Γράφει ο Αντώνης Τσόκος
Η ποιητική συλλογή του Αριστοτέλη Πιττάρη χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, οι πεζοπορίες και τα ίχνη ζωής που αφήνει πίσω του ο θάνατος γίνονται μικρές, πολύτιμες αποδείξεις ότι τίποτα δεν χάνεται ολοκληρωτικά. Για τον γιο, η ύπαρξη του πατέρα συνεχίζει να επιβεβαιώνεται μέσα από τη μνήμη: σε αντικείμενα, χώρους και στιγμές που κουβαλούν ακόμη το αποτύπωμά του. Ανάμεσά τους, οι μυρωδιές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία — το άρωμα των ρούχων, η γνώριμη οσμή του σπιτιού, η αίσθηση μιας παλιάς συνήθειας — λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Δεν ανακαλούν απλώς αναμνήσεις, αλλά ζωντανεύουν το συναίσθημα της παρουσίας, επιτρέποντας στον πατέρα να «επιστρέφει» για λίγο στη ζωή, όχι ως πραγματικό πρόσωπο, αλλά ως ζωντανή εμπειρία αγάπης που αρνείται να σβήσει.
Μέσα σε αυτή τη σχέση ζωής και απουσίας, γίνεται φανερός ο αέναος κύκλος που συνοψίζεται στην εικόνα της ανατολής και της δύσης. Ό,τι φέρνει η ανατολή, το παίρνει η δύση: η αρχή, η ελπίδα και η δημιουργία παραχωρούν τη θέση τους στη φθορά και στο τέλος, όχι όμως ως άρνηση της ζωής, αλλά ως φυσική ολοκλήρωσή της. Η περατότητα δεν μειώνει την αξία της ύπαρξης· αντίθετα, της προσδίδει νόημα, καθώς κάθε στιγμή αποκτά βαρύτητα ακριβώς επειδή είναι προσωρινή. Ο θάνατος, λοιπόν, δεν ακυρώνει τη ζωή· τη συμπληρώνει, αφήνοντας τη μνήμη και το αποτύπωμα ως τα μοναδικά στοιχεία που αντιστέκονται στη δύση.
Ωστόσο, όταν η φθορά δεν περιορίζεται στον χρόνο αλλά απλώνεται στη φύση και στην κοινωνία, τίποτα δεν μένει αλώβητο. Όταν «σκουριάζει» η φύση, κανένα μέταλλο δεν παραμένει ευγενές. Η σκουριά γίνεται σύμβολο ηθικής και πνευματικής παρακμής, μέσα στην οποία ακόμη και οι πιο πολύτιμες αξίες αλλοιώνονται. Ο ένας πλούτος σκοτώνει τον άλλο: ο υλικός εκτοπίζει τον πνευματικό, η δύναμη καταπνίγει την ανθρωπιά, η απληστία διαβρώνει την αλληλεγγύη. Σε έναν κόσμο όπου η ισορροπία έχει χαθεί, οι αξίες συγκρούονται και αλληλοαναιρούνται, εκτός αν υπάρξει συνειδητή προσπάθεια να προστατευτεί ό,τι παραμένει ουσιαστικά ανθρώπινο.
Μέσα σε αυτή τη διαρκή φθορά, το μέλλον προβάλλει ως κάτι αβέβαιο και μακρινό, σαν ένα γραμμένο χαρτί κλεισμένο σε μπουκάλι που παρασύρεται για χρόνια από τα ρεύματα του χρόνου και της τύχης. Κι όμως, όσο απροσδιόριστο κι αν μοιάζει, κουβαλά ήδη μέσα του λέξεις και αποφάσεις που έχουν γραφτεί στο παρελθόν. Αντί να το διαμορφώνει, συχνά το αποκαλύπτει, φωτίζοντας εκ των υστέρων το νόημα όσων προηγήθηκαν. Έτσι, το μέλλον εμφανίζεται ως υπόσχεση, αλλά συχνά λειτουργεί σαν αντανάκλαση των επιλογών, των λαθών και των φόβων που έχουν ήδη χαράξει τη διαδρομή του πολύ πριν φτάσει στην ακτή του παρόντος.
Γράφει:
Λίμνες
μέσα σε θάλασσα
είμαστε
από το ίδιο υλικό
άλλοτε πιο γλυκό, πιο αλμυρό· πικρό
να επιπλέουμε χάρη σ’ αυτήν
μα και παλεύοντας την
ισχυρη δυσκολοδιάβατη μεμβράνη
που μας χωρίζει
από τον κόσμο
τους άλλους
από εμάς.
Νερό μέσα στο νερό, λίμνη μέσα στη θάλασσα· γλυκό νερό που συναντά το αλμυρό, αλληλοσυμπληρούμενα αλλά και διαφορετικά, σαν δύο αισθήσεις που αγγίζονται και φαινομενικά συγχωνεύονται, ενώ στην πραγματικότητα η μία προσπαθεί να επιβάλει τη σύστασή της στην άλλη.
Από το ίδιο υλικό είμαστε φτιαγμένοι όλοι· ίδια ουσία. Κι όμως, κάθε συνάντηση με άλλα υλικά — με άλλους ανθρώπους, εμπειρίες, συναισθήματα — αλλάζει τη σύστασή μας. Η ζωή μοιάζει με ανάμειξη νερών, όπου η ταυτότητά μας διατηρεί τον πυρήνα της, αλλά διαρκώς διαμορφώνεται από ό,τι συναντά στον δρόμο της.
Στην δεύτερη ενότητα με τίτλο «Κάπου εντός” η πατρίδα ράβει στολές και σύνορα», η πραγματικότητα παρουσιάζεται σκοτεινή και απειλητική. Η θάλασσα χάνει την αθωότητά της, ενώ τα δέντρα δεν προσφέρουν σκιά, αλλά παράγουν φωτιά, συμβολίζοντας τον πόνο και την καταστροφή. Ο θάνατος παραμονεύει αδιάκοπα, σαν τη μέλισσα που περιμένει πάνω στο λουλούδι. Η σάρκα βιώνει τη μοναξιά του ενικού αριθμού, ενώ ο κόσμος μοιάζει με άδειο δωμάτιο. Το σύνολο δημιουργεί μια αίσθηση αποξένωσης, φόβου και εσωτερικής έντασης.
Στο τρίτο μέρος της συλλογής με τίτλο “κάποιοι εντός”ο ποιητής αφήνει τον κόσμο να περάσει και κλείνει την πόρτα πίσω του, όχι από φόβο, αλλά από ανάγκη να γνωρίσει τι υπάρχει έξω από τα όρια του γνώριμου κόσμου. Ζούμε συχνά εγκλωβισμένοι στα συντρίμμια των προγόνων μας, στις ιδέες, τα λάθη και τις προσδοκίες που μας κληροδότησαν, χωρίς να τα έχουμε επιλέξει συνειδητά. Μέσα σε αυτό το βάρος της ιστορίας προσπαθούμε να αναπνεύσουμε, να καταλάβουμε ποιοι είμαστε πραγματικά και να χαράξουμε τη δική μας πορεία. Αναζητούμε γραμμές διαφυγής, μικρά ή μεγάλα ανοίγματα που θα μας επιτρέψουν να ξεφύγουμε από ό,τι μας περιορίζει και να αντικρίσουμε έναν κόσμο διαφορετικό, πιο ελεύθερο και πιο αληθινό.
Γράφει:
Το σώμα σου χαλαρό
ξάπλωνε πλάι
στο δικό μου
Σαν δυο ποιήματα
αντικριστα
μες σ’ ανοιχτό βιβλίο
Πότε θα κλείσει;
Πότε;
Το σώμα του έρωτα παρουσιάζεται ως ποίημα, άλλοτε ανοιχτού και άλλοτε κλειστού βιβλίου. Η αγάπη παρηγορεί και παρηγοριέται μ’ ένα άγγιγμα, μ’ ένα φιλί που ταξιδεύει. Ο έρωτας κινεί τον άνεμο. Η απουσία οργώνει τα χωράφια για τις επόμενες σπορές.
Γράφει:
Έστεκα καιρό κι αγνάντευα την ήρεμη θάλασσα
ώσπου ξεκίνησα κυκλωτικά να περπατήσω το ακρογιάλι
κι έφτασα εκεί απ’ όπου κάποτε είχα φύγει
Με πόση πίκρα έκλεισε ο κύκλος
της περιορισμένης εκείνη θάλασσας
Η διαδρομή αυτής της συλλογής επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στο νερό. Από τη μνήμη του πατέρα έως τη φθορά του κόσμου, από τα σύνορα που ράβονται εντός μας έως τις γραμμές διαφυγής του έρωτα, οι στίχοι του Αριστοτέλη Πιττάρη μας θυμίζουν ότι η ταυτότητα δεν είναι σταθερό σχήμα, αλλά ρεύμα.
Τίποτα εδώ δεν χάνεται πραγματικά· μετασχηματίζεται. Ο θάνατος γίνεται μνήμη, η απουσία γίνεται ίχνος, η βία του κόσμου γίνεται ανάγκη για σιωπή. Και όταν όλα μοιάζουν να σκουριάζουν ο ποιητής αφήνει ανοιχτό ένα πέρασμα: το σώμα, τον έρωτα, τη συνάντηση ως πράξη αντίστασης. Εκεί όπου δύο υπάρξεις ακουμπούν, έξω από σύνορα και κληρονομημένα ερείπια, γεννιέται μια δυνατότητα ελευθερίας.

