
Σκεπή
Καλεσμένη σε συνάδελφο.
Το νέο της διαμέρισμα ήταν σε μια πολυκατοικία χτισμένη στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Φάγαμε, ήπιαμε, και κάποια στιγμή μού λέει:
«Ξέρεις τι είναι ωραίο εδώ; Η οροφή δεν έχει μεγάλη κλίση. Μπορείς να ανεβείς και να καθίσεις».
Ανεβήκαμε.
Το Βερολίνο απλωνόταν στα πόδια μας.
Κάτω, ένα τραμ έστριβε τρίζοντας.
Ο αέρας κουβαλούσε μυρωδιά από σχάρα, ίσως δυο πολυκατοικίες πιο πέρα.
Κάθισα κι άφησα τα πόδια μου να κρέμονται στο κενό.
Τα κουνιόμουν ρυθμικά, μπρος πίσω.
Ο ουρανός, γεμάτος αστέρια.
Ξαφνικά, χωρίς λόγο, άπλωσα σαν φτερά τα δυο μου χέρια και φώναξα:
«Πετάω!»
«Βάλε μέσα τα πόδια σου».
Ο ενήλικας
υπάκουσε.
Γωνία
Κυριακή απόγευμα στο μετρό του Βερολίνου.
Γύρω μου πρόσωπα σκυμμένα σε οθόνες, ο υπόκωφος ήχος των σιδηροτροχιών.
Μια γυναίκα απέναντί μου κρατάει μια χάρτινη σακούλα με φρεσκοψημένο ψωμί.
Η μυρωδιά της ζεστής κόρας απλώνεται στο βαγόνι, σπάει την υγρασία.
Γλυκάνισο.
Για μια στιγμή, το τρένο εξαφανίζεται.
Ποδήλατο.
Απέναντι από το σπίτι μου, στη γωνία, χτίζεται μια νέα πολυκατοικία.
Παίζουμε γύρω από την οικοδομή.
Το πεζοδρόμιο είναι γεμάτο μπάζα και σιδερένιες βέργες.
Το τρένο φρενάρει απότομα.
Ανοίγω τα μάτια.
Έχουμε σχεδόν πέσει ο ένας πάνω στον άλλον. Οι όρθιοι.
Οι καθιστοί απλώς τινάχτηκαν.
Όπως έπεσα κι εγώ στη στροφή με το ποδήλατο.
Πάνω στα μπάζα, πάνω σε μια μικρή σιδερόβεργα.
Τρύπησε το πόδι. Σπίτι με τα αίματα.
Μετά στα επείγοντα. Ευτυχώς είχα κάνει το αντιτετανικό.
Δεν χρειάστηκαν ράμματα.
Επικόλληση.
Κοίταξα τον άντρα που έπεσα πάνω του.
«Συγγνώμη», μουρμούρισα.
«Φταίνε οι γωνίες», είπε χαμογελώντας.
Δεν απάντησα.
Σε γωνία έπεσα εγώ.
Έχω την ουλή, άμα δεν πιστεύεις.
Ο σταθμός άλλαξε, οι πόρτες άνοιξαν με θόρυβο.
Κατέβηκα στην Alexanderplatz.
Γωνία Mollstraße.
Το σώμα έχει το αρχείο.
Κλέφτης
Οι κλέφτες δεν έκλεβαν ποτέ.
Ή μάλλον, για λίγα δευτερόλεπτα έκλεβαν τον χρόνο και μας γύριζαν πίσω.
Πρωί πρωί ένας κλέφτης μπήκε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Το δεξί μου χέρι απλώθηκε. Για μια στιγμή κράτησα την αναπνοή μου.
«Κλέφτης!» φώναξα στα ελληνικά, και το σώμα εκτινάχθηκε πριν από τη σκέψη.
Ευτυχώς που δεν το φώναξα στα γερμανικά.
Όταν το κατάλαβα, βρισκόμουν ήδη έξω. Δεν έτρεξα εγώ.
Έτρεξε το πριν.
Αυτούς τους «κλέφτες» κυνηγούσαμε παιδιά, τέλη Αυγούστου, σε μια Αθήνα που είχε ακόμα αυλές και πικραλίδες. Σαν άσπροι αχινοί, σαν μικρά αλεξίπτωτα. «Πιάστε τους», μας έλεγαν οι μεγάλοι, κι εμείς τους πιάναμε. Σκορπούσαν σε σπόρους στο χώμα, κι εμείς κυνηγούσαμε τους επόμενους.
Δεκαετίες στη Γερμανία, δεν είχα ξαναδεί κανέναν. Σήμερα πέρασε ένας, μεγαλοπρεπώς, από την μπαλκονόπορτα, και η γλώσσα με πρόδωσε, φωνάζοντας το όνομά του.
Ο άνεμος ταξιδεύει τους σπόρους. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν τις λέξεις. Κάποιες λέξεις φτάνουν πιο μακριά από τον άνεμο.
Δεν τον έπιασα.
Δεν ήρθε για να τον πιάσω.
Ήρθε για να θυμηθώ.
Διόρθωση
Έγραψα:
έφυγα.
Το άφησα έτσι μέρες.
Κάθε φορά που περνούσα από δίπλα, η λέξη είχε μετακινηθεί λίγο.
Όχι αρκετά για να γίνει ψέμα.
Αρκετά για να μην είναι αλήθεια.
Πήρα το μολύβι.
Δεν την έσβησα.
Έβαλα δίπλα της ένα κόμμα.
έφυγα,
Περιθώριο
Στο κυρίως κείμενο έγραψα:
έφυγα.
Στο περιθώριο:
όχι χωρίς αποσκευές.
Έγραψα:
μένω αλλού.
Στο πλάι:
όχι ολόκληρη.
Έγραψα:
πέρασαν χρόνια.
Στο περιθώριο:
όχι από όλα.
Έγραψα:
διάλεξα.
Εκεί δεν υπήρχε διόρθωση.
Μόνο μια γραμμή από κάτω.
Έγραψα:
δεν θυμάμαι.
Εκεί το χαρτί είχε σχεδόν σκιστεί.
Τα σημάδια δεν προχωρούσαν.
Έμεναν δίπλα στις ίδιες λέξεις.
Εδώ λάθος.
Εδώ όχι ολόκληρο.
Εδώ να μείνει.
Σβήνω τη λέξη «μακριά».
Δεν γράφω «κοντά».
Αφήνω κενό.
Σβήνω τη λέξη «τότε».
Δεν γράφω «τώρα».
Αφήνω κενό.
Τα σημάδια στάθηκαν αρκετά κοντά το ένα στο άλλο.
Ανάμεσά τους άρχισε να φαίνεται κάτι τρίτο.
Το εν τρίτο.
Η Γεωργία Μπεκριδάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει κι εργάζεται ως εκπαιδευτικός στο Βερολίνο.
