
κείμενα και μουσικές
Πρόσωπα
Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
1953 – 2026
[…Jim Croce – Time In A Bottle, στα ηχεία…]
Μια λιτή αναφορά των εκδόσεων Εστία. Δυο τρεις σειρές, ως είθισται για τον νεκρό. Μετρημένη τρυφερότητα, μια λεπτή δόση νοσταλγίας κιόλας. Έτσι κάνουν οι άνθρωποι, κανείς δεν στέκεται προσοχή εμπρός στο θάνατο πια. Οι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής γίνονται εξωφρενικοί, κανείς δεν περιμένει. Κάθε τόσο ο τροχονόμος στη διασταύρωση απελευθερώνει μια ορισμένη δύναμη. Τίποτε δεν περιμένει και τίποτε δεν στέκει σε αυτόν τον κόσμο. Αφήνουμε ένα σημείωμα για τον επόμενο και προχωρούμε.
Η είδηση για το θάνατο του “Σιμιγδαλένιου” Αλέξανδρου Αδαμόπουλου με άφησε με μια κάποια αίσθηση αμηχανίας. Ο καθένας διαθέτει μια άμυνα απέναντι σε αυτά τα πράγματα. Η δυσπιστία στάθηκε μια αυθόρμητη έκφραση και ας ήξερα πως ίσως να ‘ταν αλήθεια. Γνωριζόμαστε εξ αποστάσεως, μιλούσαμε πού και πού. Μια συνέντευξη, με αφορμή το έργο του αλλά και τη βαθιά του γνώση για τον Γιάννη Χρήστου, μας έφερε πιο κοντά. Αργήσαμε να μιλήσουμε ξανά, τώρα πια το αναβαλλόμενο επιβάλλεται με τη μακροθυμία του στους μέλλοντες, καθώς λένε, καιρούς.
Μοναδική μου παρηγοριά ο “Σιμιγδαλένιος” του, ένα παραμύθι γιομάτο πανανθρώπινες αλήθειες που βρήκε τόσες φορές, με αμείωτη επιτυχία, το δρόμο για το θεατρικό σανίδι. Μια οδύσσεια πλημμυρισμένη από διδάγματα αναλλοίωτα της ζωής μας. Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος είχε συλλάβει τα μεγέθη και ο ήρωας του πλανιόταν μες στους στίχους με ασύγκριτη χάρη, με συντριβή πρωτόγνωρη και αυθεντική. Το δρόμο στο παραμύθι δείχνει πάντα η αγάπη.
Και έπειτα συλλογίζομαι τι λιγοστοί που θα’ναι οι άνθρωποι στον κόσμο, οι ικανοί να συλλάβουν τον άγγελο του παραμυθιού. Πόσοι μπορούν να φτιάξουν ήρωες μεγάλους, πόσοι μπορούν τις καρδιές μας να παρασύρουν σε αβύσσους μυριστικές; Τι λίγοι είναι αυτοί που διαβαίνουν μέσα από τον κόσμο με υψωμένη τη σημαία της φαντασίας τους. Με τ’αναμμένο τους φανάρι, κόντρα στις θύελλες του καιρού τους, όλο τραβούν και όλο αγαπούν. Πόσοι είναι αυτοί, ποιοι είναι;
Κάποτε χάνονται, θίασοι ολόκληροι μες στις κορφές μιας τραγωδίας, ανήμποροι σαν άνθρωποι, μεγάλοι σαν ωκεανοί, καρδιές θερμές. Τους αξίζει μια τάξη δική τους, μια τάξη που θα τους περικλείει. Πίσω τους αφήνουν νέφη σε σχήματα γεωμετρικά, σπρώχνουν τον ουρανό, το πρώτο που κινδυνεύει μες στις ζωές μας. Κληροδοτούν στον κόσμο ένα νησί μαγεμένο, γεμάτο παράδοξη αθωότητα. Μια ξαφνική πηγή μες στην ερημιά των καιρών μας, μια γεύση ζωής στις άκρες των χειλιών μας.
Απόψε λέω, έτσι τιμήν ένεκεν, να γίνω εγώ ο Σιμιγδαλένιος. Και αν μπορώ να φανώ χρήσιμος σε τούτη τη ζωή, ας πάρω εγώ τη θέση του. Και ας γίνω κομμάτια από την αγάπη και ας ζήσω με όλη μου τη θέληση την απόγνωση. Πάνω μου ο Αλέξανδρος θα σημειώνει τα σημεία που χρίζουν βελτίωση. Έτσι γίνεται αν θέλει κανείς να αγγίξει καμιά φορά τη μουσική που κοιμάται σαν δυνατότητα μέσα στα κείμενα.
Απόψε μεταμορφώνομαι στον μυθιστορηματικό ήρωα που αγαπώ. Στο ραδιόφωνο παίζουν τα λαϊκά της ζωής μας, ρεφραίν που κόβουν σαν μαχαίρια. Φωνές που σώπασαν, τραγικές συνοδεύουν το παραμύθι του Αδαμόπουλου, καθώς ο Σιμιγδαλένιος την καρδιά του μοιράζει σε ανέμους και όνειρα. Εμπρός ο ήρωας και πίσω βροχή τα τραγούδια και οι εποχές.
Οι ποιητές όπως ο Αλέξανδρος φεύγουν πάντα νέοι, ότι και αν λένε οι δεκαετίες. Ο χρόνος μετράει αλλιώτικα σαν χύνεται μες στη στέρνα της αιωνιότητας, μην μετράς. Πάντα ξεγλιστρούν προτού γίνουν σοφοί. Έτσι αθώοι και δραπέτες κυμαίνονται σαν σινιάλα σπασμένου καθρέφτη, μια ρωγμή στο φως. Λάμπουν στις κορφές ανεβασμένοι, χτυπούν τις πέτρες, τα σύννεφα, τις πιθανότητες, γεννούν σημασίες, νέφη τρυφερότητας, αλήθειες. Ως τ’απομεσήμερο, πλάι τους σορός θα μένει το εξορυγμένο, το λεγόμενο και πολύτιμο ή ουσιώδες υλικό.
Πάντα θα επιστρέφω στα παραμύθια. Όταν όλα θα κινδυνεύουν και η λογική θα τρίζει σαν τον σπασμένο καναπέ του Μάνου Ελευθερίου , τα παραμύθια θα δείχνουν την αλήθεια. Οι ήρωες θα ματώνουν από την ομορφιά τους, τριγύρω όλα θα ανασαίνουν, το τραπέζι, τα κάδρα φορτωμένα προγόνους, η κουζίνα, οι μποτίλιες, παραταγμένες. Οι κομπάρσοι του χθες θα κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους και η πραγματικότητα θα ρίχνει τα πέπλα της. Καθώς θα περνάς στην ποίηση, την ώρα που θα παλεύεις με άμυνες και οικειοποιήσεις, όλα θα εξηγούνται, όχι με λόγια , όχι με πράξεις, μα με αισθήματα. Κάποτε , θα δεις, όλα θα γίνουν πράγματα που θα νιώθεις.
Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος που αυτό το σημείωμα αποχαιρετά από καρδιάς, στάθηκε ένας άνθρωπος, από εκείνους τους λίγους. Πλούτισε την εποχή μας με τον “Σιμιγδαλένιο” του. Τραγούδησε με εκείνο το ασυλλόγιστο θάρρος που συνοδεύει την ποίηση. Θα προσέχουμε και θα αγαπάμε τον ήρωα του και κάθε φορά θα πεθαίνουμε από τον καημό μας για την πικρή του μοίρα, για τη μεγάλη του καρδιά.
Πρόσωπα
Σοφία Λόρεν
1934
[…στα ηχεία, Χένρι Μαντσίνι, “Sunflower”, 1970…]
Η Σοφία Λόρεν γεννιέται σαν σήμερα στα 1934. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έχει αφήσει τα σημάδια του. Μα εκείνο που μένει να συμβεί κανείς δεν το ‘χε φανταστεί.
Οι ρόλοι της μεγάλοι, οι συμπρωταγωνιστές της οι πιο διάσημοι ηθοποιοί της εποχής της. Για δεκαετίες, με μικρότερες ή μεγαλύτερες επιτυχίες η Λόρεν θα καταθέσει το στίγμα της στον ιταλικό κινηματογράφο. Η ομορφιά της θα την αναδείξει σε σύμβολο, διαμορφώνοντας τη μόδα του καιρού της. Μια αυθεντική, αισθησιακή Ιταλίδα που συνθέτει τα πιο εξωτικά χαρακτηριστικά της Μεσογείου. Μια ανόθευτη ομορφιά, καιρό πριν ανατείλει το πλαστικό θαύμα της εποχής μας.
Δεκάδες φιλμ μπορεί να θυμηθεί κανείς. Σε κάθε ένα από αυτά η Σοφία Λόρεν κόβει την ανάσα του κοινού με τη μοναδική της παρουσία, μια γυναίκα καμωμένη θαρρείς για το ρόλο της Κάρμεν, για τίποτε λιγότερο. Όταν θα σε φοβίζει η ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής, θα υπάρχει για πάντα η Σοφία Λόρεν, άλλη μια από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Εκείνη θα μπορούσε με ένα της βλέμμα μέσα από τη μεγάλη οθόνη του χρόνου, να σταθεί εμπόδιο στη φρίκη της ανθρώπινης μοίρας.
Όσο για τούτο το σημείωμα, διαλέγει την Λόρεν του “Ηλιοτροπίου”, του φιλμ που συγκίνησε με την πλοκή του και γοήτευσε με τους πρωταγωνιστές του. Πλάι σε εκείνη ο Μαρσέλο Μαστρογιάννι, άλλη μια μυθική μορφή του κινηματογράφου, ένας μεγάλος πρωταγωνιστής από το ιταλικό θαύμα ενός κάποιου καιρού. Ο πόλεμος θα χωρίσει τους εραστές, μα εκείνη δεν θα το βάλει κάτω. Θα ακολουθήσει το δρόμο της καρδιάς της για να τον ξαναβρεί. Είναι κάποιος άλλος τώρα πια, ο πόλεμος τον άλλαξε, μια καινούρια οικογένεια έχει για να τον αγαπά. Για μια τελευταία φορά η αγάπη τους θα αναμετρηθεί στα μαρμαρένια αλώνια του χρόνου. Ζήσανε για λίγο το όνειρο μα τώρα πια χάθηκε.
Και δεν υπάρχει πιο περήφανη μορφή από τη δική της όταν τον αντικρίζει, χρόνια μετά στο μεταπολεμικό σταθμό. Εκείνη, το παρελθόν που θέλησε να ξεχάσει, ανάμεσά τους οι στάχτες μιας αγάπης. Ανάμεσά τους, απέραντα ηλιοτρόπια να στρέφουν τα άνθη προς τον ήλιο, όπως μια ψυχή γυρεύει για πάντα τη μικρή της πατρίδα. Ανάμεσά τους ο πόλεμος και τα χρόνια που χάθηκαν για να μην επιστρέψουν ποτέ.
Η Σοφία Λόρεν με γυάλινα μάτια, σκιά του εαυτού της την ώρα που πεθαίνει ένας έρωτας, τόσο απλά και φυσικά. Θα απομείνει για πάντα μες στη μοναξιά της, κυκλωμένη από φαντάσματα. Μια στοιχειωμένη αγάπη θα μεγαλώνει μέσα της. Η απουσία θα γίνει ένα σύμπαν για εκείνη.
Πρόσωπα
Αλέξης Ακριθάκης
1939- 19/9/1994
[…στα ηχεία Les Choses de la Vie…]
*με μια ιστορία
Όταν δοκίμασε να περάσει από τον έλεγχο, τα μηχανήματα έκαναν σαν τρελά. Όλοι υπέθεσαν πως είχαν παρουσιάσει κάποια βλάβη και τώρα η καθυστέρηση έπρεπε να θεωρηθεί δεδομένη. Το πλήθος δυσανασχέτησε, φαίνεται πως όλοι συλλογίστηκαν το ίδιο και κάτι σαν αναστεναγμός πλανήθηκε στο χώρο.
Μα έπειτα, κάποιος υπεύθυνος παρατήρησε πως για όλα έφταιγε η βαλίτσα. Ήταν μια καφετιά, σιδερένια βαλίτσα, κάπως φτιαγμένη πρόχειρα, μα με όλες τις διακοσμήσεις, κατ’ελάχιστον που συνήθως φέρουν οι βαλίτσες. Πήραν παράμερα τη βαλίτσα και εκείνον τον παράξενο επιβάτη.
Του δήλωσαν απερίφραστα πως δεν μπορεί να ταξιδέψει με τη συγκεκριμένη αποσκευή. Μα εκείνος τους αποκρίθηκε πως όλα του τα υπάρχοντα βρίσκονται εκεί μέσα. Πρόσθεσε πως δεν θα μπορούσε η βαλίτσα να ‘ναι από ένα άλλο υλικό. Η σκουριά βλέπετε, τους εξήγησε θρέφει τα όνειρα, ένα σωτήριο στρώμα πέφτει απαλά σαν βροχή πάνω στα γεγονότα, τις αισθήσεις και τις μορφές, ένας βαθύς πόνος, σαν νοσταλγία μα αγριότερο, με βίαιες προθέσεις που υπακούει μόνο στις επιταγές της τέχνης.
Κατάλαβαν λιγότερα από όσα τους αράδιασε ο παράξενος επιβάτης.
Αυτά τα πράγμα εύκολα σε συντρίβουν, πρόσθεσε ο επιβάτης, δείχνοντας τη σιδερένια βαλίτσα που ταξιδεύει από το 1972. Βερολίνο Αθήνα και έπειτα η αντίθετη κατεύθυνση προτού πέσουν οι τίτλοι του τέλους.
Καθώς περνούσαν τη βαλίτσα από τις ακτίνες, αντίκρισαν εντός της βαλίτσας μουσικές, μια ποίηση για την οποία οι λέξεις δεν μπορούν να κατορθώσουν τίποτε, ακόμη και αν παραμείνουν νοήματα.
Όταν ζήτησαν τα χαρτιά του επιβάτη, η έκπληξη τους μεγεθύνθηκε. Στα κιτρινισμένα χαρτιά έγραφε “Ακριθάκης”, όπως σε μια ξύλινη κατασκευή, σε κάποιο ξύλο, παραδομένο από τα κύματα που μπορεί να έγραφε κάτι απλό, γεμάτο από το αίνιγμα του χρόνου και την ανθρώπινη παρουσία, κάτι όπως “εκ της λιμενικής αρχής”.
Αλέξης Ακριθάκης. Δραπέτης από το ‘94. Στο τέλος της ιστορίας ο επιβάτης περνά και χάνεται σε μνήμη πολύκλαδη.
Πρόσωπα
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
17 Σεπτεμβρίου 1931 – Αθήνα, 6 Αυγούστου 1996
[…στα ηχεία “Μέρες Αδέσποτες”…]
Θέλω λυπητερά τραγούδια
Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
καυτό σακατεμένο μου διαμάντι
γυμνό κορμί της θάλασσας που έπαιξες
χορδές του αέρα μέσα στα μαλλιά μου
Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
ηλεκτρισμένα μάτια στο σιργιάνι
η μουσική στα σφαιριστήρια της αγάπης
το πυροτέχνημα τού ήλιου στη φωνή μου
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω
“Μια ψυχή που παραδέρνει απελπισμένη μέσα σε μια αιχμηρή έρημο, τυραννισμένη ακριβώς από έλλειψη φλόγας, η οποία ωστόσο της είναι αναγκαία για να νιώσει πως ζει”, γράφει ο Γιάννης Χατζίνης στα 1952. Αφορμή ο Καβάφης και η λυρική του ποίηση, κατάμεστη από τα συντρίμμια της ιστορίας που διάβηκε μέσα από τις γενιές.
Καλά βαλμένη μες στη διακριτή της μελαγχολία η ποίηση γυρεύει ένα προς ένα τα συνθετικά της κραυγής. Κανείς δεν ξέρει αν θα τα καταφέρει. Εκείνο που δεν αμφισβητείται όμως, δεν είναι άλλο από το αίτημα του ποιητή για “λυπητερά τραγούδια” με αιχμές και σκιές και αθέατες στροφές. Αυτές ακριβώς τις λέξεις είναι που τις νιώθει ο ποιητής να του σημαδεύουν την καρδιά. Και έτσι έτσι ανυπόστατος ζει, δίχως υπόληψη μες στην πολλή συνάφεια, θυμάσαι; Οι άλλοι ανυποψίαστα τον προσπερνούν γιατί δεν φαντάζονται πως στο πρόσωπό του συνοψίζεται μια γενναία αισθαντικότητα και ένας γνήσιος λυρισμός. Η λογική σαρώνει τα επιχειρήματα μα ο ποιητής εξακολουθεί να υπάρχει σαν μεγάφωνο μεγεθύνοντας τις σιωπές.
Κάτι αυθεντικό είναι αυτό που κομίζει ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου στην ελληνική ποίηση. Πουθενά δεν χωράει ο χρόνος και έτσι θα πρέπει ο ποιητής να “γκρεμίσει” τα καλοκαίρια αν θέλει να εξασφαλίσει λίγο χώρο. Μέσα του κλαίει ένα παιδί θαύμα για όσα του πήρε η ζωή.
Δεν έμαθα Νίκο τι σημαίνει ετούτη η φράση, μήτε που σε γνώρισα ποτέ. Μπορώ μόνο να σε βεβαιώσω – μαζί και όλους τους ποιητές – πως όσο γυρεύουμε παράξενα σχήματα, πως όσο αναζητάμε τη μορφή, πως όσο οι ιστορίες γράφονται, μπορούμε να αντέχουμε τις λύπες μας. Οι ιστορίες που σε αντίθεση με την ποίηση αφαιρούν το βάρος από τα πράγματα, δεν κάνουν τίποτε στην αγάπη. Αυτή συγκαλυμμένη επιβιώνει σαν παράξενο πλάσμα κάπου στις εσοχές των στίχων, στα ακρόπρωρα των λέξεων πιασμένη ταξιδεύει.
Χορδές θαλασσινές και ωκεανοί ολόκληροι καταδιώκουν τον ποιητή. Ω, η καρδιά του, πλατυτέρα των ουρανών και συντρίμμι. Τίποτε λιγότερο.
Ιστορίες Νεοελληνικής απέχθειας
Παύλος Φύσσας
13 χρόνια μετά
[…στα ηχεία εμπρός, “μαρμαρωμένοι οι ρήτορες και οι λωποδύτες, ζητιάνοι, εταίρες και προφήτες”…]
“Η Ελλάδα, έχω καταλήξει από καιρό σε αυτό το συμπέρασμα, είναι μια συγκεκριμένη αίσθηση”, γράφει πριν από χρόνια στα’Ανοιχτά Χαρτιά του ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης.
Από τότε ίσαμε σήμερα έχουν διαβεί από πάνω μας δεκαετίες, η ελληνικότητα προσαρμόζεται σε νέα ήθη, το μέλλον δεν μπορεί να περιμένει. Εκείνο το “προς τη δόξα τραβά” φαντάζει ολοένα και πιο δύσκολο. Η Ελλάδα παραμένει μια αίσθηση συγκεκριμένη. Ωστόσο από τη ζωή μας αφαιρέθηκε ένα κάποιο βάρος. Σε αντίθεση με τον πληθωρισμό του χρήματος που σκαρφαλώνει, εκείνος του ήθους μας φτήνυνε. Τώρα πια δεν κοστίζουν τίποτε λίγες λέξεις για την ελληνικότητα. Τώρα μπορεί ο καθένας να στήσει μια ωραία σκηνογραφία, να διαμορφώσει την ατμόσφαιρα, δίχως να αφιερώσει την προσοχή του στην ουσία. Αρκούν κανά δυο αγάλματα, μια προτομή ξαπλωμένη στα χορτάρια, ένα λαϊκό ντέρτι με νταλγκάδες και θυελλώδεις έρωτες, λίγη “Μελίνα”, ολίγα “όστρακα” ποιητικά και ένα ρεφραίν από τους εσπερινούς του Χατζιδάκι. Με αυτά σώζεται σήμερα η Ελλάς. Και οι σερβιτόροι, παιδιά μας όλοι τους, σπεύδουν με αρχαιοελληνική κατατομή για να προσφέρουν την περίφημη “χωριάτικη”, παίρνουν τα μπουρμπουάρ για να στήσουν ένα γερό κομπόδεμα. Και αύριο μεθαύριο να αγοράσουν μια χιλιάρα που θα τους οδηγήσει ίσια στο θάνατο μια μέρα ή μια νύχτα, κανείς δεν το ξέρει. Τι απλό που είναι το ελληνικό όνειρο, τι αθώο σαν περιφρονεί μερικές από τις μεγαλύτερες στιγμές μας.
Ο θάνατος του Παύλου Φύσσα ανήκει σε εκείνα που κρύβουμε επιμελώς. Ιστορίες νεοελληνικής τρέλας και απέχθειας σιγοβράζουν μαζί με μεγάλες ιδέες και μεγαλεπήβολα σχέδια. Μες στους ατμούς η Ελλάς δεν “βλέπει τη μύτη της”, μα είναι σίγουρη πως τραβά έναν σίγουρο και βέβαιο δρόμο, στρωμένο με δημοσιονομική πειθαρχία. Στο τέλος της διαδρομής θα την προσμένει ένα λαμπρό μέλλον καθώς ετούτος ο βράχος θα προχωρεί μες στην τρίτη χιλιετία της ανθρωπότητας.
Τώρα πια αυτή η ιστορία έχει παλιώσει. Το εφετείο απέδωσε δικαιοσύνη, θυμάσαι; Το πλήθος χειροκροτούσε απ’έξω, το πλήθος είχε κερδίσει τους φασίστες που πήραν μια ζωή. Ίσως σήμερα η απώλεια του Παύλου να μας ξυπνά ορισμένες μνήμες, μα στην πραγματικότητα δεν μπορεί με τίποτε να πάρει μια θέση στην ξέφρενη πραγματικότητα. Άλλωστε ποιος θα μπορούσε να αφήσει σε δεύτερη μοίρα την αποφυλάκιση του Κασσιδιάρη που σοφότερος απελευθερώνεται από τα δεσμά του νόμου για να στήσει από την αρχή την ακροδεξιά οπερέτα του. Το πλήθος, το ίδιο που βρέθηκε στο εφετείο πριν από χρόνια, κοιτάζει έκπληκτο την ιστορία να επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Μια τραγική φάρσα για την ακρίβεια, με τους ίδιους, αρχαίους ταχυδακτυλουργούς και τα ίδια κόλπα που είχαμε συνηθίσει. Μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, η ιστορία μας χαμογελάει, η ιστορία που επιστρέφει αγριότερη από ποτέ, σαν αρρώστια που τη νομίσαμε ξεπερασμένη.
Όχι δεν έχει θέση ο Φύσσας στην επικαιρότητα. Ίσως να γραφτούν ορισμένες νεκρολογίες, συγκινητικές με πολιτικό πρόσημο, ίσως και όχι. Το μέλλον δεν μπορεί να περιμένει, ωστόσο η Ελλάς οφείλει να αγρυπνά, γιατί δεν ξέρεις πότε και πώς, κάποιος πληρωμένος δολοφόνος θα την τραυματίσει σοβαρά στο θώρακα, στην καρδιά.
Η περίπτωση του Φύσσα, του Ζακ Κωστόπουλου και άλλων, βεβαιώνουν ότι κατά βάθος η Ελλάς χαρακτηρίζεται από μια ατμόσφαιρα, από αντιστοιχίες και αναπαραγωγές του εαυτού της. Μια φυσιογνωμία πιο εσωτερική φανερώνεται κάθε τόσο, μια εκδοχή της σκοτεινή και αποτρόπαια κερδίζει στα σημεία και επιβάλλεται. Μια κατεψυγμένη Ελλάς έρχεται διαρκώς στο προσκήνιο. Υπάρχει μπόλικη από αυτή εκεί έξω, ίσως να μην μπορούμε να φανταστούμε πως ζούμε και εμείς μες σε αυτήν την κατεψυγμένη πιθανότητα. Μα συμβαίνει.
Α.Θ
