
Αφήγημα με γαλλικό τίτλο
και άρωμα πυρίτιδας
[…στα ηχεία Stuck In The Middle With You…]
Όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι. Θέλω να πω με ένα δυνατό φρενάρισμα, μερικά σπασμένα γυαλιά, μια γυναικεία κραυγή και ύστερα σιωπή. Αυτός ήταν και ο τρόπος που όλα τέλειωσαν. Ευθύς αμέσως όλοι όσοι είχαν σταματήσει, συνέχισαν, σαν κάποιος να ‘δωσε το αναγκαίο σήμα και ο χρόνος πήρε πάλι να μετρά. Σε λίγα λεπτά ένα ασθενοφόρο φάνηκε στη διασταύρωση. Σταμάτησε ακριβώς εκεί που είχε συμβεί το ατύχημα. Οι διασώστες τύλιξαν το θύμα και ένα συνεργείο του δήμου καθάρισε το σημείο. Σε λίγη ώρα ο δρόμος είχε δοθεί και πάλι στην κυκλοφορία. Ένας τροχονόμος μερίμνησε για να ομαλοποιηθεί η κατάσταση και λίγο μετά απομακρύνθηκε.
Στο μεταξύ ο Λιου παρέμενε σκεπασμένος με μια παλιά λινάτσα στο φορείο του ασθενοφόρου. Όλα είχαν τελειώσει τόσο αναπάντεχα σκεφτόταν ο ίδιος που είχε στρογγυλοκαθίσει στο κάθισμα του ασθενοφόρου. Κοιτούσε το σώμα που μέχρι πριν από λίγο ήταν δικό του. Τόση προσπάθεια για τις ουλές, οι περιποιήσεις όλες στράφι κάτω από τη βρώμικη λινάτσα. Σίγουρα θα ‘χει σκεπάσει νεκρούς και νεκρούς, είπε μονάχος του και το πνεύμα του ανατρίχιασε. Βλέπετε και οι νεκροί ανατριχιάζουν και μοιράζονται τούτον εδώ τον κόσμο μαζί μας δίχως να το υποψιαζόμαστε.
Στο νοσοκομείο πήραν το φορείο και κατευθύνθηκαν στα υπόγεια. Η αλήθεια είναι πως γινόταν αληθινός χαμός. Κάθε τόσο κάτι επείγον συνέβαινε και ολόκληρο το προσωπικό ενεργούσε μα αναστάτωση. Έπειτα πάλι όλα επέστρεφαν στη γνώριμη κατάσταση. Το νοσοκομείο διανυκτερεύει και μπορείς στο θάλαμο των επειγόντων να γίνεις μάρτυρας κάθε απίθανης ιστορίας. Κάθισε και εκείνος δίχως κανείς να του δίνει σημασία. Στην αρχή πειράχτηκε μα έπειτα θυμήθηκε πως είχε πέσει θύμα τροχαίου. Και μάλιστα ήταν από ώρα πια νεκρός. Τι εύκολα που όλα αποδείχτηκε πως ήταν τελικά όνειρο απ’τ ‘όνειρο και πάλι τίποτε.
Ένας τύπος ντυμένος με ρούχο εποχής, κάτι σαν φράκο από παλιά τσόχα φάνηκε στην είσοδο. Τον ξεχώρισε αμέσως μα και ο τύπος του έγνεψε να πλησιάσει. Το αξιοπερίεργο ήταν που κανείς δεν έδινε σημασία στον τύπο με το φράκο, πράγμα παράδοξο ακόμη και για την εποχή μας. Κάπως έτσι ο Λιου συμπέρανε πως ο κύριος με το φράκο είναι επίσης νεκρός. Και δεν θα μπορούσε να γυρεύει κανέναν άλλον έξω από αυτόν. Η έκπληξη κορυφώθηκε όταν την ίδια πρόθεση έδειξαν καμιά δεκαριά φιγούρες σε εκείνη την ολότελα μεταφυσική αίθουσα επειγόντων.
Όταν πλησίασαν όλοι ο τύπος ζήτησε να σχηματίσουν ένα πι. Στάθηκε στη μέση και έβγαλε έναν λόγο, στην αρχή πολύ συγκινητικό. Είπε για τη ζωή και το θάνατο, ανακάλεσε φιλοσοφίες αιώνων, χαρακτήρισε τα πάντα σκουπίδια και χαρακτήρισε την όλη ιστορία με το φόβο του θανάτου, απολύτως συνηθισμένη. “Τίποτε το ιδιαίτερο”, σχολίασε επί λέξει.
Και όμως, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της τοποθέτησής του δεν είχε έρθει ακόμη. Συνέβη λίγο μετά.
“Τώρα λοιπόν είναι η ευκαιρία φίλοι μου. Σήμερα, εδώ, με μια δήλωση του νόμου εκατόν πέντε, μπορείτε να αιτηθείτε την εισαγωγή στις τάξεις των αγγέλων. Αρκεί μια υπογραφή και λίγη θέληση και σε λίγο καιρό θα είστε εκπρόσωποι της βασιλείας Του”. Ο Λιου βρήκε τον τύπο πολύ ταιριαστό με τον περιβόητο “θείο Σαμ” και χαμογέλασε διακριτικά. Τότε ο τύπος με το φράκο που μπορούσε να ακούσει κάθε σιωπή, στράφηκε προς το μέρος του.
“Ακριβώς καλόπαιδο Λιου. Αυτός είμαι και ήρθα για να σε σώσω από τον εαυτό σου. Αρκεί μια υπογραφή και ευθύς όλα θα σου συγχωρεθούν. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη αυτοεκτίμηση και η διάθεση της προσφοράς. Τι καλύτερο να ανήκεις κάπου παρά να τριγυρίζεις στην ανυπαρξία, μόνος και τιμωρημένος; Δεν χόρτασες μια τέτοια ζωή και μήπως θέλεις και λίγη ακόμη; Στις τάξεις των αγγέλων θα ‘χεις καθημερινό φαγητό, μπάνιο και ένα κρεβάτι να αποκάμεις. Διότι θα κάνεις πολλά και θα φροντίζεις για ένα σορό πράγματα που μήτε σου πάει το μυαλό. Και αν είσαι κανένας ικανός και καπάτσος, μπορεί να γίνεις και αρχάγγελος και τότε να ιδείς μεγαλεία και αναγνώριση και σεβασμό. Λοιπόν τι λες Λιου;”
Στο μεταξύ ,αλλόφρονες ζωντανοί με ανθρώπους χτυπημένους και άλλους ετοιμοθάνατους περνούσαν μέσα από τις φιγούρες των νεκρών. Και όλο γέμιζε η αίθουσα των επειγόντων όσο οι ζωντανοί θρηνούσαν σε μια γωνιά. Ο Λιου είδε εμπρός του τον πατέρα. Κάπως έτσι παίχτηκε η τελευταία σκηνή, τίποτε δεν πρόλαβε να του πει. Σαν να συγκινήθηκε και ο θείος Σαμ που τα μυρίζεται όλα αυτά, τον πλησίασε και έβγαλε το ημίψηλο του.
“Τι έγινε Λιου; Θυμήθηκε τον γέρο σου; Να ξέρεις, είσαι και εσύ σαν του λόγου του. Ακόμη τον θυμάμαι που αρνήθηκε να υπογράψει και έφυγε προς την μεριά της πλατείας. Ήταν καλός και έξυπνος άνθρωπος και θα ξεχώριζε αμέσως μα φαίνεται πως δεν είχε το κουράγιο Λιου. Μην λυπάσαι για αυτόν, τώρα πια τον έχουν σκεπάσει τα χρόνια, κανείς δεν ξέρει για αυτόν, μήτε που άκουσε κάτι. Τώρα έχει έρθει η δική σου ευκαιρία Λιου. Λοιπόν τι λες; Θα γίνεις άγγελος μαζί μας;”
Και ο Λιου, αφαίρεσε διακριτικά ένα κομμάτι λαμαρίνα από το μέτωπό του που μάλλον στάθηκε η αιτία του θανάτου του και τοποθετήθηκε. “Θα προτιμούσα όχι”. Οι άλλοι τον κοίταξαν. “Θα προτιμούσα να παραμείνω στο τίποτε και το πουθενά. Ξέρετε, θείε Σαμ μου φαίνεται πολύ ανιαρό να ‘ναι κανείς άγγελος. Τουλάχιστον στην άλλη ζωή, τα πάθη είναι τα μόνα θαύματα που μας ανάβουν τη φλόγα. Θα προτιμούσα την ανυπαρξία, θείε Σαμ και να με συγχωρείς. Μα ήμουν άγγελος στην άλλη μου ζωή και τώρα προτιμώ μια άλλη ζωή, μια καινούρια ευκαιρία. Να με συμπαθάς, θείε Σαμ”.
Ο Λιου ξεμάκρυνε όσο ο θείος Σαμ τον έβριζε με ακατανόμαστες εκφράσεις. Ο Λιου σαν να ‘νιωσε μια στάλα ελεύθερος. Σε λίγο έπιασε μια γερή καταιγίδα, μα ο Λιου δεν βρεχόταν πια. Ήταν τόσο ευτυχισμένος όσο ποτέ. Έφτασε στη γειτονική πλατεία και διέκρινε στο μικρό καφενεδάκι μερικές φιγούρες. Πλησίασε και τότε διέκρινε μερικούς που ‘χαν διαλέξει τον ίδιο δρόμο με εκείνον. “Ζήτω η ανυπαρξία” φώναξε κάποιος και όλοι μαζί επανέλαβαν. Στο μεταξύ ο πατέρας από μια άκρη του έγνεφε πως πήρε τη σωστή απόφαση.
Λίγο μετά το τοπίο της πολιτείας άλλαξε μεμιάς. Και δεν υπήρχαν πια καταστήματα κλειστά και είσοδοι πολυκατοικιών, μονάχα αρκετή απέραστη ερημιά. Εκεί στο πουθενά συνάντησε την αναμμένη μαρκίζα. “Ανυπαρξία” έγραψε στη σαθρή επιγραφή. Έσπρωξε την πόρτα, τα κορίτσια στο τζουκ μποξ του ‘ριξαν μια ματιά άκρως επιδοκιμαστική. Και έπειτα όλοι μαζί ύψωσαν τα ποτήρια τους και ήπιαν στην υγειά του.
Έπειτα έπεσε το τραγούδι. “Κολλημένος εδώ μαζί σου” έλεγε το ρεφραίν και τα κορίτσια που δεν ήσαν καθόλου άγγελοι τον πλησίασαν χορεύοντας και γελώντας άκρως αινιγματικά. Ω, σίγουρα είχε πάρει τη σωστή απόφαση να μην γίνει άγγελος αφού τελικά ήρθαν έτσι τα πράγματα.
Α.Θ
