
Σελίδες: 80
Σχήμα: 14 x 21 εκ.
ISBN:978-960-505-720-6
Έτος έκδοσης: 2026
Γράφει η Βίκυ Κατσαρού
Ατόφια ποίηση. Ατόφια γλώσσα. Ατόφιος στίχος. Ποίηση που δεν καταφεύγει στη λέξη για να στολίσει το βίωμα, καθώς ο αποκλειστικός της σκοπός είναι να το κρατήσει ζωντανό. Γιατί ακόμη κι αν κάποιος στερηθεί την ανάσα -ή σου στερήσει την ανάσα- απομένουν οι λέξεις. Κι όταν πια το σώμα δεν μπορεί να κρατήσει εκείνον που χάνεται, όταν η αγάπη δεν μπορεί να αποτρέψει την απώλεια και η πραγματικότητα γίνεται στενότερη από τον πόνο, η γλώσσα αναλαμβάνει να αναπνεύσει στη θέση σου. Η ποίηση γίνεται η έσχατη λειτουργία της ζωής, ένας τελευταίος τρόπος να εξακολουθεί κάτι να πάλλεται εκεί όπου όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει.
To Είκοσι είναι πολύ σωματικό. Ο θάνατος εδώ δεν είναι έννοια, δεν είναι φιλοσοφικό γεγονός, ούτε αφηρημένη περιοχή της ανθρώπινης μοίρας. Έχει σώμα. Έχει αίμα. Έχει αναπνοή, και την απουσία της. Η απώλεια δεν συμβαίνει μόνο στη συνείδηση εκείνου που μένει πίσω, συμβαίνει μέσα στο σώμα του. Το πένθος αποκτά φυσιολογία.
Το αίμα, επομένως, δεν μπορεί να διαβαστεί απλώς ως ένα ακόμη ισχυρό ποιητικό σύμβολο. Είναι η υλική απόδειξη ότι κάποτε υπήρξε σώμα και συγχρόνως είναι αυτό που κάνει την απώλεια αμετάκλητη. Το αίμα βρίσκεται παράξενα ακριβώς στο σύνορο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Όσο κυκλοφορεί μέσα στο σώμα είναι ζωή, όταν εμφανίζεται έξω από αυτό γίνεται σημάδι τραύματος, κινδύνου, απώλειας. Είναι το μέσα που βγήκε έξω. Και κάπως έτσι λειτουργεί ολόκληρο το βιβλίο, κάτι απολύτως εσωτερικό αναγκάζεται να βγει έξω και να γίνει γλώσσα.
Η ποίηση είναι, κατά μία έννοια, η αιμορραγία που δεν σταματά.
Μόνο που απέναντι σ’ αυτή τη βίαιη υλικότητα του αίματος υπάρχει ένας δεύτερος μηχανισμός. Το ψέμα. Κανείς δεν εξαπατά κανέναν εδώ. Πρόκειται για εκείνα τα αναγκαία ψέματα που κατασκευάζει η συνείδηση όταν η αλήθεια είναι μεγαλύτερη από τη χωρητικότητά της. Το πένθος λέει ψέματα για να επιβιώσει από την αλήθεια.
Ο νεκρός δεν έχει φύγει. Ο νεκρός θα επιστρέψει γιατί κάπου βρίσκεται, ο νεκρός κάπου συνεχίζει. Μπορεί να ανοίξει μια πόρτα, να εμφανιστεί ξανά, να μιλήσει. Η γνώση λέει ένα πράγμα και ολόκληρος ο υπόλοιπος άνθρωπος αρνείται να την ακολουθήσει. Και τότε γεννιέται η ψευδαίσθηση.
Αλλά ούτε αυτή παρουσιάζεται ως παραφροσύνη. Είναι σχεδόν η φυσιολογική γλώσσα μιας αγάπης που δεν έχει προλάβει να μάθει τον θάνατο, διότι η γνώση του θανάτου αποκτάται ακαριαία -κάποιος σου ανακοινώνει ότι ο άνθρωπός σου πέθανε- ενώ η συναισθηματική γνώση του θανάτου χρειάζεται μήνες, χρόνια, ίσως μια ολόκληρη ζωή. Ξέρεις ότι πέθανε και ταυτόχρονα δεν το ξέρεις.
Αυτή η αντίφαση είναι από τα συγκλονιστικότερα στοιχεία του βιβλίου.
Η λογική γνωρίζει το τετελεσμένο. Το σώμα όμως εξακολουθεί να περιμένει. Το μάτι μπορεί ακόμη να ψάχνει μια γνώριμη μορφή, το αυτί έναν ήχο, η μνήμη να παράγει παρουσία με τέτοια ακρίβεια ώστε για μια στιγμή να εξαπατά την πραγματικότητα. Και η γλώσσα αρχίζει να κινείται ανάμεσα στα δύο, ανάμεσα στο «ξέρω» και στο «δεν μπορεί να είναι αλήθεια».
Γι’ αυτό και οι ψευδαισθήσεις δεν είναι έξοδος από την πραγματικότητα, αλλά ένας τρόπος αναβολής της.
Ο ποιητής φαντάζεται πως ο χαμένος άνθρωπος βρίσκεται κάπου αλλού, πως μπορεί ακόμη να ζει μέσα σε έναν παράλληλο κόσμο, πως η απουσία του ίσως έχει μια άλλη εξήγηση. Η πραγματικότητα ξαναγράφεται όχι επειδή ο ποιητής αγνοεί την αλήθεια αλλά επειδή τη γνωρίζει απολύτως. Αυτό είναι που κάνει το σημείο τόσο οδυνηρό.
Δεν έχουμε έναν άνθρωπο που πιστεύει πραγματικά το ψέμα του, αλλά έναν άνθρωπο που ξέρει ότι λέει ψέματα στον εαυτό του και παρ’ όλα αυτά χρειάζεται να συνεχίσει να τα λέει.
Λες και η πόρτα μπορεί ακόμη να ανοίξει.
Λες και ο θάνατος υπήρξε ένα τρομερό λάθος της πραγματικότητας που η γλώσσα, αν επιμείνει αρκετά, θα μπορούσε να διορθώσει.
Αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία της ψευδαίσθησης στο Είκοσι. Δεν ακυρώνει τον θάνατο, του κλέβει για λίγες στιγμές την αποκλειστικότητα της πραγματικότητας.
Δίπλα στην πραγματικότητα όπου ο άλλος πέθανε, η ποίηση οικοδομεί μια δεύτερη, αδύνατη πραγματικότητα όπου ο άλλος εξακολουθεί να υπάρχει κι αυτό είναι βαθιά συνδεδεμένο με τη γραμματική του βιβλίου. Ο νεκρός εξακολουθεί να είναι «εσύ». Δεν μετατρέπεται εύκολα σε «εκείνον». Η προσφώνηση διατηρεί μια σχέση που ο θάνατος, βιολογικά, έχει διακόψει. Για να υπάρχει δεύτερο πρόσωπο πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να υπάρχει ακόμη κάποιος που ακούει. Επομένως ακόμη και η γραμματική εδώ λέει ψέματα. Και τι ευλογημένο ψέμα!
Γιατί αν ο θάνατος απαιτεί τρίτο πρόσωπο -«ήταν», «έκανε», «έλεγε»- η αγάπη επιμένει στο δεύτερο: είσαι, σου μιλώ, άκουσέ με.
Γι’ αυτό και συγκλονίζουν τόσο οι στίχοι:
Ὁ θάνατός σου νὰ ’μουν
καὶ νὰ πέθαινα.
Ἐγὼ νὰ πέθαινα
ζωούλα μου.
Εδώ πλέον δεν έχουμε απλώς την ευχή «να πέθαινα εγώ αντί για σένα». Το ποίημα προχωρά σε κάτι πολύ πιο ακραίο. Το εγώ επιθυμεί να εισχωρήσει τόσο βαθιά στη μοίρα του άλλου ώστε να γίνει ο ίδιος ο θάνατός του. «Ὁ θάνατός σου νὰ ’μουν», να μπορούσα να γίνω αυτό που σε σκότωσε και ύστερα να πεθάνω εγώ, ώστε μαζί μου να πεθάνει και ο θάνατός σου. Πρόκειται για μια αδύνατη ανταλλαγή. Το σώμα δεν μπόρεσε να την πραγματοποιήσει. Η πραγματικότητα δεν την επέτρεψε. Την πραγματοποιεί λοιπόν η σύνταξη.
Και εδώ επιστρέφουμε στα ψέματα. Η ποίηση μπορεί να κάνει αυτό ακριβώς που απαγορεύεται στην πραγματικότητα, να αντιμεταθέσει τα πρόσωπα, να καταργήσει τον χρόνο, να αναστήσει για τέσσερις στίχους έναν νεκρό. Να επιτρέψει σ’ έναν άνθρωπο να γίνει ο θάνατος ενός άλλου και κατόπιν να πεθάνει στη θέση του.
Δεν πρόκειται για αυταπάτη περί παντοδυναμίας της τέχνης. Το αντίθετο. Το Είκοσι γνωρίζει διαρκώς ότι η ποίηση δεν σώζει κανέναν. Κι εδώ βρίσκεται η τρομακτική του εντιμότητα.
Οι λέξεις δεν ανασταίνουν σώματα. Δεν επαναφέρουν το αίμα εκεί όπου πρέπει να κυκλοφορεί. Δεν διορθώνουν το γεγονός. Δεν κάνουν το ψέμα αλήθεια ούτε την ψευδαίσθηση πραγματικότητα. Απλώς αρνούνται να παραδώσουν ολόκληρο τον άνθρωπο στον θάνατο. Κι έτσι αίμα, ψέμα και ψευδαίσθηση καταλήγουν να είναι τρεις διαφορετικές μορφές της ίδιας μάχης.
Το αίμα λέει… υπήρξε σώμα.
Το ψέμα λέει… δεν μπορεί να τελείωσε.
Η ψευδαίσθηση λέει… ίσως βρίσκεται ακόμη κάπου.
Και η ποίηση λέει… αφού δεν μπορώ να σε κρατήσω εδώ, θα εξακολουθήσω να σου μιλώ.
Γι’ αυτό και θα τολμήσω να πω ότι ο αγαπημένος Παντελής Μπουκάλας, με το Είκοσι, παραδίδει μια από τις σκληρότερες απαντήσεις στο ερώτημα πού κατοικεί η ποίηση. Όχι στην υπέρβαση του θανάτου. Ούτε στην παρηγοριά. Ίσως ούτε καν στην αποδοχή.
Κατοικεί ακριβώς στο σημείο όπου η πραγματικότητα έχει ήδη νικήσει και ο άνθρωπος εξακολουθεί, παράλογα και απελπισμένα, να της αντιστέκεται.
Στην αδυναμία μας να σώσουμε αυτό που αγαπάμε και στην παράλογη, ανθρώπινη επιμονή μας να το σώζουμε τουλάχιστον μέσα στη γλώσσα.
Και αυτό είναι τελικά το πιο σπαρακτικό ψέμα της ποίησης:
Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αναστήσει κανέναν και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να του μιλά σαν να είναι ζωντανός.
