Μήτσος Καρκάνης | Σκαρφάλωμα

© Ghang Chao-Tang

Σε τριάντα-σαράντα χρόνια όλα θα έχουν τελειώσει. Αγωνίες, φόβοι, χαρές, λύπες, δανεικά χρωστούμενα ελπίδες, φίλοι, ανησυχίες, μοναξιές, βάσανα, ευτυχίες, όλα. Κωμικό.
Ο χρόνος γλιστράει από τα χέρια μου όσο σπαράζω σε αυτή την ακατανόητη διελκυστίνδα. Από τη μία ο πόθος για όσα δεν πρόλαβα και πρέπει να χωρέσουν στο χρόνο που μένει, από την άλλη η εφιαλτική παρόρμηση να παραιτηθώ από κάθε κίνητρο, αφού όλα θα περάσουν στην ανυπαρξία.
Όμως ευτυχώς υπάρχει η υπνωτική καθημερινότητα. Η μόνη άμυνα στο μάταιο της υπόθεσης. Τα μεγάλα, τα ανήσυχα, περασμένα ή μελλούμενα, λησμονούνται με μικρές, τετριμμένες λεπτομέρειες. Τούτη η άβυσσος περνιέται μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα.
Και είναι φαντάζομαι ευτυχία να αντικρίζω το μέγεθος της ζωής χωρίς να ενθουσιάζομαι ή να τρομάζω.
Μα σαν νέος κοιτούσα την ζωής και έλεγα σιγά το φαράγγι θα πηδήσω. Στεκόμουν εκστατικός στο χείλος και έβλεπα τον γκρεμό απέναντι και το αδιάβατο βάθος ανάμεσα και όλο περιφρόνηση φώναζα «σιγά τι είναι θα πετάξω.»
Πέρασα τη νεότητα μου περιμένοντας τη μαγεία να με ανεβάσει ψηλά. Να μου δώσει φτερά να πάω ακόμα παραπάνω και να δω τον κόσμο όλο και σαν χόρταινα θα έφτανα απέναντι ικανοποιημένος χωρίς κόπο, έγνοιες. Ακίνδυνα.
Ξόδεψα το πρωινό της νιότης περιμένοντας μα η μαγεία δεν ήρθε. Έκαιγε ο ήλιος πάνω από το κεφάλι μου και δεν είχα σκιά να κρυφτώ. Μη με πάρει η νύχτα μέχρι απέναντι σκέφτηκα να κατέβω τον γκρεμό ό,τι και αν κρύβει να περάσω. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε.
Κάτω, κόχλαζε αδιαπέραστο το μαύρο βάθος. Κανένας εξώστης να πατήσω, κανένα κλαδί να κρατηθώ να δω τι γίνεται παρακάτω, σχέδιο να καταστρώσω. Γύρισα πλάτη, κρέμασα τα πόδια στο κενό και γραπώθηκα με τα χέρια όπου βρήκα. Χαμήλωνα μέσα από τις σχισμές των βράχων. Με άφηναν οι αντοχές μου και η βαρύτητα τραβούσε να με ρίξει, να με αποτελειώσει. Λύθηκαν τα χέρια και τα πόδια μου να κρατιέμαι. Σκλήρυναν τα δάχτυλά μου, μάτωσαν τα νύχια μου, κάθε τόσο στεκόμουνα να βρω πού να πατήσω χωρίς να γκρεμοτσακιστώ. Μου πήρε μέχρι απομεσήμερο μέχρι που έφτασα κάτω.
Ό,τι από ψηλά φαινόταν σαν βαθύ σκοτάδι, άρχισε να παίρνει μορφή καθώς προσαρμόστηκαν τα μάτια. Περισσότερα βράχια, πιο κοφτερά, προϊστορικά, και πάτημα πουθενά. Ζωύφια, ερπετά, καραδοκούσαν στις σκιές. Μα και λουλούδια στις κοψιές των βράχων. Χρωματιστά που έλεγες, πού βρήκες τόσο χρώμα και ρούφηξες σε αυτό το σκοτάδι.
Το μήκος μέχρι απέναντι αδιάβατο και στη μέση ένα ποτάμι υπόγειο βούιζε σαν φάντασμα. «Ποιος ξέρει θα έβρεξε ανάντη να φύγω,» σκέφτηκα.
Κι άλλο βάσανο. Να! Δίπλα φαίνεται, είπα, μα πιο δύσκολα και πιο αργά το διάβαινα. Η κούραση μαζεμένη. Φευγαλέα μου ήρθε η σκέψη «Αχ, να φουσκώσει το ποτάμι που είμαι ανήμπορος και ξέπνοος να με πάρει, να με πνίξει, να μη με βρει ποτέ κανείς.»
Μα κόπιασα. Ξαναμάτωσα. Άνοιξαν τα γόνατα και οι παλάμες μου. Τα γκρέμια απέναντι πρόφταιναν και έπαιρνε απόγευμα όταν έφτασα αποκαμωμένος. Ακούμπησα το μέτωπο στο μεγάλο βράχο που έστυβε τη γη και έγλυψα νερό και έμεινα να ξεδιψάσω.
Ψηλά ο ουρανός είχε πάρει να ροδίζει με το βασίλεμα. Με έπιασε ο πειρασμός να μείνω εκεί όπως ήμουνα ακίνητος, αγκαλιά στο βράχο, να πέσει η νύχτα και πάνω και γύρω και να με φάει το μαύρο σκοτάδι. Να σταματήσω και ας σήμαινε το τέλος μου.
Το ποτάμι πήρε να φουσκώνει, μούγκρισε και με τρόμαξε. Γκρίζο και μαύρο χώνονταν στις σκοτεινές εσοχές των βράχων, πάνω του αλέθονταν ό,τι ήταν μαζεμένο, κλαδιά, έπιπλα, σκουπίδια, κουφάρια. Κόκαλα αμέτρητα κροτάλιζαν πένθιμα καθώς πνίγονταν και αναδύονταν στο μαύρο νερό.
«Θα μείνεις κάτω να σε πάρει το ποτάμι βρε σκύλε;» σκέφτηκα. Όχι! Ο τελευταίος κόπος θα είναι ανήφορος, πιάσε το γκρέμι και ανέβα το. Η τελευταία πορεία θα είναι σκαρφάλωμα έξω απ’ το σκοτάδι. Κορύφωση. Να φθάσεις το πλάτωμα που τόσο εύκολο φαίνονταν όταν ξεκίνησες.
Ένα πλάτωμα μόνο, τίποτα άλλο δεν έχει. Μήτε ανταμοιβή θα βρεις. Μα δεν γεννήθηκες να μάθεις τι έχει. Γεννήθηκες να περάσεις ένα φαράγγι. Κει πάνω σαν φθάσεις θα έχει πιάσει νύχτα και όλα μέσα της θα σβηστούν, θα ξεχαστούν χωρίς να μένει ούτε η ελπίδα ούτε το ψέμα τους.

 


Ο Μήτσος Καρκάνης γεννήθηκε στην Κατερίνη, εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και γράφει πεζά και ποιήματα σε ελεύθερο στίχο.