Απόστολος Θηβαίος | Armadura

 

© Lee Friedlander

“…Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι ,
ζωή και θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει…”

Φ. Γκαρθία Λόρκα
5 Ιουνίου 1898. Φουέντε Βακέρος · 19 Αυγούστου 1936. Víznar

[Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας]

Μικρή προσευχή
για το θάνατο
της φαντασίας

(Υπερυψωμένο σημείο. Κάτω, το πέλαγος, το ειδύλλιο μιας νύχτας ανεπανάληπτης, σχεδόν φαντασμαγορικής. Ποτέ και κανείς δεν θα βρει τις λέξεις που χρειάστηκε για να ειπωθεί ένα τέτοιο θαύμα. Αυτή η πίκρα θα σιγοτρώει τις καρδιές μας, αυτή η πίκρα. Ένας ένστολος αρχίζει να χειρονομεί. Ανάβει μια τούφα στάχια και βλαστημώντας χοροπηδάει ολόκληρος. Αν δεν είναι τρελός για να χορεύει έτσι απροσδιόριστα μες στη νύχτα, τότε κάνει ένα σινιάλο. Ακριβώς αυτό, ένα σινιάλο, στην απέναντι κορυφή, στα απέναντι χρόνια, ναι, σε αυτά που φθάνουν. Ο άνδρας φωνάζει δυο άλλους, οι τρεις τους σαν τους συνωμότες προσπαθούν να βρουν μια λύση.)

Φρουρός Α: Ρε, φορούσε πανοπλία σας λέω! Από πίσω του έσερνε έναν άλλο τύπο, κοντόχοντρο, άσχημο κάπως και κακοντυμένο. Αυτός με τη σειρά του έσερνε μια κασέλα.

Φρουρός Β: Καλύτερα να τα συλλογιστείς όλα από την αρχή. Προτού τα γράψεις, ε; Αλλιώς θα σε πάρουν για τρελό ρε! (γελάει δυνατά, παρασέρνει τον τρίτο φρουρό.)

Φρουρός Α: Μπορείς να λες ότι θέλεις. Εγώ ξέρω τι είδα. Και άμα κάνω λάθος τότε δεν θα δούμε κανέναν ιππότη και θα ‘χεις όλο το δίκιο με το μέρος σου. Κάνε μου χάζι τότε. (πειραγμένος, πάει μακρύτερα, ο άλλος μετανιώνει)

Φρουρός Β: Έλα! Μια πλάκα κάνουμε! Στο κάτω κάτω, τι παράξενο έχει ένας που αποβιβάζεται από τη βάρκα και φορεί πανοπλία; (γελάει και πάλι, παίρνει το τσιγάρο από το αυτί του και τ’ανάβει. Ο τρίτος φρουρός και εκείνος μιλούν εμπιστευτικά πίσω από τους καπνούς.)

Φρουρός Γ: Να ανησυχήσουμε; Έχει και τ’όπλο. Άιντε τώρα, να μας ανάψει καμιά φωτιά. Και έχουμε δυο μήνες εδώ απάνω. Μα τώρα, με τούτον εδώ και όλα αυτά τα ακαταλαβίστικα, νομίζω πως η ωραία μας καθημερινότητα θα γίνει κομμάτια. Το καθήκον μας ήρθαμε να κάνουμε, όχι να τα βάζουμε με όλους τους παράξενους; Καλά δεν τα λέω ρε σειρά;

Φρουρός Β: Σώπα ρε. Άμα το τραβήξει, θα του μουντάρουμε. Άμα φάει καμιά ψιλή, θα του περάσει. (φτύνει χάμω)

Φρουρός Γ: Όχι βία, όχι βία! (ο φρουρός του ρίχνει μια καρπαζιά και γελάει δυνατά. Ακούνε βήματα που σέρνονται και τους πλησιάζουν. )

Φρουρός Α: Έρχονται!

Φρουρός Β: Στα όπλα!

Φρουρός Γ: Πάω στην κρυφή. Θα καλέσω στο κέντρο.

Φρουρός Α: Αλτ! Είπα, αλτ!

(Ένα τσούρμο φθάνει από το μονοπάτι. Κάποιοι είναι γυμνοί και σε γενικές γραμμές είναι όλοι τους ρακένδυτοι και βρεγμένοι σαν τους επιζώντες της “Μέδουσας”. Ακούν μα δεν μιλάνε. Μέσα από το πλήθος, ακούγονται θόρυβοι, σαν να σέρνει κανείς μια λαμαρίνα. Κάποιος στο φόντο βρίζει χαμηλόφωνα και κάτι σέρνει. Όλα έρχονται από το βάθος. Στο τέλος, εμπρός στους φρουρούς στέκει ένας σιδερόφραχτος ιππότης μαζί με έναν κοντόχοντρο υπηρέτη, ξυπόλητο και μουσκεμένο, με ένα παχύ μουστάκι και αχτένιστα μαλλιά. Όλοι προτάσσουν τον οπλισμό τους.)

Φρουρός Β: (με έκπληξη) Άι στο διάολο!

Φρουρός Α: Στο ‘πα; Δεν στο ‘πα;

Φρουρός Β: Ρε εγώ σε πέρασε για αλαφροϊσκιωτο, για κανένα σαλαϊδό. Αλλά ετούτο εδώ δεν χωράει αμφιβολία. 

Φρουρός Α: Αλτ! Ποιος είσαι;

Φρουρός Β: (τον περιεργάζεται) Άει στο καλό! Ρε κάτι πράματα!

Φρουρός Α: (προς τον ιππότη) Θα πρέπει να μου πεις ποιος είσαι. Και ο φίλος σου, πώς ήρθατε ως εδώ; Πώς δεν πνίγηκες με αυτά τα παλιοσίδερα; Έχουμε τελειώσει με αυτά εδώ και χρόνια, φίλε, να ξέρεις. Αλλά, ας πούμε ότι το κάνεις από γούστο. Πώς στο καλό όμως κατάφερες να φτάσεις με όλους αυτούς ως εδώ; Θα χρόν μπορούσες να αράξεις μες στα βιβλία και να χαρείς τη σύνταξή σου. Εγώ βγαίνω σε είκοσι χρόνια, λίγο άμα το σπρώξει το θέμα το υπουργείο μπορεί και νωρίτερα. Έχεις ακούσει που λένε “βαρέα και ανθυγιεινά”; Ε, κάτι σαν εσένα εννοούν και μας χρυσοπληρώνουν.  Η καρδιά μου πάει να σπάσει από την αγωνία μην τύχει και δεν προλάβω, λέει, να απολαύσω τη συνταξούλα μου. Γυμνάζομαι, προσέχω, τρώω κηπευτικά, από βρούβες, μέχρι λάχανα και σέσκουλα που βγαίνουν μονάχα πριν τον πόλεμο. Τι παράξενο φυτό, σαν να μυρίζει το αίμα, λένε οι παλιοί. Τέλος πάντων, έχεις πανοπλία, ανάστημα, βοηθό, μια κασέλα. Γλώσσα έχεις του λόγου σου; Πρέπει να ξέρω ποιος είσαι.

Φρουρός Γ: Βγάλε την πανοπλία, μπρος!

Φρουρός Β: (ειρωνικά) Τι του φωνάζεις ρε του ανθρώπου; Σας παρακαλούμε κύριε, διότι έχουμε εντολές, εντολές λέγω. Διά τούτο παρακαλώ θα μας κάνετε την τιμή να βγάλετε την πανοπλία να δούμε περί τίνος πρόκειται; Λοιπόν, το συλλογιστήκατε, θα τη βγάλετε;

Φρουρός Γ: Βγάλε την ρε σου λέω! (τον χτυπά με το κοντάκι, ο βοηθός κάνει να του ορμήσει μα ο Φρουρός Β του καταφέρνει μια δυνατή στο μέτωπο. Ο άνδρας μένει ασάλευτος, μερικές γυναίκες με μορφές χελιδονιών έρχονται και στέκουν πάνω από το κεφάλι του. Μόλις βγει η ψυχή του θα την αρπάξουν. Καμιά δεν πρέπει να μένει αδέσποτη, κανείς δεν πρέπει να γευτεί μια τέτοια μοναξιά. Ο ιππότης σκύβει πλάι στον χτυπημένο.)

Ιππότης: Σάντσο; Σάντσο; (δακρύζει, πιάνει το μέτωπό του) Σου είπα, καλύτερα να μέναμε μες στα βιβλία. Τι το ‘θελες αυτό το ταξίδι; Γιατί συμφώνησες παλιόφιλε μαζί μου; Γιατί; (μικρή παύση και έπειτα ανασηκώνει αργά. Η πανοπλία του τρίζει παράξενα.)

Ώρα να συστηθώ. Εμένα, λοιπόν που με βλέπετε είμαι ο ιππότης της Μάντσα. Δον, παρακαλώ, δον Κιχώτης με τ’ονομα. Και αυτοί που βλέπετε γύρω μου, συνιστούν το κέρδος αυτού του ταξιδιού. Πολλοί, καλοί, νέοι φίλοι. Σας εύχομαι μια τετοια ευλογία. Ωστόσο συγχωρέστε τη συγκίνησή μου που δεν οφείλεται εις την παλινόρθωση ετούτη, μα κυρίως στην απώλεια του πιστού μου φίλου. Ω, εδώ λοιπόν κείτεται η δόξα και η ανθρωποσύνη, φίλτατοι. Με ένα σκισμένο πουκάμισο και μια στέρεη πίστη, ο άμοιρος με υπηρέτησε στωικά. Μετά τις τιμές μας κλείσανε στα βιβλία. Τριγυρίζαμε τ’αδειανο μελάνι, θύματα και εμείς του συγκρητισμού, πεθάναμε οριστικώς με τον ερχομό του αιώνα της λογικής. Σήμερον πνέουμε τα λοίσθια, πάει να πει πως η μοίρα μας είναι προκαθορισμένη πια. Καμιά απόπειρα δεν πρόκειται να την αλλάξει. 

Φρουρός Α: Δηλαδή, είσαι ο δον Κιχώτης. Και ήρθες εδώ με τα παράνομα δουλεμπορικά.

Ιππότης: Τα λέτε περίφημα. Με τον νεκρό όμως, τι θα γίνει;

Φρουρός Α: Θα τον βάλουμε πίσω στο βιβλίο, θα είναι καλά. Όμως εσείς…

Φρουρός Β: Εσείς δεν μας τα λέτε καλά και αρχίζει να στερεύει η υπομονή μου. Που σημαίνει πως θα σου ορμήσω ρε καθίκι και θα σου σπάσω τη μούρη (όσο τα λέει αυτά ρίχνει κοντακιές στον άτυχο άνδρα)

Φρουρός Α: Στάσου! Νομίζω τον σκότωσες! Κτήνος! (ο φρουρός β τον αρπάζει από το λαιμό και τον πνίγει)

Φρουρός Γ: Καλύτερα έτσι. ´Ήταν άρρωστος πια, θα ταφεί με τιμές αξιωματικού. Το λιγότερο. 

Φρουρός Β: (σκουπίζει το αίμα από τα χέρια του) Ναι βέβαια, το λιγότερο. (πλησιάζει τον φρουρό Γ και τον αγκαλιάζει κάπως ύποπτα.) Ξέρεις, δεν θα πούμε τίποτε για δον κιχώτηδες, σύμφωνοι;

Φρουρός Γ: Συμφωνώ. Και να ξέρεις με προσβάλλεις, δηλαδή τι μας πέρασες; Τίποτε χαφιέδες, τίποτε τέτοιους; Ας είναι. ´Άιντε να δούμε τι θα κάνουμε και με αυτούς.  Λοιπόν, πίσω στις βάρκες, πίσω! (το ανθρώπινο κοπάδι σαλεύει, κάπως νευρικά αναζητά κατεύθυνση. Τα πνεύματα οξύνονται.  Στο τέλος φαντάζει πιο εύκολο αν προχωρήσουν, αν σκοτώσουν, αν πονέσουν, αν πεθάνουν. Δεν έχουν τίποτε καλύτερο να κάνουν, τίποτε περισσότερο να χάσουνε. Μες στις βάρκες τους τίποτε δεν συγκρίνεται με την ίδια τη ζωή. Σκοτώνουν τους φρουρούς και προχωρούν. Η εκμηδένιση που απασχολεί την τέχνη την έχουν ξεπεράσει προ πολλού. Είναι ένα σύνορο ντεμοντέ πια.

Οι άγγελοι που ως φροντιστές μαζεύουν τη σκηνή στο τέλος του έργου, παίρνουν τα λείψανα του δον Κιχώτη και του πιστού του φίλου και τα κλείνουν μες στο μεγάλο βιβλίο της ζωής. Απ’έξω γράφουν με μαύρο βερνίκι παπουτσιών, “φαντασία”. Σφραγίζουν. Οι άγγελοι, αν και έχουν ανθρώπινα σώματα, εντούτοις φορούν μάσκες αρχαίου χορού, με μορφές ζώων της λαϊκής δοξασίας. Οι άγγελοι σκορπίζουν και το έργο τελειώνει με την απορία του κυρίαρχη. Οι μάσκες μένουν στη σκηνή και μας κοιτάζουν. Ακούγονται βήματα που σέρνονται, ήχοι από καρίνες που σέρνονται στο χαλίκι. Αδιάκοπα, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα , εκεί έξω.)

Απόστολος Θηβαίος