
με επένδυση μουσική
Ευγένιος Σπαθάρης
2/1/1924 – 9/5/2009
Της ζωής μου οι ρεκλάμες
[…στα ηχεία, Χρήστος Θηβαίος. “Μείνε”…]
Γράφτηκαν πολλά για εκείνον. Η τέχνη του έλαμψε παντού, η αυθεντικότητα του Ευγένιου Σπαθάρη σημάδεψε την εποχή μας. Υπήρξε τεχνίτης μεγάλος και διέθετε, λένε εκείνο το υλικό της λαϊκής ευφυίας που απαντάται σπάνια μα τότε πώς λάμπει.
Τον γνώρισα μέσα από τον Καραγκιόζη του. Πάνω στο μουσαμά αντίκρισα τη μορφή του, κάπου εκεί ανάμεσα στις σκιές των χαρτονένιων ηρώων του. Καλοκαίρια γύρω από την ασετιλίνη, κάτω από τ’άστρα, νύχτες στο σεράι της Βεζυροπούλας και πάλι μαγεμένες σκηνές ή άλλες αστείες. Νέφη καλαμποκιού από τους υπαίθριους πωλητές, λούνα πάρκ, φώτα και όλοι όσοι φύγανε εκεί. Στη σκηνή του μικρού θεάτρου βρίσκονται όλα όσα θυμάμαι με αυτήν την άφταστη γλυκύτητα που κινδυνεύει να γίνει μια υπόθεση γραφική και έτσι έχω από καιρό πάψει να μιλώ για όλα αυτά.
Κάπου διάβασα πως σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας νέοι καραγκιοζοπαίχτες κρατούν όρθια μια τέχνη που κινδυνεύει. Τι παράξενο στα αλήθεια αν συλλογιστεί κανείς πως ζούμε τόσο καιρό στη σκιά της ευτυχίας που ποθήσαμε. Προσφάτως το Μέγαρο Μουσικής φιλοξένησε παραστάσεις που πάει να πει πως ο Καραγκιόζης φόρεσε τα καλά του τα ρούχα και πέρασε στις τάξεις των ανώτερων πραγμάτων.
Μα έτσι πεθαίνει κάτι, ψιθύρισε το παιδί που ποτέ δεν κοιμάται εντός μου. Μες στα μουσεία και τις αίθουσες τις πιο προβεβλημένες, μια ποίηση παύει να αποτελεί αντίδωρο , το τραγούδι σωπαίνει, η ποίηση ξεθωριάζει από το θαυμασμό. Να λοιπόν που ο Καραγκιόζης, αυτός ο λαϊκός ήρωας, ο εμπνευστής της φυλής μας, ένας Άμλετ ολοδικός μας που ανακαλύπτει από την αρχή τα χαρακτηριστικά μας τα πιο συλλογικά, εισέρχεται με κάθε τιμή στα ωραία θέατρα. Έτσι απλά πεθαίνουν οι σημασίες, έτσι μεταμορφώνεται από τη μια στιγμή στην άλλη η ουσία σε φολκλόρ.
Αν κοιτάξετε βαθιά μες στο βλέμμα του όμως, θα ιδείτε πως πεθύμησε τις πλατείες, τον ίσκιο κάτω από τον γέρικο πλάτανο, την πλατεία του χωριού καμωμένη από πέτρα και βασιλικούς. Το τελάρο του με τις λάμπες τριγύρω νοστάλγησε, το υπόλευκο σεντόνι, τους τενεκέδες που γεννούν σαν το θέλει ο ρόλος πράγματα παράξενα όπως η αστραπή και η καταιγίδα πέρα μακριά. Άλλοτε με μια κλωτσιά στον τενεκέ κατορθώνει να παραστήσει κανείς μια φοβερή μάχη με άλογα που ορμούν και μεραρχίες αποδεκατισμένες στα βάθη πια της αιωνιότητας.
Μέσα του ο Καραγκιόζης που σήμερα αποθηκεύεται στη συλλογική μας μνήμη εξορίζεται για πάντα από τα καλοκαίρια με μια ολόκληρη στρατιά από πράγματα νοσταλγικά όπως η ασετιλίνη, η παιδικότητα, τα φώτα των παιχνιδιών, το ρύγχος της προβλήτας που εισβάλλει μες στη θάλασσα, δίχως λόγο. Τον παρατηρώ κρεμασμένο από κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης μου.
“Τι να σου πω Καραγκιόζη μου, όλα τα ‘πε εκείνος ο τίτλος. “Πεθαίνω σαν χώρα”, μα δεν πήραμε τίποτε χαμπάρι, εμείς οι επίλοιποι Έλληνες που θα ‘λεγε και ο Κακίσης. Μιμητές και υπηρέτες καταντήσαμε, κάνοντας εθνικό ότι δεν υπήρξε ποτέ ελληνικό. Πήραμε το πρόσωπό μας από την Ανατολή και έτσι, δίχως θόρυβο κανέναν, χάσαμε το στοιχείο μιας γνήσιας αριστοκρατικότητας. Έτσι λένε οι άνθρωποι που γνωρίζουν, την πειθαρχία στο μήνυμα των αιώνων το πιο οικείο. Έτσι λένε, την βαθιά και άδολη ευγένεια που βρίσκει όλη τη δόξα του κόσμου μες στην πράξη τ’ανθρώπου την πιο μεγάλη. Εμείς Καραγκιόζη μου, δυστυχώς, κινδυνεύουμε να χάσουμε κάθε μας σύνδεση με τον εαυτό μας το βαθύτερο, με τους χορούς, με τα τραγούδια, με αυτό τον απροσδιόριστο, τον βυζαντινό μας χαρακτήρα, με τον φυσικό κόσμο. Και έτσι ξεκομμένοι γινήκαμε υποχείριο του καθενός Καραγκιόζη μου. Με ένα μισθό και χορεύουμε σαν την αρκούδα του αρχαίου γύφτου, από πανηγύρι σε πανηγύρι, με το φερετζέ γύρω από το στόμα, με το χαλκά και με τη συντριβή εκείνου που έπαψε να’ναι λαός και μεταμορφώθηκε σε αγέλη και σε μάζα. Να μας συμπαθάς κυρ Καραγκιόζη μου. Μην νομίζεις πως μονάχα εσύ πονάς. Φαντάσου, εμείς που χάσαμε για πάντα την αθωότητα. Μες από το ανοιχτό παράθυρο διαβήκαμε σαν το παιδί, ποτέ δεν επιστρέφουμε”.
Ζωγραφιές σαν ιστορίες
Πωλ Γκωγκέν
7 Ιουνίου 1848 – 8 Μαΐου 1903
[…στα ηχεία Nau Haka Taranga που σημαίνει στη γλώσσα της Ταϊτής, “όμορφη κοπέλα”…]
Καφενείο της νύχτας στην Αρλ, 1888,
Αν δεν ήταν η ζωγραφική, δεν θα σώζονταν τόσες και τόσες νύχτες, τότε στην Αρλ, παραμονές του παλιού αιώνα, με το χρώμα που διστάζει να αλλάξει. Με το σχέδιο που ζητάει να απαλλαχτεί από τις γραμμές του, με τις μορφές που μιλούν, με το παιχνίδι της προοπτικής.
Οι μεγάλοι δάσκαλοι του μάθανε το χρώμα. Το κόκκινο, πρωτίστως αυτό, που ‘βαφε τους τοίχους σ’ εκείνο το καφενείο της νύχτας. Όλα τα υπόλοιπα, το περιστατικό που σήμαινε για πάντα η ζωγραφιά το κράτησε δικό του. Και τον χρόνο, τον άφησε έξω από το καφενείο και φόρεσε στη γυναίκα το καλό της το χαμόγελο, αυτό που φορούν οι άνθρωποι όταν σπάνε και όταν λένε την αλήθεια για τον εαυτό τους. Μορφές αντικειμενικές γεννήθηκαν, επιτέλους τις αντικρίσαμε όλες εκείνες τις καινούριες φόρμες, τα μάτια μας ανοίξαμε και είδαμε τον κόσμο.
Ω, εσείς άνθρωποι της νύχτας και εσείς κορίτσια Ταϊτινά, αλησμόνητα μες στο σύθαμπο, όταν ακόμη όλα είναι ελεύθερα και για μια στιγμή μετέωρα, σαν στοχασμός που θα κρίνει τις τύχες του κόσμου. Και εσείς άνθρωποι της νύχτας, πέρα μακριά στα 1888 υψώστε όλοι, εμπρός, τα ποτήρια και πιείτε στην υγειά του Πωλ Γκωγκέν, του μεγάλου ζωγράφου, που έκανε το λαϊκό κορίτσι κάτι σημαντικό μες στην τέχνη. Ακριβώς όπως κανείς με τέχνη και ευφυία καταφέρνει και μεταμορφώνει σε ήλιο μια κίτρινη κηλίδα.
Πρόσωπα
Βασίλης Διαμαντόπουλος
15 Νοεμβρίου 1920 – 5 Μαΐου 1999
[… “Εγώ σε αγάπησα τον Μάη”…]
Οι ηθοποιοί που σήμερα λογαριάζουμε μεγάλους, ξέρουμε να τους κρίνουμε από αυτήν την αίσθηση της φυσικότητας. Το χάρισμα να μοιάζουν απολύτως πραγματικοί, σαν τάχα οι ζωές τους να συμβαίνουν όπως η τέχνη, εδώ πλάι μας, στο δρόμο της καθημερινής ζωής μας. Διαθέτουν μια αρμονία υποδειγματική, σαν τους ζωγράφους αντλούν το καλύτερο από τους χαρακτήρες που υποδύονται, το πλέον αντιπροσωπευτικό. Και έτσι εκπληρώνουν εκείνο το “εκ του φυσικού” που λένε, κατορθώνοντας να διαμορφώσουν την έκφρασή τους μέσα από δυο μονοπάτια. Πρώτα γνωρίζουν εκείνο που θα αποδώσουν και αργότερα το νιώθουν βαθιά εντός τους, σε έναν βαθμό υψηλό. Σαν να λέμε πως αντιλαμβάνονται τις θερμοκρασίες του ρόλου και δίχως να εμφανίζονται όμοιοι με εκείνο που φανταστήκαμε, καταθέτουν μια αρμονία πρωτοφανέρωτη που μας αφήνει αμήχανους, να παραδεχόμαστε την ανωτερότητά τους.
Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος ανήκει σε αυτούς τους λίγους εκπροσώπους της τέχνης που με περίσσια φυσικότητα ζωγράφισε τους μεγάλους του ρόλους. Κάθε τέτοια εποχή, όταν τον θυμάμαι ξανά στα χείλη έχω τη γεύση του “Εκμέκ Παγωτού” , μια ευχάριστη παραφροσύνη, τόσο ακηλίδωτα αθώα. Και τα δυο ισχύουν ακόμη και μόνο ο εξαιρετικός αυτός ηθοποιός λείπει από εκεί έξω.
Τα καλούπια
Είχε χάσει τον εαυτό του. Τον βασάνιζε κάτι που τον έπαιρνε διαρκώς και πιο μακριά. Μάταια πάσχισαν οι δικοί του να τον σώσουν. Χανόταν με τις ώρες στις εξοχές, από λόγια δεν έπαιρνε. Αργά ή γρήγορα τον άφησαν να κάνει τη θέλησή του, είπαν στο σπίτι πως αυτός χάθηκε, πως είχαν ένα παιδί λιγότερο. Και εκείνα τα ρούχα, τα βιβλία, τα πράγματα που κανείς δεν τα θέλει σε ποιον ανήκουνε; Κανείς δεν απαντάει και δεν μιλούν για αυτόν τα μεσημέρια. Αν κανείς πει το ονομά του κατά λάθος, οι άλλοι τον κοιτάζουν με ενοχή, γοργά που αλλάζουν θέμα. Και ξεχνούν.
Έζησε μονάχος του για χρόνια. Κάποιος τον είχε καταδικάσει σε μια εξορία ανίκητη. Συνήθισε τη μοναξιά, γίνανε φίλοι, εκείνη έσκυψε στον κόρφο του. Μακριά, μακριά να πας από τους ανθρώπους μες στα χέρια της που’χουν τις πληγές από τα καρφιά. Έζησε μονάχος του ώσπου στο νου του σκίστηκε η αστραπή. Και έφτιαξε μες σε μια νύχτα μόνο το έργο της ζωής του, αυτό για το οποίο είχε γεννηθεί. Το ‘νιωσε πως ήταν αυτό επειδή θέλησε να πεθάνει, χτυπημένος από την αγάπη. Το ‘μαθε επειδή το είπαν τα πουλιά προτού χαθούν στο νότο.
Πάνε χρόνια που γύρισε. Τίποτε και όλα είχαν αλλάξει. Σε εκείνους που μένανε ακόμη είπε πως βρήκε τον εαυτό του. Μα εντός του γνώριζε πως είχε γυρέψει το σχήμα του κόσμου, πως το ‘χε βρει για να το χάσει. Έφυγε ξανά και δεν επέστρεψε ποτέ.
Η ζωή του, είπαν υπήρξε το είδωλο ενός σκοτεινού θαλάμου. Μια φορά κοίταξε και χάθηκε.
Άνθρωπος είναι, είπαν, μπορεί αν το θέλει να χαθεί, συμπλήρωσε κάποιος και αυτή στάθηκε η μόνη πειθώ που δικαιώνει την ιστορία ή το όνειρό του, κανείς δεν αποφάσισε ακόμη.
Ημέρα της Μητέρας
[…στα ηχεία, μια αφιέρωση που κυμαίνεται στην αιωνιότητα μήπως και σε συναντήσει. “Σίδερο με Ατμό”, Νικολακοπούλου, Κραουνάκης, Πρωτοψάλτη. Δικό σου μάνα…]
Τα μελανόμορφα αγγεία σαν αυτό που φυλάσσεται στον Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο του Τάραντα, φέρουν γλαφυρά τα χαρακτηριστικά της τέχνης τους. Μα και την ουσία της ανθρώπινης παρουσίας, μιας κίνησης που δίχως να απομένει άσχημος μορφασμός συλλαμβάνει μια στιγμή εκφραστική. Θέλω να πω πως υπάρχει το πριν και το μετά μα τον καλλιτέχνη τον ενδιαφέρει πρωτίστως η στατική πόζα, μια στάση που να’χει πλαστικότητα και σύνθεση γραμμών. Θέλει να’ναι συνάμα πραγμάτωση του σκοπού, προσθέτοντας μια αξία στοχαστική πάνω στο θέμα του. Στο γίγνεσθαι της ζωής θέλει μια ευθεία αναφορά να κάνει, να δείξει πως είναι ανθρώπινοι εφιάλτες και όνειρα οι θεοί εκεί στα ψηλά.
Θα μου πείτε τι σημασία έχουν όλα ετούτα; Η σκηνή μιλά μονάχη της. Η θεά Αφροδίτη βγάζει το σανδάλι της και με αυτό απειλεί τον παμπόνηρο Έρωτα, το γιο της που τόσες πολλές σκανταλιές σκαρώνει και ανακατώνει την τράπουλα της μοίρας. Μια σκηνή από κάποιο αγγείο στον Τάραντα φανερώνει με γραφικότητα περίσσια μια στιγμή της ζωής.
Και έχει το έργο μια τέτοια πειθώ που με κάνει να ανακαλώ στη μνήμη τη μάνα μου, από καιρό πια χαμένη για τον κόσμο, όχι για μένα. Την θυμάμαι στη στάση του μελανόμορφου αγγείου να τιμωρεί το δικό της μικρό θεό που έπεσε από τα σύννεφα και σκοτώθηκε μες στη στέρνα της ενηλικίωσης. Τώρα που το συλλογίζομαι θα ‘δινα τα πάντα για να ξαναζήσω εκείνες τις σκηνές του πιο αθώου τρόμου. Και έπειτα, την ώρα της συγχώρεσης που έπεφτε όλος ο ίσκιος της αγάπης μαζί με τα δυο της χέρια, τι να θυμηθώ και τι να αφήσω.
Όλα γίνανε σκόνη πια. Το σπίτι της ολόλευκο πλάι στο δρόμο. Ξέρω πως αν κάποτε τη γυρέψω δεν θα την βρω εκεί, επειδή οι άνθρωποι όταν χάνονται μόνο στη μνήμη και τις καρδιές μας ζουν.
Βρίσκω την ευκαιρία και μετά από τόσα χρόνια, ξαναλέω εκείνη τη φράση που ‘χα αποφασίσει πως ποτέ δεν θα ξαναπώ. “Χρόνια πολλά, μαμά” και οι λέξεις να παίρνουν αρώματα από λουίζες απέθαντες, δικές της.
Αποσπασματικά από τον κυριακάτικο τύπο
Λυσιστράτη, τώρα και στην Κίνα
[…μαμά γερνάω. Επειδή όλα σε εκείνες τα χρωστούμε, ένα τραγούδι μόνο δεν φτάνει…]
Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός χαίρει σήμερα της εκτίμησης και του παγκόσμιου θαυμασμού. Και τούτο όχι μόνο για την εκπλήρωση των ρυθμών και της αρμονίας, όχι για τους στίχους και τα συμπλέγματα τα μαρμάρινα. Περισσότερο από όλα τον εκτιμούν επειδή με τις ιδέες του προσέφερε στον κόσμο κάτι που ως τότε έλειπε. Έθεσε τις βάσεις για τον ανθρώπινο στοχασμό και τις μετέπειτα πνευματικές επαναστάσεις καλλιέργησε μες στα θεμέλιά του.
Έτσι και η Λυσιστράτη βρήκε τον τρόπο να ανανεώσει τη σχέση του θεάτρου με την κοινωνία στην κινέζικη πραγματικότητα. Με την Κατερίνα Ευαγγελάτου να κρατά το γενικό πρόσταγμα και έναν θίασο από Έλληνες και Κινέζους, η κωμωδία με τον έντονο αντιπολεμικό χαρακτήρα και τα μηνύματα για τις σχέσεις των δύο φύλλων αποκτά και πάλι έναν χαρακτήρα επίκαιρο. Ειδικά στην κινεζική πραγματικότητα του συντηρητισμού, εκεί που παρόμοια βήματα συμβαίνουν με καθυστέρηση.
Να που βρήκε ο παππούς Αριστοφάνης λοιπόν τον τρόπο να απευθυνθεί σε ξένους τόπους. Μα όχι με λιγότερο βάρος από εκείνο που μίλησε σε τούτα τα λιθάρια αιώνες πίσω. Και ετούτο ακριβώς, η ιδέα σαν να λέμε, στέκει το συντριπτικό πλεονέκτημα του αρχαίου μας θεάτρου. Η αρχαία του καρδιά χτυπά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά φανερώνοντας το σημάδι της τέχνης στον κόσμο. Φανερώνοντας την ανάγκη μιας ζωής πνευματικότερης, ποτισμένης με αξίες μεγάλες και ανθρώπινες, ντυμένης τη λαϊκή και αδιαμφισβήτητη ετυμηγορία του ενστίκτου.
Α.Θ
