Το σώμα ως πεδίο εξουσίας και αλλοτρίωσης: Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα

Σελίδες: 72 
Σχήμα: 14 x 21 εκ.
 ISBN: 9786180710984
Έτος έκδοσης: 2025

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Η νουβέλα της Έρσης Σωτηροπούλου Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (Πατάκης, 2025, ISBN: 978-618-07-1259-9), που πρωτοεκδόθηκε το 1982, αποτελεί ένα τολμηρό δείγμα της νεοελληνικής πεζογραφίας με έντονα μεταμοντέρνα χαρακτηριστικά. Με την ανατρεπτική της γραφή, αποδομεί την επίπλαστη ευφορία και τον κοινωνικό συντηρητισμό της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, φωτίζοντας τις μορφές εξουσίας που διαμορφώνουν τόσο τη δημόσια ζωή όσο και τις πιο προσωπικές σχέσεις.

Η αφήγηση ξεκινά σαν μια συνηθισμένη εκδρομή για το τριήμερο της 28ης Οκτωβρίου, αλλά σύντομα μετατρέπεται σε μια εφιαλτική περιπλάνηση στην αλλοτρίωση, την έμφυλη υποταγή και την υπαρξιακή αποσύνθεση. Το γκροτέσκο, το παράλογο και το ποιητικό συνυπάρχουν σε έναν κόσμο όπου οι συμβάσεις της καθημερινότητας καταρρέουν και οι προσδοκίες του αναγνώστη ανατρέπονται διαρκώς. Η επανέκδοση του έργου προσφέρει την ευκαιρία να αναδειχθεί εκ νέου η δύναμη και η ιδιαιτερότητα αυτής της νουβέλας.

Ο τίτλος, Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα, θεμελιώνεται σε μια ειρωνική αντίθεση. Η λέξη «εορταστικό» παραπέμπει στην αναψυχή και τη συλλογική ευφορία, ενώ η αναφορά στα Γιάννενα ενεργοποιεί ιστορικούς, λαογραφικούς και ρομαντικούς συνειρμούς. Στην αφήγηση, ωστόσο, το τριήμερο δεν προσφέρει χαλάρωση ή ελευθερία. Η διαμονή στο παρακμιακό ξενοδοχείο μετατρέπεται σε εμπειρία εγκλωβισμού, ενώ η εθνική επέτειος περιορίζεται σε τυπικά σύμβολα και τελετουργίες −παρελάσεις, σημαίες και εμβατήρια− που αντιπαραβάλλονται με την ιδιωτική φρίκη και τη σωματική αποδιοργάνωση.

Το σκηνικό ενισχύει αυτή την αίσθηση ασφυξίας. Η ψιλή βροχή, τα σκοτεινά αδιέξοδα, η απειλητική λίμνη, τα βρώμικα σοκάκια της παλιάς τουρκικής συνοικίας και τα αποπνικτικά δωμάτια του ξενοδοχείου «Εσπέρια» συνθέτουν ένα τοπίο σχεδόν εξπρεσιονιστικό. Ο χώρος δεν λειτουργεί ως ουδέτερο φόντο, αλλά αντανακλά τη συναισθηματική νέκρωση των προσώπων. Ακόμη και τα καθημερινά αντικείμενα −οι τσαλακωμένες σημαίες, οι φτηνές νάιλον κάλτσες, τα κατσαριδοκτόνα και τα σύνεργα γυαλίσματος παπουτσιών− αποκτούν παράξενη, σχεδόν απειλητική παρουσία.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ανήκει σε μια γυναίκα που έχει εργαστεί ως πλύντρια πιάτων σε επαρχιακό εστιατόριο στον δρόμο Αγρινίου–Ιωαννίνων. Η φωνή της χαρακτηρίζεται από μια παράδοξη απάθεια: δεν αντιδρά στη βία ούτε εκπλήσσεται από τις αλλόκοτες μεταβολές που υφίσταται το σώμα της. Η στάση της μπορεί να διαβαστεί ως άμυνα απέναντι σε έναν κόσμο που την αντιμετωπίζει ως αντικείμενο χρήσης. Ο κοφτός, παρατακτικός ρυθμός, οι εσωτερικοί μονόλογοι και οι παράλογοι διάλογοι ενισχύουν την αίσθηση αποξένωσης και επικοινωνιακού αδιεξόδου.

Η κριτική της συγγραφέα στρέφεται και προς τα σύμβολα του εθνικοχριστιανικού τριπτύχου «Πατρίς–Θρησκεία–Οικογένεια». Η παρέλαση, τα φθαρμένα εθνικά σύμβολα και η διάχυτη βία στους δρόμους και στους ιδιωτικούς χώρους δεν αποτελούν απλώς στοιχεία της εποχής. Συγκροτούν ένα πλέγμα εξουσίας που διαπερνά τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο, αναπαράγοντας ιεραρχίες και περιορισμούς.

Σημαντικές είναι και οι διακειμενικές αναφορές. Η επίμονη προσφώνηση του άντρα συνοδού ως «Ροβινσώνα» δημιουργεί συνειρμούς με τον Ροβινσώνα Κρούσο του Daniel Defoe, αλλά αποκτά εδώ σκοτεινή σημασία. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου μοιάζει με έρημο νησί συναισθηματικής αιχμαλωσίας, όπου η επικοινωνία έχει ουσιαστικά καταργηθεί −χαρακτηριστικά, στην προσφώνηση «Ροβινσώνα» εκείνος απαντά «Σκάσε» (σ.30). Η ανάμνηση μιας παλιάς είδησης για έναν δολοφόνο με το ίδιο όνομα ενισχύει επιπλέον τη σύνδεσή του με την απειλή και τη βία.

Σημαντικές αναλογίες παρουσιάζει η νουβέλα με τη Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα. Η αλλοίωση του γυναικείου σώματος, η μετατροπή του σε μια αλλόκοτη, σχεδόν μη ανθρώπινη ύπαρξη και η ψυχρή αποδοχή αυτής της κατάστασης από την ηρωίδα παραπέμπουν στον καφκικό κόσμο, όπου η σωματική μεταμόρφωση συνδέεται με την αποξένωση και τη διατάραξη της ανθρώπινης ταυτότητας. Στη Σωτηροπούλου, ωστόσο, η παραμόρφωση του σώματος αποκτά ιδιαίτερα έμφυλη διάσταση, καθώς συνδέεται με τη βία και την υποταγή της γυναίκας, ενώ η παράδοξη εξέλιξή της αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας αμφίσημης διαφυγής.

Ο σουρεαλισμός στη νουβέλα δεν αποτελεί απλώς αισθητικό τέχνασμα, αλλά λειτουργεί ως μέσο ρήξης με τον αστικό ρεαλισμό. Κατά τη διαδρομή προς τα Γιάννενα και κατά τη διαμονή εκεί, η λογική της καθημερινής εμπειρίας υποχωρεί, ενώ τα όρια ανάμεσα στο όνειρο, την παραίσθηση και την πραγματικότητα γίνονται δυσδιάκριτα. Το τοπίο μετατρέπεται σε αντανάκλαση της εσωτερικής κατάστασης της ηρωίδας, ενώ η παραμόρφωση και η υπερβολή προσδίδουν στη βία και την επιθυμία γκροτέσκα, ακόμη και κανιβαλική διάσταση. Παράλληλα, η συνύπαρξη του χιούμορ με το μακάβριο και το απωθητικό ανατρέπει τις συμβατικές ρομαντικές προσδοκίες και αποσταθεροποιεί την οικεία αντίληψη της πραγματικότητας.

Η γλώσσα της Σωτηροπούλου κινείται ανάμεσα στην ωμή προφορικότητα και την ποιητική ακρίβεια. Οι χυδαίες ή αγοραίες εκφράσεις («του κώλου», «μουνί», «κωλοξενοδοχείο») αποδίδουν την τραχύτητα των σχέσεων και του περιβάλλοντος, ενώ ξαφνικά παρεμβάλλονται εικόνες υψηλής αισθητικής επεξεργασίας, όπως «το απαλό γαλάζιο φως», το δέρμα που «ιρίδιζε σαν φτέρωμα νερόκοτας» ή οι γωνίες του δωματίου που ήταν «κάτασπρες, ένα άσπρο από πέτσα γιαουρτιού». Η εναλλαγή αυτή δημιουργεί ένα ύφος κυνικό και εφιαλτικό, αλλά ταυτόχρονα λυρικό.

Τα εκφραστικά μέσα υπηρετούν την ίδια ανατρεπτική λειτουργία. Η παρομοίωση με το σκιάχτρο συμπυκνώνει την παραίτηση της αφηγήτριας και την αίσθηση ότι η ίδια είναι αναλώσιμη:

«Εγώ αισθανόμουν περίπου σαν σκιάχτρο. Ήξερα ότι σε λίγο θα ‘μενε μόνο ο πάσσαλος που με στήριζε αλλά η ιστορία δεν με αφορούσε. Ήμουν ευχαριστημένη επειδή ο πάσσαλος θα έμενε μπηγμένος γερά στο χωράφι, επειδή τα πουλιά είχαν χορτάσει για καλά κι έπειτα αργά ή γρήγορα κάποιο άλλο σκιάχτρο θα με αντικαθιστούσε. Ήμουν ακόμα ευχαριστημένη για ένα σωρό άλλα άσχετα πράγματα. Που δεν έπλενα πιάτα στο εστιατόριο παραδείγματος χάρη. Ή που είχα δει τα Γιάννενα τέλος πάντων» (σ. 44).

Η σωματική φρίκη κορυφώνεται στις σκηνές όπου ο άντρας μεταμορφώνεται σε αλλόκοτο ον και καταβροχθίζει τη σάρκα της γυναίκας. Η λεπτομερής, σχεδόν κλινική περιγραφή αντιπαραβάλλεται με την ψυχρή στάση της αφηγήτριας:

«Ένα κοκκινωπό λειρί ξεπηδούσε σαν μικρή λόγχη μέσα από τις τρίχες. Τρώει το μουνί μου, σκέφτηκα. Είδα ότι η κλειτορίδα μου ήταν ροζ κι ασχημάτιστη όπως έπρεπε να είναι η γλώσσα ενός εμβρύου. Από τον τρόπο που έτρωγε κατάλαβα ότι είχε σκοπό να την αφήσει για το τέλος. Ξέσχισε τα μεγάλα χείλη, ύστερα τα μικρά, τα χώρισε μεταξύ τους και τα κατάπιε μ’ ένα ρούφηγμα» (σ. 45).

Η ειρωνεία, που διατρέχει ολόκληρη τη νουβέλα, γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στον τρόπο με τον οποίο η ηρωίδα σχολιάζει την εκδρομή της. Η φράση «Σπουδαία η εκδρομή στα Γιάννενα» αντιπαραθέτει την προσδοκία μιας ευχάριστης απόδρασης με την εμπειρία της εγκατάλειψης και της απομόνωσης:

«Γλίστρησα πιο βαθιά κάτω από τα σκεπάσματα και προσπάθησα να κοιμηθώ πάλι. Τα παντζούρια είχαν μείνει ανοιχτά κι από το παράθυρο έμπαινε τώρα ένα φως αμυδρό και σαλιωμένο. Σπουδαία η εκδρομή στα Γιάννενα, σκέφτηκα» (σ. 14).

Αντίστοιχα, οι οπτικές και κινητικές εικόνες μετατρέπουν τον ακρωτηριασμό σε μια αλλόκοτη εμπειρία ελευθερίας. Όταν η ηρωίδα χάνει μεγάλο μέρος του σώματός της, αποκτά την ικανότητα να αιωρείται και να πετά πάνω από τις σκάλες του ξενοδοχείου:

«Ήμουνα μετέωρη τώρα. Άρχισα να πετάω χαμηλά πάνω από τα σκαλιά. Στον πρώτο όροφο στάθηκα ένα λεπτό ν’ αφουγκραστώ. […] Ξεκίνησα πάλι και πέταξα χωρίς στάση μέχρι τον τρίτο όροφο. Διέσχισα τον διάδρομο χτυπώντας δεξιά αριστερά όπως κάνουν οι νυχτερίδες. Παρίστανα τη ζαλισμένη […] Η γυναίκα χαρταετός, σκέφτηκα. Θα μπορούσα να βρω δουλειά σ’ ένα τσίρκο» (σσ. 58–59).

Η εικόνα της «γυναίκας χαρταετού» συμπυκνώνει την αμφισημία της μεταμόρφωσης: η απώλεια και η βία δεν παύουν να είναι οδυνηρές, αλλά ανοίγουν ταυτόχρονα μια παράδοξη δυνατότητα διαφυγής. Οι κοφτοί, επαναλαμβανόμενοι διάλογοι εντείνουν το αίσθημα του παραλόγου και της αδυναμίας ουσιαστικής επικοινωνίας. Προς το τέλος, η φράση «Έχω σώμα, σκέφτηκα πάλι» (σ.62) σηματοδοτεί μια νέα μεταβολή. Η ηρωίδα ανακτά το σώμα της, χωρίς αυτό να συνεπάγεται μια απλή ή οριστική λύτρωση. Η σχέση με τον σύντροφό της παραμένει αντιφατική και η προοπτική μιας νέας απόδρασης, αυτή τη φορά προς τη Θεσσαλονίκη, αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της πραγματικής χειραφέτησης.

Το Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα συνθέτει μια αιχμηρή ανατομία των ανθρώπινων σχέσεων, της έμφυλης βίας και της αλλοτρίωσης. Με την αναμέτρηση του ωμού ρεαλισμού με το γκροτέσκο και το σουρεαλιστικό, η Σωτηροπούλου αποκαλύπτει τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που διακηρύσσει συλλογικές αξίες, ενώ αναπαράγει την υποταγή στην ιδιωτική ζωή. Η δύναμη της νουβέλας βρίσκεται ακριβώς στην αμφισημία της: το σώμα γίνεται ταυτόχρονα πεδίο επιβολής, μέσο έκφρασης της αλλοτρίωσης και πιθανός τόπος διαφυγής, χωρίς η απελευθέρωση να παρουσιάζεται ως εύκολη ή οριστική κατάκτηση.