κυπαρίσσια, μυρμήγκια, κάποτε μια πασχαλίτσα και ύστερα κάθονται στα πόδια ενός μνήματος και παίζουν το αγαπημένο τους παιχνίδι.

Η εικόνα δεν χρειάζεται να ερμηνευτεί πολύ. Το παιχνίδι βρίσκεται δίπλα στον τάφο, η παιδική ηλικία δίπλα στον θάνατο, η Barbie δίπλα στο μνήμα και κανένα από τα δύο δεν ακυρώνει το άλλο.

Ο θάνατος κάνει τη ζωή περισσότερο ορατή ίσως επειδή μπροστά στον τάφο τα μικρά πράγματα παύουν ξαφνικά να είναι μικρά. Και κάπου εκεί μπαίνει ο έρωτας.

Στο «Décalage», ένα αγόρι δεκαεπτά ετών που πέθανε το 1980 και ένα κορίτσι δεκαοκτώ ετών που πέθανε δεκαετίες αργότερα δεν έχουν κοινές αναφορές σε ταινίες, βιβλία ή μουσική. Ο χρόνος τούς έχει χωρίσει, ο θάνατος όμως τους έχει φέρει στον ίδιο άχρονο τόπο και όταν φιλιούνται, «φωτίζει το κοιμητήριο». Μέσα στον τόπο του σκότους παράγεται φως από ένα φιλί.

Στο «Jour de fête» ο τάφος μετατρέπεται σε ερωτικό δωμάτιο. Ο νεκρός ανοίγει την ταφόπλακα, βγάζει το φέρετρο να λιαστεί και περιμένει το κορίτσι του. Χωρίς αγάπη και έρωτα είμαι «πεθαμένος», χωρίς καν την προσμονή τους είμαι «νεκρός». Ζωντανός είναι εκείνος που ακόμη προσμένει.

Και έτσι η προσμονή αποκτά μεγαλύτερη σημασία ακόμη και από την εκπλήρωση. Δεν χρειάζεται να έχεις αυτό που επιθυμείς, αρκεί να εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σου ένας τόπος στραμμένος προς κάτι που μπορεί να έρθει. Η οριστική νέκρωση επέρχεται όταν κλείσει και αυτός ο τόπος.

Και κάπως έτσι φτάνουμε σε ένα από τα πιο αυτοαναφορικά και ωραιότερα σημεία της συλλογής.

Στο «Υ.Γ.» οι ποιητικές συλλογές χαρακτηρίζονται «ομαδικοί τάφοι ποιημάτων» και οι βιβλιοθήκες νεκροταφεία. Είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εικόνα για το ίδιο το αντικείμενο που κρατά ο αναγνώστης στα χέρια του. Το κλειστό βιβλίο είναι ένας τάφος. Το ποίημα βρίσκεται μέσα του ακίνητο, σιωπηλό, θαμμένο. Μέχρι κάποιος να ανοίξει το βιβλίο. Γι’ αυτό πρέπει πού και πού να ξεφυλλίζονται, ώστε τα ποιήματα να «αερίζονται» και να μην πνιγούν. Και ξαφνικά ο αναγνώστης αποκτά έναν απροσδόκητο ρόλο: είναι αυτός που ανοίγει τον τάφο.

Η ανάγνωση γίνεται μικρή πράξη ανάστασης. Και τότε μπορούμε να επιστρέψουμε στο «Προοίμιο» και να το ακούσουμε διαφορετικά. «Όσα ποιήματα δεν έγραψα ποτέ / θα τα γράψω τώρα / που είμαι πεθαμένος».

Ο κύκλος έχει κλείσει. Ο πεθαμένος γράφει, το ποίημα θάβεται μέσα στο βιβλίο, ο αναγνώστης ανοίγει το βιβλίο. Και ο πεθαμένος ξαναμιλά.

Συνοψίζοντας λοιπόν πρόκειται για μια συλλογή για τη ζωή, γραμμένη από τη λάθος πλευρά του τάφου και αυτή η αλλαγή οπτικής επιτρέπει στον ποιητή να κάνει το γνώριμο ανοίκειο, να δει τον χρόνο σαν κάτι που μπορεί να πεθάνει, τον τάφο σαν σπίτι, το νεκροταφείο σαν γειτονιά, το φέρετρο σαν δωμάτιο, τους νεκρούς σαν παρέα, το φιλί σαν πηγή φωτός και το βιβλίο σαν τόπο ταφής.

Η συλλογή έχει χιούμορ, μακάβρια παιγνιώδη διάθεση, τρυφερότητα και μια σταθερή εμμονή στη σωματικότητα. Έχει όμως και μια επαναληπτικότητα στον μηχανισμό της αντιστροφής που ορισμένες φορές κάνει τον αναγνώστη να φτάνει στην κατακλείδα λίγο πριν από το ποίημα.

Οι νεκροί αυτού του βιβλίου δεν ζηλεύουν τους ζωντανούς για τα μεγάλα τους επιτεύγματα. Δεν τους λείπουν οι τίτλοι, οι επιτυχίες, οι βεβαιότητες. Τους λείπουν και θυμούνται τα μικρά. Ένα χρώμα, ένα τραγούδι, μια βόλτα, ένα παιχνίδι, ένα φιλί, η θάλασσα.

Ο θάνατος δεν μας μαθαίνει ότι η ζωή τελειώνει. Εν αντιθέσει μας αποκαλύπτει από τι, όσο διαρκούσε, ήταν πραγματικά φτιαγμένη.

Και γι’ αυτό, παρά τους τάφους, τα σκουλήκια, τα φέρετρα, τη μούχλα και την αποσύνθεση, πρόκειται παραδόξως για μια ποίηση βαθιά ζωτική γιατί κάτω από κάθε αστείο για τον θάνατο κρύβεται σχεδόν η ίδια επιθυμία να υπάρχει ακόμη κάτι που να περιμένουμε.

Όσο υπάρχει αυτό, ο άνθρωπος μπορεί να είναι πεθαμένος. Αλλά δεν είναι ακόμη νεκρός.