Au revoir

© Harry Callahan

[…στα ηχεία Διάφανα Κρίνα και El Hombre. Με την φωνή του Θάνου, χρόνια μετά..]

Παράξενα είδη

μικρή αναφορά στο βιβλίο
“Σχετικά με τα ψάρια”
του Άντον Τσέχοφ
από τις εκδόσεις στιγμή
σε μετάφραση Γιώργου Τσακνιά
και εικαστικά της
Εύης Τσακνιά

[…στα ηχεία “ποιος τη ζωή μου” του Μάνου Ελευθερίου σε μουσική Θεοδωράκη.
Τραγουδάει η Φαραντούρη και μένει να φανεί
“πού πήγε εκείνος που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει”.
Πού;…]

 

Δοκίμασε τη θερμοκρασία. Τη βρήκε κομματάκι κρύα μα ένιωσε την ευθύνη από τα προσηλωμένα βλέμματα της παρέας. Εμπρός Άντον, εμπρός, πέσε φώναζαν τα κοριτσόπουλα και ήσαν πια προαποφασισμένα τα πράγματα. Ο νεαρός πήρε λίγη φόρα και με χάρη που όλοι χειροκρότησαν βυθίστηκε. Τον διέκριναν να περνά σύριζα από το βυθό και έπειτα να αναδύεται, καινούριος, έχοντας επιστρέψει από τον κόσμο της σιωπής. Ύστερα γελάσανε όλοι με τον Άντον που τουρτούριζε και πιάσανε το παιχνίδι με την μπάλα. Ορισμένοι νεαροί παρίσταναν τους δυνατούς παίκτες και τινάζονται σαν γκολκίπερ με μια υπερβολή άλλο πράγμα στις κινήσεις τους. Τα κορίτσια χειροκροτούσαν και έπειτα μυστικά διαλέγανε τους αυριανούς εραστές τους. Εκείνοι οι νέοι ήξεραν καλά πώς παίζεται το παιχνίδι του έρωτα.

Ο Άντον κουράστηκε γρήγορα με το παιχνίδι. Ζήτησε τη μάσκα του και η Καταρίνα έτρεξε να του τη φέρει. Ήταν ομορφότερη από το κάθε τι και του χαμογελούσε γλυκά. Θα πας στα ανοιχτά;, τον ρώτησε μα ο Άντον δεν της αποκάλυψε τίποτε. Φόρεσε τη μάσκα του και βυθίστηκε αργά, σαν τίτλοι τέλους περνούσε κάτω από την επιφάνεια του νερού.

Ο βυθός δεν παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από γεωλογικής απόψεως. Διαθέτει έναν μικρό ύφαλο, ένα μικρό χωράφι με φύκια που σχηματίζουν μια κατάμαυρη επιφάνεια και αναρίθμητα ψάρια όλων των μεγεθών. Ο Άντον τα ξεχωρίζει αμέσως έτσι όπως λάμπουν οι ράχες τους. Μερικά ξέρει να τα αναγνωρίζει. Συλλογίζεται πώς τάχα να φαντάζει αυτός για τα μικρά ψαράκια, τι να λένε μεταξύ τους για αυτόν που διασχίζει τον κόσμο τους. Δεν βρήκε απάντηση.

Έξω από τον ύφαλο ένα ψάρι όχι πολύ μικρό μα μήτε κανένα φοβερό κήτος στάθηκε εμπρός του. Στεκόταν ασάλευτο και τον κοιτούσε ίσια στα μάτια. Ο Άντον κοίταξε προς την επιφάνεια, ένα σύννεφο περνούσε και για λίγη ώρα ο ήλιος θα χανόταν. Υπήρξε μια αίσθηση ξαφνικού φθινοπώρου. Έπειτα συνέβη κάτι το ανήκουστο το ψάρι του μίλησε.

Εσύ τι είδος είσαι;

Ο Άντον, σάστισε μα έπειτα έπεισε τον εαυτό του πως ήταν όνειρο και αποφάσισε να αφεθεί.

Ένα σαφρίδι πρώτης τάξεως.

Δεν μπορείς να είσαι κάτι τέτοιο. Τα βασικά είδη είναι ορισμένα. Θέλω να πω ότι μπορεί να είσαι μαρίδα ή σαργός. Ή ακόμη ένας γοβιός.Καλό είναι να μην διαφέρεις και πολύ, φίλε. Αυτό το τελευταίο ειπώθηκε με τρόπο.

Η τελευταία εικασία του ψαριού σαν να θύμωσε τον Άντον.

Ε όχι και “προθυμότατος επισκέπτης των δανειστικών ταμείων, των κακών θερινών διασκεδάσεων και των θυρωρείων”.

Νομίζω πως με παρεξήγησες. Και άλλωστε, πες ότι ήσουν γοβιός, τι πρόβλημα θα υπήρχε; Το μόνο που δεν πρέπει να ‘ναι κανείς είναι μύλλος. Αυτοί ζουν στις πλάτες των υπόλοιπων. Ποτέ δεν έχουν καλό τέλος. Το απόγευμα οι καρχαρίες έρχονται κατά δω, ξεκαθαρίζουν τον ύφαλο από κάτι τέτοια καθάρματα.

Ε λοιπόν, είμαι αβραμίδα και “απολαμβάνω εργολαβίες”, είπε ο Άντον φανερά θυμωμένος.

Το ψάρι οπισθοχώρησε, τρύπωσε στο καταφύγιό του και εγκατέλειψε τον Άντον σε εκείνη την τρομερή μοναξιά. Αναδύθηκε στην επιφάνεια και κοίταξε γύρω. Η παρέα ξεκουραζόταν στην ακρογιαλιά ενώ ένα μικρό ιστιοφόρο έλαμνε ανάμεσα στους λουόμενους με μηδενική σχεδόν ταχύτητα. Στο σκάφος δυο άνδρες με τα ταίρια τους διασκεδάζανε. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αληθινό από τα γεγονότα του βυθού.

Τότε ήταν που ο Άντον βρήκε το είδος του. Χάννος, ακριβώς αυτό.

“Ένα ψάρι καταδικασμένο είμαι, στην άχαρη ζωή του κομπάρσου, στους τίτλους των καθημερινών εφημερίδων. Ένα ευκολόπιστο ψαράκι, τόσο δα που δεν διαθέτει την παραμικρή εξουσία ή δύναμη. Τριγυρίζει εκεί έξω και αποτελεί θήραμα για κάθε άλλο είδος”.

Άμα βγήκε από τη θάλασσα, κάθισε και σκάρωσε μια ιστορία. Είχε τίτλο “Σχετικά με τα ψάρια” και σε οδηγούσε με την απλότητα της στο μονοπάτι που βγάζει από το άμεσο στο νοούμενο. Εκείνο που μοιάζει επίκαιρο σε κάθε εποχή. Ο Άντον είχε συλλάβει κάτι σπουδαίο, μια πρώτης τάξεως αλληγορία. Αργότερα το απόγευμα θα λάμβανε την οριστική της μορφή. “Σχετικά με τα ψάρια, Μια περιεκτική πραγματεία περί του υγρού στοιχείου” θα ‘ταν ο τίτλος. Όλα του φάνηκαν ταιριαστά και εύκολα.

Ίσως κάποτε στο μέλλον κάποιος βρει επίκαιρες τις αναφορές στα είδη των ψαριών, σκέφτηκε ο Άντον Τσέχοφ. Και μήτε που μπορούσε να υποψιαστεί πως η Εύη και ο Γιώργος Τσακνιάς θα έσκυβαν χρόνια μετά πάνω από τις ιστορίες αυτής της συλλογής. Τότε ήταν νέος ο Άντον, μήτε που φανταζόταν πως τα είδη του θα σαρωθούν από τάγματα κρουστικών δραπανών, θυελλωδών δεκαετιών. Δεν φανταζόταν πως ο νέος κόσμος θα άφηνε κάτισχνο το πνεύμα μες στο κλουβί του. Και έγραφε, όλο έγραφε απεγνωσμένα. Συλλαμβάνοντας αντανακλάσεις του καιρού του, κάθε καιρού, σαν μεγάλα λέπια ψαριού.

Μαρία
μικρή σειρά

Μια μέρα, η Μαρία γύρισε. Είχε δεμένα τα χέρια της με τριανταφυλλένιες αλυσίδες. Οι σόλες των παπουτσιών της ήσαν φαγωμένες. “Πώς έφθασες ως εδώ;”, την ρώτησα. Έπειτα, “πού ήσουν τόσα χρόνια; Εμένα μου είπαν πως…”

Δεν ολοκλήρωσα τη φράση μου και η Μαρία προχώρησε στο χολ, έβγαλε το παλτό της, ένα σύννεφο από τη σκόνη του δρόμου την έκρυψε. Ακουγόταν μόνον ο παρουσιαστής στον ανοιχτό δέκτη. Μιλάει μονάχος του, σαν τους απελπισμένους ηθοποιούς που μια ζωή προβάρουν τους ρόλους που θα ‘θελαν να παίξουν.

Έπειτα κάθισε και του είπε όσα είχαν συμβεί. “Κυλήσαμε μαζί με κάτι άλλους, πέρα από τα χώματα. Το παρελθόν ξέρεις έχει μια ρήση, η ζωή και ο θάνατος τραβούν πάντα κατά εκεί. Στο δρόμο κάποιοι δείλιασαν, γύρισαν στα κασόνια τους. Τους δόθηκε συγχώρεση και τα καλοκαίρια οι άγγελοι τους αφήνουν να ανέβουν απάνω και να καθίσουν στα πέτρινα σκαλιά του δρόμου, Όταν μυρίζει το νυχτολούλουδο εκείνοι έρχονται, δεν τους βλέπεις, έχουν πάρει συγχώρεση. Εμείς οι άλλοι, όσοι απομείναμε δηλαδή βάλαμε τα δυνατά μας, προχωρήσαμε, φθάσαμε σε ένα πλάτωμα. Καθένας έπεσε μες στη ζωή του να πεθάνει δεύτερη φορά”. Λήθη.

Δεν πίστευα λέξη από όλα αυτά. Θα ‘ταν καλύτερα να υπήρχε ένας εραστής, μια μυστική συναλλαγή, μια προδοσία αισθηματική από όλα ετούτα. Της χαμογέλασα και πήγα να αγγίξω τα μαλλιά της, όπως κάναμε παλιά. Τότε διαλύθηκε η Μαρία, όλα μες στο σπίτι διαλύθηκαν, το παλτό της, το χολ, το σύννεφο της σκόνης. Και είδα καθαρά τότε την Μαρία. Όλα ήσαν λευκά και μες στα χαλάσματα της ζωής μου, έστεκε γελαστή η Μαρία. Είχε κόκκινο βαμμένο το κορμί της, όπως κάνουν όλοι όσοι γίνονται κάποτε θεοί.

Επίμετρο
Ο Θάνος

Έτρεξε γρήγορα να πει τα γεγονότα στα παιδιά. Όταν εκείνα τον συνάντησαν ήσαν λευκό , κατάχλομο το πρόσωπό του. Ανησύχησαν για εκείνον και υπέθεσαν πως κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Τον αφήσανε να βρει την αυτοκυριαρχία του, αναγνώριζαν κάτι μακρινό και συγκλονιστικό μες στο βλέμμα του. Τότε αποκάλυψε όλα όσα είχαν συμβεί. Είπε.

“Τον είδα δυο δρόμους πέρα από εδώ. Από όπου περνούσε φύτρωνε ένα χωράφι με “διάφανα κρίνα”.

Όλοι κοιτάχτηκε έντρομοι, ο Θάνος ήταν πια φανερό πως έχανε το μυαλό του. Κανείς δεν τόλμησε να πει το παραμικρό.

“Φορούσε το μαύρο παλτό του, εκείνο το συνηθισμένο. Έμοιαζε με τοπίο μες στο μεσημέρι που κανείς δεν μπορεί να πει για αυτό με σιγουριά. Κάθε τόσο έβγαζε ένα σημειωματάριο και έτσι όπως τον κατέκλυζαν άνεμοι ηλεκτρικοί και λυπημένες κιθάρες, αυτός κατέγραφε το νόμο του ρυθμού. Τον κόσμο δάγκωνε σαν σπάνιο νόμισμα, πίσω του νύχτες ολόκληρες και αρχαία φεγγάρια κρεμασμένα σαν καθρέφτες πάνω από την Πατησίων, κοραλλένια μπαρ που σφραγιστήκανε κρατώντας για πάντα μυστικά τα ονόματα των αγγέλων, καταλαβαίνετε; Πείτε μου, κάποιος ας μου πει πως με πιστεύει. Ήταν εκείνος, ένα νησί μες στις εφηβικές μας καρδιές, ένα νησί με φαράγγια και απόκρημνες ακτές και κάτι ακρογιάλια ποιητικά. Πήγαινε από αιωνιότητα σε αιωνιότητα, η τέχνη του στεκόταν συμπληρωματική της εικόνας του. Και η μουσική του, μια νέα μέρα που θα ανατείλει. Έπειτα με χαιρέτησε και σκόρπισε σαν να ‘ταν γυάλινος. Αυτά είναι όλα, έτρεξα να σας τα πω. Μα υποθέτω πως θα με πείτε τρελό”.

Τότε κάποιος παρήγγειλε ένα τραγούδι στο τζουκ μποξ που ένας θεός ξέρει πως είχε ξεμείνει σε αυτήν την παμπ της αιωνιότητας. Πέσανε σαν βροχή οι πρώτοι στίχοι.

“Η ανάσα σου ήταν η πρώτη μου πατρίδα
και η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός”.

Έξω η Πατησίων φθινοπώριαζε, κάπου εκεί στο ύψος του Au revoir.