
[…έτσι,
τροχιοδεικτικά
συναντιούνται
στους αιθέρες
η χαρά της γραφής
και
του άλλου κόσμου
το μέγα μυστήριο,
το ποιητικό…]
Για το βιβλίο
της Τζένης Μαστοράκη
“Και όλα τα κακά σκορπά…”
με επίμετρο του
Διονύση Καψάλη
από τις εκδόσεις
Άγρα
Τότε, όταν ακόμη δεν ήμουν σίγουρος για τίποτε, ταχυδρομούσα απελπισμένα τα βιβλία μου σε εκείνους που θαύμαζα. Βλέπετε, ούτε τότε μα ούτε και τώρα νιώθω καμιά σιγουριά. Και τούτο είναι που κρατάει όρθιο.
Δεν ξέρω σε τι ακριβώς ήλπιζα, πάντως ο νους μου έστεκε καρφωμένος στην ώρα που θα έφθανε ο ταχυδρόμος. Καμιά φορά, όταν χτυπούσε, ένιωθα την καρδιά μου έτοιμη να σπάσει. Ίσως να μου έφερνε κάποια απάντηση, δυο λόγια ενθαρρυντικά που θα με έκαναν να στερεώσω το βήμα μου μες στον κόσμο των λέξεων. Τις περισσότερες φορές δεν ήταν παρά λογαριασμοί, ασφαλιστήρια και τα ρέστα, αυτό το συνηθισμένο είδος επιστολών που σήμερα αθροίζονται περιττοί και αδιάφοροι μες στα συρτάρια κάποιου θυρωρείου. Δεν θα τους αναζητήσει κανείς, οι ειδοποιήσεις πάει, πάλιωσαν τώρα. Οι παραλήπτες ίσως να ζουν κάπου αλλού, μπορεί ακόμη να έχουν διαβεί το σύνορο αυτού εδώ του κόσμου και τώρα να μην υπάρχει τίποτε από αυτούς. Μα οι επιστολές αυτές επιμένουν, κάθε τόσο τις βλέπω στο όνειρό μου, ριγμένες κάτω από την πόρτα, με τις σφραγίδες και τις διευθύνσεις τους.
Πέρασαν τα χρόνια από τότε. Δεν περιμένω πια τίποτε, μονάχα γράφω και είναι οι λέξεις μου κάτι σαν τις αρχαίες δακρυδόχους που ακόμη οι αρχαιολόγοι ερίζουν για το ποιος τάχα να ‘ταν ο σκοπός τους. Γράφω ανεπίδοτες επιστολές και βιβλία αδειανά από σημασίες και έτσι, με το πρόσχημα της αυτογνωσίας δεν στέλνω τίποτε πια. Τους ανθρώπους που αγάπησα, τους κρατώ μες στα βιβλία που γράψανε. Και αυτά χρόνια τώρα μου μιλούν και καμιά φορά αν τα λησμονώ, με μια ανεξήγητη κίνηση ρίχνονται από το ράφι που τα κρατώ και πεθαίνουν. Τι παράξενα που είναι τα βιβλία που αγαπώ, πόσες φορές μες στις σελίδες τους δεν ασπάστηκα κάτι δικό μου, του εαυτού μου κάτι άγνωστο και βαθύ που το ‘χα προσπεράσει. Τι ήσυχα που πέρασαν αυτά τα χρόνια, τι ειρηνικά που δαπανώνται τώρα οι μέρες μου, τώρα που δεν γυρεύω πια τις απαντήσεις και τις επιδοκιμασίες. Βάρκες οι λέξεις μου και τις αφήνω στα βράχια να τσακιστούν και τις θύελλες.
Και όμως, ανάμεσα σε όλους αυτούς που δεν ανταποκρίθηκαν υπάρχει και η Τζένη Μαστοράκη. Μονάχα εκείνη πρόλαβε να μου γράψει μερικές λέξεις σε μια κάρτ ποστάλ που ‘χω πια χάσει από καιρό. Μου έλεγε να συνεχίσω, να δω εντός μου τι στέκει ακόμη όρθιο, να μην πίσω τον καφέ μου με ζαχαρίνες, έγραφε. Αυτό το θυμάμαι, επειδή αμέσως αντιλήφθηκα πόσο πρέπει κανείς να αγωνιστεί για να μην υποκύψει σε πόζες δίχως περιεχόμενο. Για δάκρυα, δεν είπε τίποτε, αφού άλλο δρόμο για το ιδανικό σου δεν έχει.
Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Καμιά φορά λέω πως θα ‘θελα οι λέξεις μου να λάμπουν σαν σημαίες μες στη νύχτα του κόσμου μα είναι αδύναμες και γρήγορα εξατμίζονται οι χίλιες και μία σημασίες τους. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα Τζένη, μα δεν έπαψα ποτέ να βάζω όλη μου την καρδιά μες στις δοκιμές μου, με κίνδυνο να χάσω μέχρι και το νου μου. Αφού λοιπόν ακόμη συλλογίζομαι το χθες, λέω τίποτε δεν χάθηκε, τον εαυτό μου να ξεγελάσω. Και έχω ακόμη λίγη καρδιά να προσθέσω στο έργο μήπως και φτάσω και εγώ σε εκείνο το “ίπτασθαι” του ποιητή που τώρα ξέρω πόσο δύσκολο είναι, σχεδόν ακατόρθωτο. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα Τζένη. Το μόνο για το οποίο είμαι βέβαιος είναι το γεγονός πως πια κανείς δεν σταυρώνει το μαξιλάρι μου και έτσι ανάμεσα σε μένα και την ποίησή μου στήθηκε μια απόσταση αγεφύρωτη.
Κανείς δεν με φυλάει μες στο όνειρό μου. Μήτε κανείς μπαίνει μες στην κάμαρη μου όταν λυπάμαι και όταν φοβάμαι. Οι άνθρωποι που θα το έπρατταν ανήκουν πια στα νερά, έτσι όπως το ‘γραψε ο Καρούζος. Θα μπορούσε να πει κανείς πως τώρα πια βρίσκομαι στην θέση που πρέπει για να αντιληφθώ όλα αυτά τα νοήματα που σταλάζουν από το μικρό βιβλίο έκπληξη της Τζένης Μαστοράκη “Και όλα τα κακά σκορπά…” από τις εκδόσεις Άγρα. Τι και αν χάθηκε αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό μες στην λογοτεχνία μας, η Τζένη Μαστοράκη που ποζάρει σε μια σελίδα του βιβλίου της, για πάντα νέα πια. Βρήκε τον τρόπο, σαν τον νεκρό ταχυδρόμο να μας στείλει ένα τελευταίο σινιάλο από τον άλλο κόσμο, τον δικό της. Το ‘κανε με τον τρόπο που έμαθε καλύτερα, με την τόλμη μιας ηρωίδας του Τσέχοφ που ταπεινώνεται από νοσταλγία γυρεύοντας την παλιά της νιότη μες στη συνήθεια και την ανάμνηση. Σαν τον ονειρευτή της που μες στις σελίδες του Άγρα “με μια μεγάλη κραυγή πετιέται” τον “ύπνο σκίζει, τον ύπνο που την πνίγει τόσα χρόνια τώρα”. Γίνεται άγγελος, φοβάται, φορεί τα φτερά της προσευχής, όλου του κόσμου τη γνώση την αρνείται. Και λέει το ναι, αφοπλίζοντας κάθε τι πραγματικό, λέει το ναι και από την πρώτη της λέξη ως και την τελευταία κρεμάει την κόκκινη κορδέλα της, αυτήν που κάποτε χαρίζανε στον αγαπημένο τους τα κορίτσια. Ένας κόσμος απείραχτος, απροσπέλαστος και εμείς που καταπίνουμε τα χρόνια, ξερνώντας πόνο. Κάποτε θα μάθουμε να πονούμε μα δεν είναι ο καιρός ακόμη. Τώρα πρέπει να διαφυλάξουμε το αγεφύρωτο και το αθέατο, πάει να πει να βάλουμε το σώμα μας εμπρός στην καταστρατήγηση της φαντασίας. Τα πάντα μεταμορφώνονται σε όνειρο. Κάθε άγγελος έχει το όνομά του και η Τζένη το γνωρίζει, το προφέρει τρυφερά. Της το εμπιστευτήκανε χρόνια πίσω, τότε που ‘ταν ο κόσμος της παιδικός. Τότε που ήταν “πόλεμος ο ύπνος” μες στα σκιερά δωμάτια. Τώρα όλα χαθήκανε , θαρρείς και μια αποκάλυψη τρομερή, σάρωσε το παλιό, γιορτινό μας τραπέζι.
Μόνον οι άγγελοι μείνανε και οι αφορμές της οι πιο προσωπικές, αυτές που ευθύνονται για το μικρό αυτό δώρο των εκδόσεων Άγρα με το επίμετρο του Διονύση Καψάλη. Ανάμεσα στους αποθησαυρισμένους της ήρωες, μες στα πένθη της ζωής της, η χαμένη της η αγάπη που μια φορά μόνο ζει. Άγγελος και εκείνη και δεν πεθαίνει, ούτε θέλει. Μόνο να φορέσει τα ανθρώπινα γυρεύει, να νιώσει για δέρμα της τον άλλον ζητά και ευθύς ανασταίνεται για να ξαναβρεί τις παλιές, καλές ψυχές. Όνειρο ή μνήμη, δεν θα βρεις απόκριση στο ερώτημα, μόνο μια μετατόπιση του χρόνου προς τ’όνειρο. Μόνον πουλιά που τραγουδούν επίμονα μες στο πέταγμά τους σκοπούς με λέξεις όπως “κυριότητες, δυνάμεις, εξουσίαι, Κασσιήλ, Σαμαήλ, Ραφαήλ, Μιχαήλ”.
Εδώ σταματώ με τούτες τις αναφορές, εδώ θυμάμαι την Τζένη Μαστοράκη, όταν γράφει πως “θέλω να σκέφτομαι ιστορίες με αγγέλους. Όμως οι άγγελοι δεν έχουν ιστορία. Δεν πρέπει. Έχουν μόνο ένα αιφνίδιο παρόν. Φέρνουν το ξαφνικό. Στα παραμύθια του Άντερσεν δακρύζουν”, γράφει και ευθύς αντιλαμβάνεται κανείς τι να σημαίνει εκείνη η “επώδυνη διαδικασία” του Οδυσσέα Ελύτη που “γυρεύει να συλλάβει τον άγγελο”. Τι και αν φοβάμαι Τζένη, ετούτος ο κόσμος των αγγέλων δεν συνιστά παρά τον δικό σου τον βυσσινόκηπο που τον σάρωσε ο χρόνος. Ας είναι, πρόλαβαν και σώθηκαν οι λέξεις, μια πίστη βαθύτερη μπλέχτηκε με τη ζωή την αληθινή. Αλλιώς τι θα σήμαινε εκείνο το “εν ταις πλατείαις και ζητήσω ον ηγάπησεν η ψυχή μου, εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν”.
Θα ‘ναι καλά κρυμμένος μες στην καρδιά μου, κάτω από το μαξιλάρι μου, στο προσκέφαλό μου πλάι. Και μου φτάνει που αυτό που ποτέ δεν θα βρω στο πλάι μου, υπάρχει εκεί έξω και αγρυπνά σαν την αγάπη που δεν αντάμωσες ακόμη και όμως σε προσμένει. Μου φτάνει ο άγγελος που κατοικεί το σαρκίο μου, “πάνινο ανδρείκελο παραγεμισμένο με δεσποινόχορτο και αρτεμησία”, γράφει η Τζένη για να δικαιώσει πέρα ως πέρα την κριτική, όλο αγάπη ματιά του Διονύση Καψάλη όταν γράφει για εκείνη πως δεν ήταν παρά “μυθοποιός λοιπόν και ελευθερώτρια παγιδευμένων φαντασμάτων, νυχτερινή και φεγγαροντυμένη, μυθοποιός που άλλον τέτοιο ή τέτοια δεν έχουμε στην ελληνική ποίηση. Μυθοποιός γιατί μονάχα ο μύθος μπορεί να πλαισιώσει το κακό, να το μιλήσει και να το σκορπίσει στον άνεμο. Όταν το κακό δεν χωράει σε μύθους, τότε νικά, τότε σε κατακυριεύει”.
Ανάμεσα στα όνειρα και τους αγγέλους δεν υπάρχει καμιά διαφορά. Μονάχα μια έκπληξη, μια αποκάλυψη του άλλου κόσμου, κάτι σαν κόκκινο ρούχο, σαν αρρώστια που έρχεται και σαν ταραχή. Χαίρε εσύ, καμπυλότητα του χρόνου και της αίσθησης βαθύτερο νόημα, χαίρε εσύ όνειρο, οξείδιο των ποιημάτων που σου μολύνει την πληγή. Χαίρε εσύ Συναξαριστή και αρχαία ακολουθία μου, παραμύθια της Άγκυρας, φυλλομετρήματα και εμμονές.
Στη Σημείωση που κλείνει τα κείμενα του μαγεμένου αυτού βιβλίου, ενός εγχειριδίου ονείρου που φέρνουν στο φως οι εκδόσεις Άγρα, η Τζένη Μαστοράκη οφείλει ευχαριστίες. Είναι οι άγγελοι της ζωής της, αυτοί που δεν θα ξεδιψούσαν με τον ύπνο της, μήτε που θα έκαναν κακό στην αγάπη της. Όσο για τους άλλους, τους αγγέλους του τρομερού που κοιμούνται για πάντα στις Γραφές, θυμήσου εκείνο που ‘γραψε ο Καμύ. “Δεν είναι παρά σκιάς όναρ, έμμετρα φαντάσματα της ίδιας της φωνής και της άμετρης επιθυμίας μας.”
Η Τζένη Μαστοράκη πέθανε το 2024. Από τότε και κάθε νύχτα, σαν ακουμπώ τις ιστορίες της, άγγελος φαντάζει καβάλα στης νύχτας τη ράχη. Από την αγάπη μου μέσα διαβαίνει, όπως μια ίλη ξαφνικά σαρώνει το καλντερίμι του ερειπωμένου χωριού. Έχει απάνω της το σημάδι και “όλα τα κακά σκορπά”. Όσα την αφορούν καταπιστευμένα βρίσκονται πια μες στους κόλπους της αθωότητας. Στο πορτραίτο της, επίμονα ασπρόμαυρο πια, θυμίζει εκείνο που ‘πε ο Σικελιανός για τις προσωπογραφίες των Φαγιούμ. Και ας πρόκειται για μια φωτογραφία του παρελθόντος, η Τζένη ποζάρει “αναστημένη”. Υδατογραφημένη, κέρινη, προϊόν της εγκαυστικής του χρόνου και των καλύτερων στιγμών της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
