
Εναντίον των σαθρών πνευματικοτήτων
Οι φύλακες ποτέ δεν πηγαίνουν ως το θέατρο. Μονάχα στις αλλαγές κάνουν μια βόλτα και επιθεωρούν τις κερκίδες. Κάποτε μια παρέα Γερμανών μέθυσε και ένα κυνηγητό άνευ προηγουμένου εκτυλίχθηκε από τις πρώτες, πρωινές ώρες. Εμπρός οι Γερμανοί, πίσω οι δικοί μας, βλαστήμιες, φωνές, σωστό χορικό του Ευριπίδη.
Τον ξεχωρίσανε στις απάνω θέσεις. Είχε κόντρα τον ήλιο και δεν φαινόταν. Από μακριά φαινόταν το ψάθινο του, ένα λευκό κοστούμι. Όλα ανέμιζαν και από στιγμή σε στιγμή, εκεί μέσα στους Άργους το καλοκαιρινό δράμα, θαρρείς και ο άνθρωπος αυτός θα χανόταν για να επανεμφανιστεί κάπου αλλού, ίδιος. Έμοιαζε με τις σπασμένες πέτρες της αρχαιότητας. Δεν φοβόταν, μήτε όταν οι φύλακες σε σχηματισμό τον προσέγγισαν.
Πάγωσαν.
Οι παλαιότεροι βγάλανε το καπέλο και έγνεψαν στους νέους, κάτι δόκιμους που ‘χαν έρθει από τη Σπάρτη. Και όλοι μαζί φιλήσανε το χέρι του Δασκάλου. Και γίνανε συνείδηση λαϊκή, χαρακτηρίζοντας με τον όρο, αυτήν την αριστοκρατική δόξα που έδωσε στους στρατιώτες και τους ναύτες του, σε ποδηλάτες και σε αγγέλους ο Γιάννης Τσαρούχης. Μια στέρνα ακένωτη από πλάσματα του εφικτού, του έρωτος υπάρξεις.
“Όσο ζούσε τον βάλανε στο μάτι. Και τον εξαντλήσανε, ξέρουν αυτοί τον τρόπο”, είπε ο παλαιότερος φύλακας. Είχε τρεις μέρες ακόμη και έβγαινε στη σύνταξη. Η έκφρασή του είχε κάτι το αληθινό και αδιαπραγμάτευτο, μια στάση σεβασμού εμπρός σε αυτόν που μας αγάπησε και μας συγκίνησε για αυτό που είμαστε.
Διότι ο Τσαρούχης αφιέρωσε τη ζωγραφική του στο υλικό της πόλεως που ζει και αναπνέει, ενώ απέδωσε γλαφυρά το είδος της πνευματικότητας που σαν φλέβα κατέρχεται από την αρχαιότητα για να διασταυρωθεί με αυτοκρατορικές εποχές, βυζαντινές μέχρι τον κλήρο της νεοελληνικής εποποιίας. Όλα αυτά μας τα αποκάλυψε στην Χίο και στις ζωγραφιές του τις σπαρακτικές. Ναοί της ερημιάς και προοπτικές της ζωής μας, τελωνεία, καφενεία, προσόψεις που παρασύρθηκαν από νεωτερισμούς.
Σήμερα στα αρχαία θέατρα θα τον βρείτε να διδάσκει ανάμεσα σε χορούς στρατιωτών. Αυτός ανανέωσε τελευταίος το αρχαίο δράμα, αυτός το κατέστησε επίκαιρο. Και τώρα από μια άλλη εποχή, με τα χρόνια κόντρα, με το μέτρο της σοφίας του ακέραιο, μας αποχαιρετά. Πίσω από όλα τα πράγματα της ζωής μας, εύχεται να υπάρχει έρωτας πριν όλα χαθούν. Απελπισμένες οι ζωγραφιές του, στοχαστικές για αυτό μιλούν. Μαζί με τον Κουν και με τον Χατζιδάκι και με του Άργους τον πορτοκαλανθό που ξεπροβάλλει μες στα λεπτά του δάχτυλα, εκεί μες στη φαντασμαγορία του Ιουλίου, ο ζωγράφος πιάνει το νήμα της αφήγησης. Και από τα πρώτα χρώματα της Κορίνθου, παίρνει το μονοπάτι που βγάζει στο ιδανικό μας. Οι ρίζες του συνιστούν κάτι βαθύτερο, κάτι που εκτείνεται πέρα από ζητήματα ελληνικότητας, κάτι που μπορεί και προσθέτει στερεότητα. Καμιά σχέση με τις πνευματικότητες δηλαδή, που σωριάζονται αναπάντεχα κατά τη διάρκεια της σεμνής τελετής, στα ποιήματα της νεότητας του.
Ο Στίβεν Κρέιν και ο
Νίκος Χουλιαράς
εις στο πεδίο των μαχών
Ο Στίβεν Κρέιν, αυτό το μεγάλο ταλέντο της αμερικανικής λογοτεχνίας που χάθηκε τόσο μα τόσο νέος, πρόλαβε να καρφιτσώσει στις καρδιές μας το “Κόκκινο Άστρο” του. Και έτσι μια μεγάλη ιστορία σώθηκε για πάντα, να θυμίζει τι μεγάλη και ωραία που είναι η ψυχή σαν παλεύει μονάχη της για τη ζωή.
Ε λοιπόν, αν θα ‘θελα να ντύσω μουσικά αυτήν την ιστορία με τη σκηνή της εφόδου του τρομαγμένου στρατιώτη που δεν γνωρίζει σύνορο ο τρόμος του και φτερουγίζει πέρα από τις γραμμές των εχθρών, θα διάλεγα την Μπαλάντα του Χαμού του αξέχαστου Νίκου Χουλιαρά. Θα τον βρείτε στα τραγούδια που λησμονήσαμε, “στ’ασημένιο χαλινάρι” της ελληνικής μουσικής, της ποίησης που παλεύει με το κλαράκι της ανθρωπιάς της κόντρα σε σπαθιά και σε θηρία. Στη λήθη κόντρα.
“Το παιδί κινάει στη μάχη μα το άλογό του δεν ξεκινάει”, τραγουδάει στην μπαλάντα του ο Γιαννιώτης δημιουργός που ‘χει αλαργέψει εδώ και χρόνια. Και μια ύλη ανυπόταχτη, σαν αυτή που μας εμπιστεύτηκε ο Διονύσιος Σολωμός, μια ύλη τρομερή επιβάλλεται στη μορφή και τα πράγματα. Ένας τόσος δα στίχος, μια μικρή, τερπνή κοντυλιά τα βάζει με τον πόλεμο και με τη μοίρα. Ο Κρέιν σμίγει με το τραγούδι του με εκείνο του Χουλιαρά και ο πόλεμος γίνεται κομμάτια. Το κατορθώνει ο Χουλιαράς με την αγάπη και με το πέταγμα των απλών, των τρυφερών του στίχων.
Και έτσι μες στο νου μου το τραγούδι του συντροφεύει τον αξέχαστο στρατιώτη της καλύτερης, αμερικανικής λογοτεχνίας.
Moccaletto
Τώρα είναι η πιο μεγάλη ώρα. Μες στην καρδιά του καλοκαιριού, μια γιορτή που την προσμένουν όλοι με τόση ανυπομονησία. Πρώτα στολίζουν τα παιδιά τα καλντερίμια. Περνούν γιρλάντες, σημαιάκια, μικρά χάρτινα φαναράκια, σαν φυσαρμόνικες. Θα τ’ανάψει ο άνθρωπος του δήμου που προπορεύεται της πομπής για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Και έπειτα θα χαθεί με τα λαδωμένα του τα ρούχα, το λερό καπέλο του, το παλτό με το τριμμένο γιακά τ’ανεκπλήρωτου. Καρφιτσωμένες οι γυναίκες που μεγαλώνουν τα παιδιά τους, στα μικρά μπαλκόνια τους, συγκοινωνούσες ζωές.
Και λίγο μετά το δειλινό, από πόρτα σε πόρτα θα ‘ρθουν οι παρέες των παιδιών. Να αναγγείλουν, λέει την αρχή της γιορτής του προφήτη που βασανίστηκε πριν από πεντακόσια χρόνια. Κάθε τέτοια νύχτα, κάποιος θα ισχυριστεί πως τον είδε να σεργιανίζει στην έρημη πλατεία. Θα πει βεβαίως πως βρισκόταν σε μια απόσταση. Μα αυτό δεν σημαίνει κάτι αφού οι άνθρωποι ξέρουν να αναγνωρίζουν το οικείο, όπως ακριβώς γνωρίζουν εξ ενστίκτου να βρίσκουν την ποίηση των τραγουδιών και τα άλλα τ’άγια.
Η Ευτέρπη, η κωφάλαλη της αυλής, χειροκρότησε και άρχισε φέρνει βόλτα το γυάλινο τραπέζι. Και ο Ζιρά, τ’αδέσποτο που κανείς πια δεν θυμάται πώς τάχα να γίνηκε οικογένεια, γάβγισε μια άγνωστη σκιά. Έλαβε θέση επιθετική και γρύλισε όπως ποτέ δεν συνηθίζει ο Ζιρά, ο μαύρος αδέσποτος του καιρού μας. Τότε ο Ορέστης κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα. Φόρεσε το κυριακάτικο σακάκι του, χτένισε τα μαλλιά του και έσβησε με τα δυο δάχτυλα το καντηλάκι.
Έκλεισε πίσω του την λιτή ζωή της κάμαρής του, έδωσε ένα φιλί στην Ευτέρπη και εκείνη έφερε δυο βόλτες τριγύρω από τον εαυτό της, έτσι όπως κάνουν όλοι οι ερωτευμένοι. Διότι η Ευτέρπη, ως γνωστόν πολύ τον εκτιμούσε τον Ορέστη και συγκινείτο πολύ σαν τον έβλεπε συγυρισμένο το πρωί της Κυριακής να περνά.
Δούλευε στα μπουκάλια, μαζί με άλλους πολλούς από τη γειτονιά. Ήταν καλό το μεροκάματο και τ’αφεντικό καλοσυνάτο. Δεν τους έβριζε και άμα γινόταν κανένα λάθος, σκοτείνιαζε μα δεν τα έβαζε ποτέ με το προσωπικό. Είχαν να το λένε για τ’αφεντικό σαν άκουγαν καμιά ιστορία για ανθρώπους σκληρούς, δίχως μια στάλα καρδιά. Μάζευε στην άκρη και το ‘χε σκοπό μια μέρα, όχι μακριά να πάει να γυρέψει το χεράκι της Μαρίνας του. Το χεράκι της το διάφανο, από ιταλικό μετάξι και θαμπάδα φεγγαριού, το μελαγχολικό της το χεράκι, σαν πιάνει τη βελόνα και σαν τρυπιέται και ματώνει.
Αυτή ήταν η ιστορία του Ορέστη. Τους δικούς του τους έχασε στον πρώτο πόλεμο. Μεγάλωσε μαζί με άλλα ορφανά, έμαθε μια τέχνη να βιοπορίζεται στον άγριο ετούτο κόσμο και κίνησε να κερδίσει τη ζωή του. Ήταν έτσι σαν άνθρωπος που τις πληγές του τις παλιές δεν τις θυμόταν. Εμπρός κοιτούσε ο Ορέστης, εμπρός του κοιτούσε την Μαρίνα της γιορτής που κάτι προσδοκούσε με το φουστανάκι της όλο λουλούδια. Γεμάτη νιάτα και σθένος , μακριά πολύ από τα πλήγματα που θα περάσουν αθόρυβα από τη ζωή της, η Μαρίνα. Νύμφη ήταν, πλάσμα τ’ανείπωτου και του κατακλυσμιαίου.
Είχε στα δάχτυλά της πλεγμένο το φιτίλι του μικρού της κεριού. Είχε ακόμη πιασμένα τα μαλλιά της, ήταν ένα δείγμα εξαίσιας τέχνης, έτσι όπως έστεκε μες στην πληρότητα του χρόνου, μες στο ελάχιστο. Και το πρόσωπό της με το χρώμα του βορινού απόβραδου, σαν ντρέπεται και σαν αγαπά. Μόλις τον είδε έτρεξε κοντά του, Ορέστη, Ορέστη, φώναζε και εκείνος δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να πει αν ήταν η στιγμή εκείνη όνειρο, αν ήταν πλάνη μες στον μακρύ του ύπνο, μες στον φοβερό του έρωτα αν ήταν αλήθεια.
“Θάνατος σε σένα, θάνατος σε σένα!”, φώναξε γελώντας η Μαρίνα της γιορτής. Και έπεσε να πνιγεί μες στην αγκαλιά του . Τι ώρα ήταν εκείνη, τι αγάπη, οι δυο τους κόντρα σε όλους τους καιρούς ήσαν. Και έτσι όπως διάβαιναν από δίπλα τους άνθρωποι με ολόλευκες μάσκες και μαύρες φορεσιές, τα ‘βαζε θαρρείς η ζωή με το θάνατο. “Θάνατος σε σένα, θάνατος σε σένα!”, του ξανάπε και πέσανε χίλια ποτήρια να πεθάνουν. Άμα φιλήθηκαν ρίχτηκαν και αυτοί μες στο πλήθος. Και φύγανε έτσι όπως πηγαίνει ο καιρός και είχαν πιασμένα τα χέρια τους, μην τύχει και χαθούν μες στο χαλασμό. Περίσσευε η ομορφιά παντού στις γωνιές της νύχτας, σώματα, ζωές ταπεινές, όλα υπέκυπταν στον καταιγιστικό της τρόπο.
Θα ‘χαν ξεμακρύνει από τους άλλους. Άκουγαν τις φωνές, τα γέλια τους τα ξεχώριζε μα ήταν όλα τόσο μακρινά για αυτούς. Τώρα πια δεν υπήρχε άλλο από την αγάπη αυτών των δυο ανθρώπων, εκείνη τη νύχτα ο κόσμος άλλαζε, τσακιζόταν από τη συγκίνηση. Και χωρούσε μονάχα αυτούς τους δυο που στέκουν τώρα στην αρχαία πολεμίστρα. Κάνουν σχέδια και όλο μιλούν για το πώς και το γιατί της ζωής. Άμα φοβούνται πεθαίνουν στα φιλιά και έτσι τα καταφέρνουν και τον κόσμο όρθιο τον κρατούν.
Πριν τελειώσει η νύχτα εκείνος την πήρε παράμερα, στον ίσκιο ενός κήπου την φίλησε. Ο κόσμος λίγο έλειψε να λιώσει μα ποιος ξέρει πώς, κρατήθηκε όρθιος. Εκείνη τον πήγε μακρύτερα, μες στο όνειρο τους. Λίγο έλειψε να τα καταφέρουν και να αλλάξουν μια για πάντα τα πιο καίρια σημεία της ιστορίας.
Και έτσι όπως όλα γίνονταν, σαν μια τέχνη μυστικά και αρχαία, οι ρυτίδες του χρόνου άφησαν να γλιστρήσει το φως. Έτσι άλλωστε φτιάχνεται η ομορφιά, καθώς περνάει το φως μέσα από την καρδιά και ζωντανεύει εντός μας ένας τόσος δα μικρός ακροβάτης, σαν τον κούκλο της βιτρίνας με την ολοκαίνουρια κορδέλα του που ξέρει το μυστικό τους και έχει μαρτυρήσει ξανά και ξανά, το φιλί τους.
“Θάνατος σε σένα, θάνατος σε σένα!”, ψιθυρίζει ο κούκλος για χάρη τους, διαψεύδοντας όλους όσοι πήραν δεδομένη την αμεριμνησία των πραγμάτων, της ζωής που ανασαίνει τριγύρω μας.
Η γιορτή κράτησε ως το χάραμα. Και δεν μπορείτε να φανταστείτε τι μελαγχολικό που ήταν εκείνο το πρωινό, καθώς στάλαζε η σιωπή από τις σκεπές της πολιτείας. Ατλαντίδα η νύχτα, αιωνίως χαμένη. Μόνη μαρτυρία ο διαβάτης που πέρασε βιαστικά με την αγωνία να μην σβήσει το κεράκι του. Η ζωή αρχινούσε σαν πρώτα και η θαμπωτική θάλασσα έπαιρνε τη θέση της στο κάδρο.
Απόστολος Θηβαίος
