Γράφει ο Γιώργος Γλυκοφρύδης
Η κινηματογραφική ταινία Με την Λάμψη στα Μάτια είναι χωρίς χρόνο και χωρίς τόπο.
Γυρίστηκε το 1965 στην κωμόπολη του Πέτα, (ο Πέτας, έως το 1989), στην περιφερειακή κοινότητα Άρτας, στον νομό Ιωαννίνων. Οι τότε 2.500 κάτοικοι του Πέτα, εκτός της συμμετοχής τους στην ταινία, (άμισθοι ακούραστοι κομπάρσοι), συνέβαλαν στα γυρίσματα ενεργά και ουσιαστικά, ως (επίσης άμισθο) set παραγωγής. Χωρίς αυτούς η ταινία δεν θα υπήρχε.
Το 2010 το Πέτα ορίστηκε ως έδρα του δήμου Νικολάου Σκουφά. Και σύμφωνα με το πρόγραμμα Καλλικράτης και την τροποποίησή του Κλεισθένης Ι, μαζί με τον Άγιο Δημήτριο, την Αμφιθέα, τους Άνω Αγίους Αναργύρους, το Κλειστό, το Νεοχωράκι και το Πουρνάρι, αποτελούν την κοινότητα Πέτα, που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Πέτα του Δήμου Νικολάου Σκουφά και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είχε πληθυσμό 4.105 κατοίκους (ως κοινότητα) και 1.563 (ως οικισμός).
Βόρεια του Πέτα, κοντά στον οικισμό Πουρνάρι, σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων, το 1981, χτίστηκε το υδροηλεκτρικό φράγμα της ομώνυμης τεχνητής λίμνης, που συγκρατεί τα νερά του ποταμού Άραχθου. Αποτελεί, μετά το φράγμα του Μόρνου, το μεγαλύτερο φράγμα στην Ελλάδα και το δεύτερο στα Βαλκάνια.
Οι γειτονιές και οι τόποι του Πέτα του 1961, όπου γυρίστηκε το Με την Λάμψη στα Μάτια, υπάρχουν πια μόνο στην ταινία.
Και εδώ θα σταθούμε στο Ιστορικό background της ταινίας:
Το 1944 οι Γερμανοί είχαν ξεκινήσει την υποχώρηση από την Ελλάδα.
–
«Εγώ λέω άμα τελειώσει ο πόλεμος, να πας να σπουδάσεις.» λέει ο Δημητρός (Γιώργος Φούντας) στον Νικολό (Γιάννης Φέρτης) σε μία από τις σκηνές της σκηνικής ενότητας του σχολείου.
«Πότε θα τελειώσει…»
«Δεν θ’ αργήσει. Τους έχουν στριμώξει από παντού.»
–
«…δε μάθατε τι έγινε στα Καλάβρυτα… Στο Δίστομο…» λέει ανάμεσα σε άλλα ο παπάς (Θόδωρος Έξαρχος) στον Μάνθο (Λαυρέντης Διανέλλος) και στους υπόλοιπους της μικρής ομάδας, σε μία σκηνή στην εκκλησία.
–
«Ξεχάσατε πως μεθαύριο είναι τα γενέθλια του Φύρερ;» ρωτά ο Γερμανός Διοικητής (Ζώρας Τσάπελης) τον διερμηνέα (Κώστας Σταμάτης) σε μία σκηνή της σκηνικής ενότητας της συνάντησης του παπά, του δάσκαλου (Γιώργος Ρώης), και του προέδρου (Γιάννης Κουνάδης), του χωριού, με τον Γερμανό Διοικητή.
–
Η Μεραρχία Έντελβαϊς, σταθμευμένη στα Γιάννενα από την αρχή της Κατοχής, τώρα πια, το 1944, καθώς η ναζιστική Γερμανία υποχωρεί σχεδόν άτακτα σχεδόν σε πανικό, χάνοντας αργά αλλά σταθερά τον πόλεμο σε όσα μέτωπα έχει ανοίξει, αφήνει πίσω της “καμένη γη”. Συνειδητή τακτική εκδίκησης του Ναζισμού. Ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ στήνουν αδυσώπητες ενέδρες σε όλη την Ήπειρο, δημιουργώντας μία εφιαλτική αβίωτη καθημερινότητα για την Wehrmacht, στο παραμικρό. Είτε για έναν τυχαία απομονωμένο Γερμανό στρατιώτη, είτε για έναν λόχο ολόκληρο.
Έτσι, πιθανόν, ο 1ος Λόχος Ορεινών της Μεραρχίας Έντελβαϊς είχε κινηθεί από την Άρτα προς το Πέτα για εκκαθαριστική επιχείρηση, καθώς υπήρχαν σοβαρές αναφορές ότι στην περιοχή υπήρχαν σταθερά στρατοπεδευμένες αντάρτικες ομάδες του ΕΛΑΣ, μιας και ο ΕΔΕΣ είχε αποσυρθεί βορειότερα προς Θεσπρωτία. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες και τοπικές αναφορές, ομάδα του ΕΛΑΣ έστησε ενέδρα στις όχθες του Άραχθου καθώς γνώριζε πως εκεί σταθμεύουν γερμανικά στρατεύματα για ανεφοδιασμό και ανάπαυση, και επιτέθηκε. Πιθανότατα στις 17 ή 18 Απριλίου 1944. Οι Γερμανοί απάντησαν με εμπρησμούς στο Πέτα, στο Ραδοβίζι και στην Φιλοθέη, χωρίς όμως μαζικές εκτελέσεις κατοίκων. Πιθανόν γιατί δεν προλάβαιναν καθώς βιάζονταν να εξαφανιστούν, όσοι είχαν μείνει, προς Κλεισούρα.
Έτσι, αν διαβάσουμε την ταινία Ιστορικά, έστω με διόλου διασταυρωμένα Ιστορικά γεγονότα αλλά μόνο συμπερασματικά από τους διαλόγους του σεναρίου και από ό,τι εικονιζόμενο, καταλήγουμε στο Ιστορικά αυθαίρετο ημερολόγιο:
15 Απρ.: Κίνηση γερμανικής φάλαγγας από Άρτα.
16 Απρ.: Επαφή με αντάρτες κοντά στην Φιλοθέη.
17–18 Απρ.: Ενέδρα του ΕΛΑΣ στον Άραχθο.
19 Απρ.: Εμπρησμοί.
20 Απρ.: Αναχώρηση προς Κλεισούρα, παραμονή γενεθλίων Χίτλερ.
Και συνεχίζοντας: Η αναφορά στην ταινία, στην Σφαγή του Διστόμου, Ιστορικά είναι λάθος. Η ταινία (συμπερασματικά) συμβαίνει τον Απρίλιο του ’44 ενώ η Σφαγή του Διστόμου συνέβη τον Ιούνιο του ’44.
Μα τι γίνεται; Το Με την Λάμψη στα Μάτια δεν ξέρει Ιστορία; Όχι, το ανάποδο, ξέρει πολύ καλά Ιστορία και μιλά γι’ αυτή με αυτήν.
Το Με την Λάμψη στα Μάτια είναι χωρίς χρόνο και χωρίς τόπο. Το Πέτα δεν υπάρχει. Το Πέτα είναι η Ελλάδα στην Κατοχή. Η Κατοχή σε μία αφήγηση.
Μπρεχτικό. Αγγελοπουλικό.
Τα Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων συνέβη τον Δεκέμβριο του 1943.
Η Σφαγή του Διστόμου τον Ιούνιο του 1944.
Η Σφαγή του Κομμένου τον Αύγουστο του 1943.
Η Καταστροφή των Ανωγείων τον Αύγουστο του 1944.
Η Καταστροφή της Καντάνου τον Ιούνιο του 1941.
Η μάχη του Πέτα τον Οκτώβριο του 1943.
Οι χρονικοί δείκτες αλληλοσυγκρούονται. Δεν πρόκειται για λάθος σεναρίου. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Το συνθετικό δράμα.
Η λογική των ομαδικών αντιποίνων, ο Φασισμός, ο Ναζισμός, ο τρόμος, η θηριωδία, η μνήμη. Τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, το Κομμένο, τ’ Ανώγεια, η Κάντανος. Οι εκατοντάδες εκτελέσεις και καταστροφές και ολοκαυτώματα σε όλη την Ελλάδα.
Η ταινία γυρίστηκε το 1964, μόλις 20 χρόνια μετά την Κατοχή. Για εμένα που γεννήθηκα το 1964, τα “Καλάβρυτα” και το “Δίστομο” είναι Ιστορία. Για τον πατέρα μου ως σκηνοθέτη (και για τους άλλους συντελεστές της ταινίας) αλλά και για τους κατοίκους του Πέτα που έπαιξαν ως κομπάρσοι, αυτά ήταν ακόμη ζωντανές προσωπικές μνήμες. Των ναζί, των εκτελέσεων, των ομήρων, των καμένων χωριών. Γι’ αυτό η ταινία έχει αυτή τη βαριά αίσθηση αυθεντικότητας που δύσκολα συναντάς σήμερα.
Ας πάμε λίγο ψηλότερα, στην κληρονομένη τέχνη:
- στην Ιφιγένεια ο Αγαμέμνονας πρέπει να θυσιάσει το παιδί του.
- στην Αντιγόνη οι αξίες και τα συναισθήματα βρίσκονται σε πλήρη σύγκρουση.
- στον Οιδίποδα το ερώτημα δεν είναι «τι θα συμβεί» αλλά «πώς θ’ αντέξεις την αλήθεια».
Στο Με τη Λάμψη στα Μάτια το ερώτημα είναι: «Αν μπορούσες να σώσεις μόνο έναν από τους τρεις γιους σου, ποιον θα διάλεγες;» Και η τραγικότητα βρίσκεται στο ότι δεν υπάρχει σωστή απάντηση.
Όποιον κι αν διαλέξει:
- προδίδει τους άλλους δύο,
- καταδικάζει τον εαυτό του,
- κουβαλά την ενοχή για πάντα.
Αυτό είναι δομή αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας. Θα μπορούσε να συμβαίνει στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στην Κάντανο, στ’ Ανώγεια, στο Πέτα. Δεν αλλάζει τίποτα. Το πραγματικό θέμα δεν είναι το γεγονός. Είναι η θυσία. Ο Γερμανός διοικητής, ως θυμωμένος Θεός βασιλιάς που οι θνητοί παράκουσαν τις αξίες και τι εντολές του, προσφέρει έλεος. Άλλωστε έλεος του ζητούν. Αλλά το έλεος που προσφέρει είναι τιμωρία. Αν εκτελούσε και τους τρεις γιούς, ο πατέρας θα ήταν θύμα. Ζητώντας του να επιλέξει έναν από τους τρεις, τον μετατρέπει σε συμμετέχοντα στην καταστροφή. Και του χαρίζει αιώνια τυραννία από τις τύψεις αν τελικά επιλέξει.
Στο τέλος, μην καταφέρνοντας να διαλέξει, (ποιος θα κατάφερνε, αλήθεια, ιδίως στο σκηνικό της τελευταίας σκηνής), πεθαίνει με την λάμψη μιας καρδιακής προσβολής, στα μάτια. Μια βαρκούλα διασχίζει την όχθη με τους εκτελεσμένους, να κουβαλήσει τις ψυχές. Και δεν εμφανίζεται καμία Θεά Δήμητρα να μεταμορφώσει τους γιούς του και τον ίδιο σε ελάφια να τρέξουν να φύγουν να γλυτώσουν.
Άλλωστε, η μέγιστη Ελληνική τραγωδία της Κατοχής, ήταν πως η θυσία για την πατρίδα ήταν το απαράβατο τέλος και η εξ αρχής συνθήκη. Δεν ξέρω αν θυμάστε την ιστορία των οχυρών του Ρούπελ και το τέλος τους…
Ας δούμε και δυο τρία άλλα σημαντικά πράγματα:
Το πρώτο δραματουργικό κλειδί της ταινίας· του κακού γεγονότος που κανείς δεν ξέρει γιατί συνέβη, (ο Θεός το παρήγγειλε; Μα γιατί; Γιατί δεν έχει γιατί στις αποφάσεις του Θεού. «Βρε κακό που μας βρήκε.» λέει ο παπάς και οι χωρικοί. Ήρθε και τους βρήκε. Τέλος. Χωρίς γιατί.) που εξυπηρετεί τον ανείπωτο φασισμό που οδηγεί στο δεύτερο δραματουργικό κλειδί της ταινίας, την θανατική καταδίκη τριών αδερφών ίδιου πατέρα, (ο Θεός τιμωρεί; Ποιους; Τους αθώους; Μα αυτός ο πατέρας που ο Θεός του πήρε και τους τρεις γιους, είναι αθώος; Στην υπόλοιπη ταινία κάνει πράγματα που οι αθώοι δεν κάνουν…) και χτίζει τα θεμέλια σεναρίου αρχαίας τραγωδίας, μιας που αυτός ή αυτή ή αυτό, (ήμαστε σε σενάριο αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, η μεταφυσική επιτρέπεται), που είναι σκαρφαλωμένο στο δέντρο και σκοτώνει από μακριά πισώπλατα έναν στρατιώτη την στιγμή που πίνει νερό, (η απόλυτη αμαρτία), και, το πλήρως αντιπολεμικό για οποιονδήποτε λόγο, πολέμου, “μήνυμα” της ταινίας, και κατά της οποιασδήποτε για οποιονδήποτε λόγο, βίας, “μήνυμα” της ταινίας, στα επίπεδα του “πόλεμος πατήρ πάντων”, “βία πατήρ πάντων”.
Ο σκαρφαλωμένος στο δέντρο που σκοτώνει τον στρατιώτη επί της ουσίας δεν υπάρχει. Κάτι στιγμιαίο συμβαίνει, (τέσσερα πολύ μικρής διάρκειας πλάνα), κάπου στα γύρω του ποταμού φυλλώματα και χωράφια, σχεδόν ταυτόχρονα με τον πυροβολισμό ή αμέσως μετά, κι ο στρατιώτης πέφτει νεκρός, κι οι χωρικοί φεύγουν φοβισμένοι. Κάποιος, ενώ ο στρατιώτης ήδη πλέει νεκρός, σε στιγμιαίο μόλις αντιληπτό πλάνο, κατεβαίνει από ένα δέντρο; Ο ίδιος που πριν είχε κάνει μια χειρονομία να καθαρίσει κάτι κλαδιά από μπροστά του; Ήταν αυτός πάνω στο δέντρο; Μπορεί.
Ένας αντάρτης ή ένας χωρικός, σκότωσαν πισώπλατα έναν στρατιώτη την στιγμή που πίνει νερό; Μπορεί.
Και λίγο σινεμά:
Το Με Τη Λάμψη Στα Μάτια έχει 6 σκηνικές ενότητες που είναι ή οράματα ή όνειρα. Και τα 6 είναι αποτέλεσμα μνήμης του ήρωα. Του πατέρα. Τα 3 οράματα είναι 3 σκηνικές ενότητες στην ίδια δραματουργική ενότητα, που είναι δράση των ηρώων στον ίδιο χώρο αλλά σε άλλο χρόνο. Διαχωριστική γραμμή του όποτε των σκηνικών ενοτήτων είναι το βλέμμα και το πρόσωπο του πατέρα. “Με τη λάμψη στα μάτια.” Το ίδιο που έχει όταν πεθαίνει ανάσκελα στην τελευταία σκηνή της εκτέλεσης.
Τα 3 όνειρα είναι 3 σκηνικές ενότητες σε διαφορετική δραματουργική ενότητα, που είναι δράση των ηρώων σε άλλο χώρο και σε άλλο χρόνο. Διαχωριστική γραμμή του όποτε και του όπου αυτών των σκηνικών ενοτήτων είναι το γυαλιστερό ή θαμπό ή γκρι ματ ασπρόμαυρο στην φωτογράφιση.
Στο Με την Λάμψη στα Μάτια η επιλογή της δομής της αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας δεν κρύβεται. Από την αρχή. Θα μπορούσα να την καταδείξω σε κάθε σκηνή, σε όλες, μία προς μία, είτε σκηνικά είτε δραματουργικά, είτε και τα δύο. Ίσως αυτός να είναι κι ο λόγος που διατηρεί την αξία της εξήντα χρόνια μετά. Οι λεπτομέρειες της Κατοχής ανήκουν στην Ιστορία. Το ερώτημα «ποιον απ’ τους τρεις» ανήκει στην ανθρώπινη υπόσταση. Δεν γερνά ποτέ._

