Τα γλυκά παιδιά

© Ralph Crane

Ηλεκτρική Σκούπα
αφήγημα

[…στα ηχεία A Bittersweet Life OST – 05. Romance – Yuhki Kuramoto…]

 

“Το είπαν στις ειδήσεις. Ένας μπαμπουίνος, τόσο δα μικρός, διέφυγε της προσοχής των φυλάκων. Σκαρφάλωσε τη μάντρα – για αυτόν υπήρξε κάτι τόσο εύκολο, η φύση του βλέπετε – και λόγω της απουσίας ηλεκτροφόρων καλωδίων με κατάλληλο φορτίο για αποτρεπτική λειτουργία, η ελευθερία του απείχε μόλις ένα σάλτο. Τι σάλτο, μια βεβαιότητα ήταν. Και ο μπαμπουίνος ενός σπάνιου είδους, λατινικού όπως όλα όσα έχουν κιόλας χαθεί, δραπέτευσε.”

Βεβαίως είναι άλλο να ακούς την κυρία Έρση να σου αφηγείται όλα αυτά τα φοβερά και τ’αστεία, μα τώρα δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Και άλλωστε το θέμα δεν είναι ο τρόπος που ‘χουν οι λαϊκοί άνθρωποι για να αφηγούνται τις ζωές τους, μα ένας μπαμπουίνος ζωηρός και πανέξυπνος, ο μπαμπουίνος “Τζόνι”.

Το θέμα έπαιζε διαρκώς στα δελτία. Οι αρχές είχαν εξαπολύσει πτητικά μέσα για να εντοπίσουν μια ένδειξη του μπαμπουίνου. Σίγουρα θα διψάσει, σίγουρα θα πεινάσει, ίσως πέσει απάνω στον Βασιλικό Κήπο. Η δημοτική αρχή τοποθέτησε σκοπούς και περιπόλους, διότι δεν δύναται να θυσιάσουμε έναν ολόκληρο κήπο από τους τουρίστες που πληρώνουν χωριάτικες και ταξί και ακριβές διαμονές στη σκιά του Ιερού Βράχου.

Στο αρχηγείο της αστυνομίας συστάθηκε ένα ειδικό κλιμάκιο, με καταξιωμένους αξιωματικούς της δίωξης. Το τμήμα ονομάστηκε “οι τιμωροί του Τζόνι”. Με τη σειρά του, όπως προείπα, “Τζόνι” ονομάστηκε ο μπαμπουίνος που άρχισε να γίνεται ανάρπαστος στα μέσα. “Ποιος θα καρπωθεί τόσο κέρδος;” αναρωτιούνται ορισμένοι σκεπτικιστές, αφού σε δύο μέρες κυκλοφόρησε μια στρατιά από λούτρινα με το σουλούπι του “Τζόνι”. Σε κάποια εκπομπή έπαιξε η άφιξη των κοντέινερ με τα χιλιάδες αντίγραφα του Τζόνι.

Το ομώνυμο ουίσκι γνώρισε νέα άνθηση, τα τροχαία αυξήθηκαν, οι νεκροί πολλαπλασιάστηκαν, στα δημόσια κτίρια και τα μέγαρα της κυβερνήσεως επιτήδειοι νεαροί τυπώσανε με ότι χρώμα βάνει ο νους σου, τη μορφή του Τζόνι. Ο Τζόνι με την βόμβα στα χέρια του, ο Τζόνι καπιταλιστής, ο Τζόνι βιαστής, δολοφόνος, ο Τζόνι ιατρός, με την παλαιστινιακή του σφεντόνα στο χέρι. Ο Τζόνι θλιμμένος και μοναχός στην ταράτσα του πύργου. Ο Τζόνι νεκρός.

Την τέταρτη μέρα και ενώ το θέμα του Τζόνι μεσουρανούσε, εμφανίστηκαν ορισμένοι κυνηγοί κεφαλών. Επικαλέστηκαν το άρθρο τάδε της διατάξεως δείνα, σύμφωνα με την οποία “επ ‘αφορμή συμβάντων που πλήττουν την υγεία και τη ζωή του γενικού πληθυσμού, επιστρατεύεται το λαμπρό και επίλεκτο σώμα των “κυνηγών”. Εκπαιδευμένοι στην Σρεμπρένιτσα, το Σεράγιεβο, την Αιθιοπία και το Χάρκοβο, οι τύποι αυτοί εφαίνονταν ότι πρέπει. Θέλω να πω, αν δεν μπορούσαν αυτοί να βάλουν στη θέση του τον άμοιρο τον Τζόνι, τότε ποιος, πείτε μου, ποιος θα μπορούσε;

Οι μητέρες συνόδευαν τα παιδιά ως το σχολείο, διότι κυκλοφόρησε η φήμη πως ο Τζόνι έπασχε από μια ανίατη ασθένεια. Και με ένα δάγκωμα θα μπορούσε να μολύνει χιλιάδες ανθρώπους και ίσως χάρη στον Τζόνι να παίρναμε ένα μάθημα πρώτης τάξεως. Οι πατεράδες πήραν από κοντά τις παρθένες διότι πάλι εκυκλοφόρησε η φήμη πως ο Τζόνι είναι κομμάτι ανήθικος, ένας δραπέτης δηλαδή με τα όλα του. Και πως δεν θα διστάσει για το κέφι του να ξεγελάσει κανένα καλό κοριτσόπουλο. Αν ποτέ συνέβαινε κάτι τέτοιο, το θύμα λένε οι αρχές θα έχανε την αυτοκυριαρχία του, οι μελλοντικές του σχέσεις θα ήταν νοσηρές και ίσως το προσδόκιμο της ζωής του να χαμήλωνε επικίνδυνα, ως προϊόν της κατάθλιψης, της απόλυτης, σαν να λέμε εκμηδένισης.

Την πέμπτη μέρα οι κυνηγοί ξαμολήθηκαν σαν τα άγρια σκυλιά. Σύστησαν πολυπληθείς ομάδες και βγάζοντας έναν πύρινο λόγο για το εθνικό καθήκον που απειλεί ευθέως ο Τζόνι, χώρισαν την πόλη σε τομείς δράσεως. Εκείνοι που ανέλαβαν το νότιο τομέα, εκείνον κοντά στον ζωολογικό κήπο, θεωρήθηκαν ηρωικότεροι. Και πριν επιδοθούν στο κυνήγι, τους έγιναν διαδοχικά αφιερώματα από τις μεσημεριανές εκπομπές. Αν κανείς παρακολουθούσε αυτά τα ρεπορτάζ θα κατέληγε ερωτευμένος με αυτά τα παλικάρια που αψηφώντας κάθε κίνδυνο, έπαιρναν πάνω τους το χρέος. Α, ρε Τζόνι δύσμοιρε, τι σου ‘μελε να πάθεις στο άνθος σου το πρώτο; Δεν έμενες καλύτερα στο κλουβί σου, βρε Τζόνι; Τώρα, οι μέρες σου μετρημένες. Τι μοίρα φοβερή σε καταδιώκει, α ρε Τζόνι, μόνο να ήξερες, μόνο αυτό.

Το ίδιο βράδυ στο αρχηγείο έφτασε μια αξιόπιστη καταγγελία. Και λέγω αξιόπιστη διότι εδώ και μέρες κατέφταναν καταγγελίες και μαρτυρίες πως τάχα κάποιος είδε τον Τζόνι. “Στο μέγαρο του εμπορίου”, “μες στο καλάθι των απλύτων είναι ο Τζόνι και δεν πάνε μέρες που μαζεύτηκαν να ξέρετε!”, “τον είδα να κατασπαράζει το νικητή του σημερινού αγώνα στη σιγαλιά του ιπποδρόμου”, “τούτη τη στιγμή που σας μιλώ, κάνει κακό – δεν λέγονται αυτά τα πράγματα, δεν λέγονται – σε ένα κορίτσι είκοσι καλοκαιριών, όχι παραπάνω. Αν αργήσετε θα πρέπει να σας πω κάθε ακατανόμαστη πράξη, κάθε κολάσιμη χειρονομία του, θα πρέπει να την περιγράψω. Με ακρίβεια. Θέλετε;”

Η μαρτυρία υπήρξε βάσιμη διότι εντόπιζε το σημείο θέασης του Τζόνι μερικά χιλιόμετρα από τον ζωολογικό κήπο. Εκεί κοντά υπήρχε μια λίμνη και η βλάστηση, είπαν οι ειδικοί, ήταν τόσο κατάλληλη για τον Τζόνι. Η φύσης είναι σοφή έγραφε το πρωτοσέλιδο της Πρωινής και όλοι συμφωνούσαν στο διάλειμμα της έντεκα, φορώντας τα ίδια καφκικά κοστούμια . Οι κυρίες ταγιέρ με μια πινελιά έκπληξης εδώ και εκεί. Το συνεργείο κατέφτασε και έζωσε περιμετρικά τη λίμνη. Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ συνεννοήθηκε με το πυροβολικό να κάνει ίσωμα την περιοχή. Ο κύριος υπουργός συμφώνησε και πήγε έναν ρομαντικό, ιδεαλιστικό περίπατο με μια δημοσιογράφο που τον συνοδεύει εδώ και μέρες. Αυτός της αγοράζει δώρα και μοιράζεται μαζί της συγκλονιστικές στιγμές της διαδρομής του. Ίσαμε το καλοκαίρι θα ‘χουν παντρευτεί , εκείνη θα την φέρει μια ψαρόβαρκα και το φεγγάρι θα πνίγεται στα νερά από την ομορφιά της. Προς το παρόν, εκείνη τον θαυμάζει, αυτός την ποθεί.

Λίγο πριν την εκτόξευση πυραύλων εδάφους μικρού βεληνεκούς , κατάλληλες για το τερέν, ο Τζόνι φάνηκε στο ξέφωτο. Απέναντί του η πρώτη μεραρχία πυροβολικού, η πολιτική ηγεσία και οι ανώτατοι αξιωματικοί. Ο μητροπολίτης με το μεγάλο του Σταυρό στο προσκήνιο, διά την προστασία των ουρανών που ‘ναι βεβαίως θέμα τακτοποιημένο με την αγορά κατάλληλων εξοπλισμών. Ο πάτερ όμως το αποδίδει εις ανωτέρα δύναμη και κανείς δεν του το χαλάει. Εκεί δείχνει ο Θεός το θέλημά του , όχι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους, όχι στα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα κάτω από τη μύτη μας. Είναι παράξενος, ίσως επειδή μια φορά και εμείς γυρέψαμε τη γνώση. Ποτέ δεν μας το συγχώρεσε και όλο εξομολογούμαστε στα εξοχικά ξωκλήσια για της ψυχής μας τη σωτηρία.

Όσο για τον Τζόνι δεν δείλιασε ούτε στιγμή. Σηκώθηκε στα δυο του πόδια και άρχισε να προχωρεί προς τις γραμμές του εχθρού. Το κόκκινο τηλέφωνο χτύπησε, ο αρχηγός μίλησε με τον πρόεδρο της κυβερνήσεως, εκείνος με τον πρόεδρο της δημοκρατίας, ο πρόεδρος με τον αντιπρόεδρο και μια γερόντισσα που συμβουλεύονται σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Η εντολή ήσαν ξεκάθαρη. Σάρωσης του εχθρού. Ο στρατηγός πάτησε το κουμπί και ευθύς η λίμνη τινάχτηκε στον αέρα. Τι θέαμα να βλέπεις τα δέντρα, τα νερά, τα ρομαντικά παγκάκια στην άκρη της όχθης, τι θέαμα όλο αυτό το νερό θαυμάσια να παφλάζει στους ουρανούς! Όλοι χειροκρότησαν και συγκράτησαν για πάντα τη στιγμή με ότι μέσο είχε ο καθένας. Μέχρι και ζωγράφοι επιστρατεύθηκαν από την κοντινή συνοικία και καθένας έστησε το καβαλέτο του για να αποθανατίσει τη στιγμή. Μα τι θα έκαναν όταν όλα θα βρίσκονταν πια στη θέση τους, όταν ο Τζόνι θα ‘χε γίνει παρελθόν; Κανείς δεν ήθελε να σκεφτεί την ανώδυνη και πληκτική του ζωή, έτσι άφησαν κατά μέρος τις θλιμμένες σκέψεις. Τώρα καλά κρατούσε το δράμα.

Ο Τζόνι δεν βρέθηκε, η σορός του δηλαδή, μήτε το μικρό του δαχτυλάκι δεν βρέθηκε. Ο ίδιος σαρώθηκε από τις δυνάμεις της καταστολής. Ο αρχηγός δήλωσε πως το θέμα έκλεισε με επαγγελματικό τρόπο, ζήτησε από τους πολίτες να επιδείξουν εμπιστοσύνη στις ένοπλες δυνάμεις, δοκίμασε να κάνει ένα πραξικόπημα και εκτελέστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες, λίγο πριν ανοίξει το μετρό.

Όσο για τον μπαμπουίνο, αυτός θεωρήθηκε νεκρός και μήτε κανείς που υποψιάστηκε πως ζει και βασιλεύει. Και εργάζεται στον υδροηλεκτρικό σταθμό πλην Κυριακής και Τετάρτης. Παντρεύτηκε και απέκτησε πέντε παιδιά, έχει ένα σπίτι και κανείς δεν τον παίρνει είδηση. Καμιά φορά μονάχα τινάζεται στον ύπνο του. Στον ιατρό που επισκέφτηκε πληροφορήθηκε πως αυτή η ανησυχία, ονομάζεται “όνειρο της σαβάνας”. Του έγραψε αγχολυτικά και τον έδιωξε χωρίς εντολή επανελέγχου. Ο Τζόνι απορροφήθηκε από τη ζωή, σαν να λέμε πως μια τεράστια, ηλεκτρική σκούπα τον ρούφηξε , ένα αληθινό θηρίο με σιδερένια δόντια , σαν του ποιήματος.

Αγαπητέ Τσέζαρε

[…Mina – Io vivrò senza te…]

Κοπέλες μόνες, στο Τορίνο που μετεμψυχώνει τόσο υπέροχα, με ένα λαϊκότροπο ιδίωμα, ο Στρατής Τσίρκας. Τις ιστορίες πάντα τις χρωστούμε σε μεμονωμένες περιπτώσεις, σε ανθρώπους που μπόρεσαν να ορίσουν με λέξεις πράγματα που μέχρι τότε κινούνταν στη σφαίρα του ενστικτώδους. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μιλήσει κανείς για όλα αυτά. Ο Τσέζαρε συλλογίστηκε τα κορίτσια μόνα, στη βιομηχανική τους πολιτεία να περιδιαβαίνουν την Ιταλία με ένα όνειρο. Εκεί στον βορά της χώρας γράφτηκαν μερικές σπάνιες σελίδες από την λαμπρή ιστορία. Και όμως στους κόλπους της ένας σιωπηρός πόλεμος, ένας κόσμος διχασμένος σε χρώματα και ιδεολογίες. Σε λίγα χρόνια η Ιταλία θα πληρώσει με έναν ανείπωτο φόρο αίματος αυτόν τον διχασμό.

Ο Τσέζαρε Παβέζε δεν θα βρίσκεται τότε ανάμεσα στο πλήθος των δρόμων του Τορίνο. Θα’χει βάλει τέλος στη ζωή του μες στο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου. Για τα μάτια μιας γυναίκας, μιας Αμερικανίδας ο Τσέζαρε θα σωπάσει για πάντα. Θα απομείνουν πίσω του όλα σαν τα αναγεννησιακά τοπία σε πίνακες ζωγραφικής. Και στο βάθος ένα κορίτσι που δεν το περιμένει κανείς, ένα δωμάτιο δίχως λουλούδια, μια σκοτωμένη μες στην καρδιά του καρναβαλιού. Κρατώ πως τα λουλούδια σου δίνουν κουράγιο μια δύσκολη στιγμή. Μα δεν κάνουν τίποτε στην βασανισμένη ψυχή που παίρνει την ύστατη απόφαση. Τα κορίτσια του Τσέζαρε είναι πλούσια, από μια καθώς πρέπει οικογένεια της Πιάτσα ντ’ Άρμι ή πάλι κάποιες μες στο πλήθος, κάποιες που πνίγονται στα τριτοκλασάτα ξενοδοχεία, με ανθρώπους που περνούν και χάνονται, με σκληρές, πατρικές μορφές. Ένα τέτοιο κορίτσι ξέρει καλά τι σόι πράγμα είναι η μοναξιά , πώς γράφεται η τελευταία λέξη της ιστορίας μες σε στοές, μες στην καρδιά μιας εργαζόμενης στην ρωμαϊκή αγορά, μια τρελής από τη μοναξιά της κοπέλα, εκεί γύρω στα τριάντα, σπασμένης, κόκκινης κοπέλας. Μια αίσθηση παρακμής αφηγείται τις ατμόσφαιρες ενός έργου που κυκλοφορεί στα 1969 στη μετάφραση του μεγάλου Στρατή Τσίρκα.

Πολλοί λένε πως ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου. Μα εγώ, λέω πως στην πραγματικότητα ο θάνατος θα συμβεί σαν τέχνη και σαν ομορφιά, διακόπτοντας τη συνήθεια. Θα ‘ρθει σαν μοναξιά και θα ‘χει το δάκρυ σου, τόσα χρόνια μετά. Αργή, πλαγιαστή μορφή του Τορίνο, τοπίο μου οραματικό και ανεπανάληπτο, της ποίησης φανέρωμα και ιστορίες. Λέξεις πλεούμενα που διαβαίνουν από μέσα σου.

Αντίο Τσέζαρε, αντίο.
Ντόλι Πάρτον

[…Jolene…]

Τζολίν, Τζολίν, Τζολίν,

το χαμόγελό σου είναι ανάσα ανοιξιάτικη

το δέρμα σου, μια απαλή βροχή.

Για πάντα, πια.

Στίχος από ποίημα του Μ. Σαχτούρη

 

Α.Θ