
Διήγημα
Ένα τόσο δα κατάστημα, ένας κρεμασμένος λαμπτήρας και ένα μικρό τραπέζι, ένας Θεός ξέρει πού είχε στριμωχτεί μες στη γενικότερη σκηνογραφία. Και επιστρατεύω τον όρο διότι άλλο πράγμα η διακόσμηση που συναντάει κανείς στα εμπορικά και άλλο ετούτο το θέατρο. Θα μπορούσε να λέγεται “ο κήπος των αταίριαστων πραγμάτων” και μετά τις παραστάσεις το κοινό θα ‘χε την ευκαιρία να εξερευνήσει τριγύρω.
Ράφια με βιβλία ως απάνω, αναμνηστικά από χώρες του εξωτερικού, καπέλα, γάντια, σοκολάτες, κλωστές, κάλτσες, λάστιχα, βίδες, ρουλεμάν, καθαριστικά, ρολόγια, σκεύη, μποτίλιες, στόφες και τραπεζάκια σαλονιού, μπαστούνια και τενεκέδες όλων των ειδών και των σχημάτων, πεντόκιλα, δεκάκιλα, εικοσάκιλα, δεν πάει παραπάνω, τανάλιες, κατσαβίδια, δολώματα, πετονιές και φορεματάκια από δεύτερο χέρι, τετράδια, , πάλι βιβλία σκονισμένα τόσο που δεν τα ξεχωρίζεις πια από τους τοίχους. Αυτός ο “κήπος” τα είχε όλα και τίποτε. Σαν τάχα κάποιος να στρίμωξε εκεί μέσα, ένας Θεός ξέρει πώς, όσα περίσσευαν από τούτο τον κόσμο. Κάπως έτσι θα ‘χε συμπληρωθεί κάθε ψηφίδα μες στο μαγαζάκι που ‘χει ολοφάνερα παντού επάνω του, τα σημάδια του χρόνου. Η είσοδός του ήταν όλο και όλο μια σανιδένια πόρτα και νόμιζες πως αν τάχα τραβούσες ένα από τα κουτιά με τις παραμάνες εκεί ψηλά, στην οροφή, μια καταστροφή άνευ προηγουμένου θα λάβαινε χώρα. Με λίγα λόγια και μετρημένα, έπρεπε κανείς να μην αγγίξει το παραμικρό. Αλλιώς τα πάντα μες στο μαγαζάκι θα θάβονταν κάτω από σορούς πραγμάτων.
Ο ιδιοκτήτης δεν διέφερε καθόλου από τον κόσμο γύρω. Είχε και αυτός μια πατίνα, ένα λεπτό φιλμ αρχαιολογικού ευρήματος, φάνταζε πολύ παλιός, σχεδόν ξεχασμένος στη θέση του. Εμπρός του τ’αδειανό τραπέζι. Μόνο μια φωτογραφία και αυτή φθαρμένη ως το κόκαλο , τίποτε άλλο.
Τι βλέπετε, τον ρώτησε.
Μια γυναίκα, ίσως στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Ναι, με βεβαιότητα στο κατάστρωμα. Ταξίδι αναψυχής, υποθέτω.
Ο ιδιοκτήτης του έδωσε τη φωτογραφία με την γυναίκα. Τον προέτρεψε να διαβάσει στην πίσω πλευρά, επειδή, εκεί πάντοτε οι άνθρωποι επιλέγουν να γράψουν κάτι περισσότερο. “Πλέοντας διά Νάπολην, 1927, Λιλίκα”. Κάτω από το όνομα κάποιος είχε σκαρώσει μια μικρή καρδιά με το καρφωμένο της βέλος.
Η Λιλίκα, είπε ανέκφραστος ο τύπος του μαγαζιού, ταξίδεψε πρώτη της φορά στα 1927. Ακριβώς σε αυτό το πλοίο που βλέπετε. Είχε οργανώσει αυτό το ταξίδι με σκοπό, Θεού θέλοντος να φτάσει στον τόπο της. Δεν ήταν τότε πάνω από είκοσι χρονών, το χρώμα της κορδέλας, εκείνο του φουστανιού της που ήταν κατακόκκινο σαν την πορφύρα του Τισιανού, δεν αναπαρίσταται. Μόνον η Λιλίκα που λίγα μίλια δυτικότερα, έγινε και αυτή θύμα ναυαγίου. Το πλοίο έμεινε εν μέσω του πελάγους και παρέμεινε ακυβέρνητο για πολλές ώρες. Η Λιλίκα θα φόρεσε το σωστικό της γιλέκο, ελπίζοντας πως ο άνεμος θα κοπάσει. Όμως οι προσευχές της δεν πιάσανε και περί την πέμπτη πρωινή, προτού χαράξει, το πλοίο καταποντίστηκε. Η Λιλίκα πνίγηκε και αυτή η φωτογραφία που κρατάτε δεν είναι παρά η τελευταία της. Υπήρξε ανυποψίαστη, συμπλήρωσε ο ιδιοκτήτης και ο ηλεκτρικός κύλησε σαν νερό κάτω από τα πόδια τους, τραντάζοντας το σαθρό οικοδόμημα.
Ο άνθρωπος εκείνος φαίνεται πως είχε το συνήθειο να φαντάζεται τις ζωές των ανθρώπων στις φωτογραφίες. Συνήθιζε να αποκτά τα φιλμ στις καθημερινές δημοπρασίες. Ίσως κάποιο είδος διαστροφής να του επέβαλε να αναζητά αδέσποτες συλλογές. Δεν γύρευε τέχνη μα είχε το νου του σε λήψεις με το χαρακτήρα ενός αληθινού ντοκουμέντου.
Και εδώ, κοιτάξτε και εδώ. “Θέρος, διά την Μαριγώ, Κέντρο εκπαιδεύσεως”. Αυτόν εδώ τον νέο θα τον λέγανε Μιχάλη, σαν τον αρχάγγελο. Πατέρα δεν θα ‘χε γνωρίσει, δώδεκα χρόνια τώρα εξορία, μονάχα γράμματα και πέτρες. Τίποτε δεν έχει για να του στείλει και αν το μπορούσε θα του εσώκλειε στον φάκελο το τραγούδι του ξέφρενου ανέμου που παραδέρνει το νησί. Ο νέος είχε κάποιον δεσμό, επίσημο, όχι τίποτε προχειροδουλειές. Τα ‘βγαζε πέρα δύσκολα και έτσι απελπισμένος, λίγα χρόνια μετά, για μια απερισκεψία θα καταδικαστεί. Ο Μιχάλης θα μπει στη φυλακή και τ’όνειρο θα σβήσει. Εκεί θα ξεχάσει, λέει όσα κάποτε υπήρξε. Αυτή τη φωτογραφία την αγόρασε εις διπλούν. Το ‘ναι αντίγραφο το ‘βαλε στην τσέπης της στολής του και τ’άφησε εκεί για πάντα. Να μην ξεχάσει ποιος ήταν.
Στο τέλος έβγαλε από ένα φανταστικό συρτάρι μια ακόμη φωτογραφία. Δεν είπε τίποτε, την έσπρωξε προς τη μεριά του. Έπειτα τον κοίταξε στοχαστικά, λέγοντας πράγματα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να ειπωθούν.
Ένας νέος, ίσαμε είκοσι χρονών. Σε κάποιο κεντράκι παραλιακό. Μαζί του οι γονείς, μια φίλη από καιρό πια χαμένη, οι συμμαθηταί. Κάποια ωραία περίσταση θα ‘ταν. Θέλεις να μάθεις τι συνέβη μετά;
Ο επισκέπτης κράτησε τη φωτογραφία για μια στιγμή. Έπειτα, έφερε στο νου του τον τρόπο που κύλησε η ζωή του. Ανακάλεσε κάποιες σκηνές του βίου του, μα οι σκηνές στέγνωναν, λιάνευαν, γλιστρούσαν στις χαραμάδες και χάνονταν. Η ζωή του ήταν που χανόταν, πρόσωπα ολόλευκα, φεγγαρένια και μέρη, κρυμμένα πια σε ολόμαυρο μετάξι.
Βγήκε έξω στο δρόμο, περπάτησε βιαστικά θέλοντας να απομακρυνθεί από εκείνο το μέρος. Ήταν μετά από μέρες που αποφάσισε να περάσει και πάλι από εκεί. Δεν βρήκε τίποτε, κανένα μαγαζάκι. Όσο και αν έψαξε, όσο και αν ρώτησε, δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο κάποιος του ‘πε πως σε εκείνο το μέρος έζησε και πέθανε ο φωτογράφος. Δεν ήξερε κανείς το όνομά του, μονάχα πως ήταν η δουλειά του να αποθανατίζει το χρόνο, να σαβανώνει το εφήμερο σε φιλμ λίγων χιλιοστών.
Απόστολος Θηβαίος
