
Μετάφραση: Βαγγέλης Παπαδιόχος
A Veteran Talking
We tossed them high into the air
And caught them coming down,
Sliding straight through
The tips of our bayonets.
Babies cry in any case,
But the women, oh, the women,
They made such a racket;
Had to quieten them down:
That was more bayonet practice.
We had our instructions, we had to clear the place.
We got rid of the men first, one way or another.
As for the women, we did our manly thing with them first,
Anywhere, behind doorways, in the middle of the streets,
Anytime, morning, afternoon, night,
Then we got rid of them, just as efficiently.
It took only a few days
For us to get into a routine.
We did what had to be done:
Shooting, knifing, hanging, burning,
Whatever was necessary to keep order
In a disorderly city.
After about eight weeks
We succeeded in quelling the ruckus.
It was much hard work:
Unending vigilance and continual practice.
Finally the city surrendered.
It was slightly more manageable, for by then
We had cut the population by half or more.
Even so, there was no letting up
For us the Occupying Force.
Unswervingly, we had to keep out cogs oiled,
Our tanks running, our dignity unsoiled.
Ένας βετεράνος μιλά
Τα πετούσαμε ψηλά στον αέρα
και τα πιάναμε καθώς έπεφταν,
γλιστρώντας κατευθείαν
πάνω στις άκρες των ξιφολόγχων μας.
Τα μωρά κλαίνε έτσι κι αλλιώς,
μα οι γυναίκες, αχ, οι γυναίκες,
έκαναν τέτοιο σαματά·
έπρεπε να τις κάνουμε να σωπάσουν:
ήταν άλλη μια εξάσκηση με τη ξιφολόγχη.
Είχαμε τις διαταγές μας, έπρεπε να εκκαθαρίσουμε την περιοχή.
Ξεφορτωθήκαμε πρώτα τους άντρες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
Όσο για τις γυναίκες, πρώτα κάναμε μαζί τους το αντρίκιο μας καθήκον,
οπουδήποτε, πίσω από πόρτες, στη μέση των δρόμων,
οποιαδήποτε ώρα, πρωί, απόγευμα, νύχτα,
κι ύστερα τις ξεφορτωθήκαμε, εξίσου αποτελεσματικά.
Μας πήρε μόνο λίγες μέρες
να μπούμε σε μια ρουτίνα.
Κάναμε ό,τι έπρεπε να γίνει:
πυροβολισμούς, μαχαιρώματα, απαγχονισμούς, εμπρησμούς,
οτιδήποτε ήταν απαραίτητο για να διατηρηθεί η τάξη
σε μια πόλη βυθισμένη στην αταξία.
Ύστερα από περίπου οκτώ εβδομάδες
καταφέραμε να καταστείλουμε την αναταραχή.
Ήταν πολύ σκληρή δουλειά:
αδιάκοπη επαγρύπνηση και συνεχής εξάσκηση.
Τελικά η πόλη παραδόθηκε.
Ήταν κάπως πιο διαχειρίσιμη, γιατί ως τότε
είχαμε μειώσει τον πληθυσμό της κατά το ήμισυ ή και περισσότερο.
Κι όμως, δεν υπήρχε περιθώριο χαλάρωσης
για μας, τη Δύναμη Κατοχής.
Ακούραστα, έπρεπε τα γρανάζια να λαδώνουμε,
τα τανκς μας να δουλεύουμε, την αξιοπρέπειά μας να μη λερώνουμε.
[Αφιερωμένο στην Iris Chang, συγγραφέα του The Rape of Nanking, 1997, με μεγάλη θλίψη για τον πρόωρο θάνατό της. Μεταξύ Δεκεμβρίου 1937 και Μαρτίου 1938, στην πόλη Nanjing (Nanking) της ανατολικής Κίνας έλαβαν χώρα μαζικές σφαγές και βιασμοί Κινέζων από τον ιαπωνικό στρατό].
Incense Tree
Aquilaria Sinensis
Incense root incense fruit
Incense loading at the port:
Groves of incense trees
Lined the harbour once
At Aberdeen.
Joss sticks, agarwood, potions, scents,
Thriving commerce
Export trade
That once was,
Gave “Hong Kong” its name:
Incense Port, and its fame.
Truly fragrant truly harbour,
But not the
Exoticised “fragrant harbour”:
Incense Port its true name.
Heung not Hong
Gong not Kong;
In any case
Transliteration into English sounds
Of monosyllabic tonal Chinese
Is alchemy in reverse
Changing all that is gold
Into dross, loss and mockery.
Poachers come on hacking sprees
From China with saws, axes and carts,
Depleting our incense trees
That did thrive in these parts.
Το δέντρο του θυμιάματος
Ακουιλαρία η σινική
Ρίζα θυμιάματος, καρπός θυμιάματος,
φόρτωση θυμιάματος στο λιμάνι:
συστάδες δέντρων θυμιάματος
κάποτε πλαισίωναν το λιμάνι
στο Αμπερντίν.
Ξυλάκια θυμιάματος, ξύλο άγαρ, φίλτρα, αρώματα,
ανθηρό εμπόριο,
εξαγωγικό εμπόριο,
που κάποτε υπήρξε,
στο «Hong Kong» έδωσε την ταυτότητά του:
Λιμάνι του Θυμιάματος, και τη διασημότητά του.
Πραγματικά ευωδιαστό, πραγματικά λιμάνι,
μα όχι το
εξωτικοποιημένο «ευωδιαστό λιμάνι»:
Λιμάνι του Θυμιάματος, το αληθινό του όνομα.
Heung, όχι Hong,
Gong, όχι Kong·
όπως και να ’χει,
η μεταγραφή στα αγγλικά των ήχων
της μονοσύλλαβης, τονικής κινεζικής γλώσσας
είναι αλχημεία αντίστροφη,
μετατρέποντας ό,τι είναι χρυσάφι
σε σκουριά, απώλεια και χλεύη.
Λαθραίοι υλοτόμοι αγρίως ροκανίζουν
με πριόνια, τσεκούρια και κάρα, φτάνοντας απ’ την Κίνα
τα δέντρα του θυμιάματός μας αφανίζουν
που ευδοκιμούσαν κάποτε στα μέρη εκείνα.
Marching
The people flowed,
Like so much water between gorges,
As they poured through
The main arteries of the city.
It is another July the first.
Under a scorching sun
Hemmed in by towering city blocks
They walked.
There were placards and banners and drums.
People chanted in unison,
Alternating between
“One, two, three,
Down with Article 23” and
“One, two, three,
Down with Tung Chee-hwa”.
People from upper windows
Waved and clapped.
A policeman was seen
Chanting along.
Young parents pushed their young in prams.
They said,
One day we will tell him
He was here this day.
An elderly man was failing.
Supporting him, his daughter-in-law
Rang the chauffeur
To bring up the car
And meet them at the next corner.
The young, the old, with friends, family or alone;
The poor, the rich, professionals, workers, others,
They walked:
Each person giving the other space,
United in one purpose,
Five hundred thousand marchers
Moved on without incident,
Unhurried, unruffled, undeterred.
Πορεία
Ο κόσμος ξεχύθηκε,
σαν άφθονο νερό ανάμεσα σε φαράγγια,
καθώς πλημμύριζε
τις κύριες αρτηρίες της πόλης.
Είναι μια ακόμα πρώτη του Ιούλη.
Κάτω από έναν καυτό ήλιο
περικυκλωμένοι από πανύψηλες πολυκατοικίες,
περπατούσαν.
Υπήρχαν πλακάτ και πανό και τύμπανα.
Το πλήθος φώναζε εν χορώ,
εναλλάξ
«Ένα, δύο, τρία,
Κάτω το Άρθρο 23» και
«Ένα, δύο, τρία,
Κάτω ο Τουνγκ Τσι-Χουά».
Άνθρωποι στα ψηλότερα παράθυρα
χαιρετούσαν και χειροκροτούσαν.
Είδαν έναν αστυνομικό
να φωνάζει μαζί τους.
Νεαροί γονείς έσπρωχναν τον μικρό τους στο καροτσάκι.
Έλεγαν,
Μια μέρα θα του πούμε
πως ήταν εδώ εκείνη τη μέρα.
Ένας ηλικιωμένος άντρας κατέρρεε.
Στηρίζοντάς τον, η νύφη του
τηλεφώνησε στον οδηγό
να φέρει το αυτοκίνητο
και να τους συναντήσει στην επόμενη γωνία.
Οι νέοι, οι γέροι, με φίλους, με οικογένεια ή μόνοι·
οι φτωχοί, οι πλούσιοι, επαγγελματίες, εργάτες, άλλοι,
περπατούσαν:
ο καθένας αφήνοντας χώρο στον άλλον,
ενωμένοι για έναν σκοπό,
πεντακόσιες χιλιάδες διαδηλωτές
προχωρούσαν χωρίς επεισόδια,
Αβίαστοι, ατάραχοι, απτόητοι.
(Το Άρθρο 23 του Βασικού Νόμου θέσπιζε νόμους κατά της υποκίνησης, της ανατροπής, της απόσχισης και άλλων ζητημάτων εθνικής ασφάλειας. Οι επικριτές φοβούνταν ότι οι διατάξεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να περιοριστούν η ελευθερία του λόγου, του Τύπου, της πολιτικής δράσης και των διαδηλώσεων. Την 1η Ιουλίου 2003 πραγματοποιήθηκε μαζική πορεία διαμαρτυρίας εναντίον του νομοσχεδίου, το οποίο τελικά αποσύρθηκε).
Πηγή: https://www.asiancha.com/content/view/224/124/

Η Louise Ho (Louise Marie Shew Wan Ho), 1943- ) είναι ίσως η σημαντικότερη αγγλόφωνη ποιήτρια τουΧονγκ Κονγκ. Εργάστηκε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια αγγλικών στο Κινεζικό Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ (CUHK). Το έργο της αναφέρεται στην αποικιοκρατία, την αποαποικιοποίηση, την αλληλεπίδραση ανατολικών και δυτικών πολιτισμικών στοιχείων, τη μετανάστευση και τη διασπορά του Χονγκ Κονγκ. Οι σημαντικότερες ποιητικές συλλογές της είναι οι Sheung Shui Pastoral (1977), Local Habitation (1994), New Ends, Old Beginnings (1997), Incense Tree: Collected Poems of Louise Ho (2009).
Ο Βαγγέλης Παπαδιόχος γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα και κκατάγεται από το Αλιβέρι Ευβοίας. Σπούδασε οικονομικά, δημόσια διοίκηση, δημιουργική γραφή και σκηνοθεσία κινηματογράφου. Εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Έχει εκδώσει διηγήματα και νουβέλες.
- Η Iris Shun-Ru Chang (1968-2004) ήταν Αμερικανίδα κινεζικής καταγωγής, δημοσιογράφος, ιστορικός και πολιτική ακτιβίστρια.
- Tung Chee-hwa (1937- ) ήταν ο πρώτος επικεφαλής της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ από την 1η Ιουλίου 1997 (όταν το Χονγκ Κονγκ πέρασε από το Ηνωμένο Βασίλειο στη Κίνα) έως την 12η Μαρτίου 2005.
