
[…Ο Θωμάς και οι τυμβωρύχοι με τις αρμαθιές των μουσικών κλειδιών στις χούφτες τους. Και κάτι από το πιθανολόγιο του ανθρώπου, εκείνη τη μεγάλη ρόδα του Ελύτη που έπαψε να γυρνά. Και ο κόσμος, από τότε, τι ήσυχα και ανεπιφύλακτα που καταρρέει. Στο φωταγωγημένο ταμπλό μιας τέτοιας στιγμής καρφιτσώνω αυτές εδώ τις ιστορίες…]
Στα γραφεία της ασφάλειας, βράδυ Κυριακής με κάτι παλιόρουχα, διαλυμένος, τα κομμάτια χάμω στο μωσαϊκό του παλιού καιρού. Ο ανακριτής ρωτάει.
“Έχετε ιστορικό; Κάποια περίπτωση οικογενειακή, κανέναν με τσακισμένη ψυχή;”
“Όχι, υπήρξαν όλοι τους χαρακτήρες σταθεροί. Με τη ζωή τους, τις υποχρεώσεις, τα σχέδια, ξέρετε, υπήρξαν όλοι τους χαρακτήρες κανονικοί. Μόνον εγώ, μόνον εγώ πήρα έναν άλλο δρόμο. Το είχαν επισημάνει οι ιατροί, οι δάσκαλοι τόνιζαν την ανάγκη να ληφθούν πρόσθετα μέτρα, αυστηρότης, περιορισμός του ελεύθερου χρόνου και άλλα τέτοια. Όμως, τίποτε από αυτά δεν μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα των πραγμάτων. Διότι, ξέρετε κύριε (ανάβει ένα τσιγάρο), εγώ πίστεψα πολύ στο έργο μου. Είπα, θα του χαρίσω όλη μου την καρδιά, όλο μου τον εαυτό, κύριε. Το είπα και το έκανα. Και ίσως κάπου εκεί να έχασα τον εαυτό μου, κύριε. Ότι είχα και δεν είχα το ποντάρισα στο ασύλληπτο. Συμβαίνει, καμιά φορά οι άνθρωποι να θυσιάζονται, κύριε. Κάτι κερδίζουν, κάτι χάνουν, ξέρετε. Κανείς δεν είναι σίγουρος, ξέρετε, γράμματα πλάι στο κύμα”.
Δεν είπαν τίποτε άλλοι οι δυο τους. Ο ανακριτής συμπλήρωσε τα χαρτιά, είπε χαμηλόφωνα “λυπάμαι” και τον άφησε μονάχο του μες στο δωμάτιο. Οι γωνιές γίνονταν πελώριες, τα χείλη του πικρά, η γεύση της ζωής του. Ω, η γεύση της ζωής του, λέει. Μια διαφάνεια παντού τριγύρω.
Πρόσωπα
Θωμάς Γκόρπας
1935-2003
[…”Παλιός στρατιώτης”, χαμένος μες στους δρόμους του χρόνου…]
Ελπίζω. Στα άδεια τα καφενεία, ελπίζω, στις μορφές που μέσα τους γερνούν. Πως λέει, μια φορά και έναν καιρό, χρόνια μετά από αυτές τις σημειώσεις, κάπου ανάμεσα στους πάγους, θα φανεί ένας τέτοιος ποιητής. Να γράφει πονεμένα, να μιλά ανθρώπινα, σε χρόνους υπερσυντέλικους, φοβερούς. Μια αυτοκριτική κάτω από τις φτερωτές, πλάι στα ψυγεία που παγώνουν το χρόνο ώσπου μεγάλα δεμάτια του εαυτού σου να ριχτούν μες στο στίχο. Όλα σαν σημαίες θα λάμψουν τα ακρόπρωρα και έπειτα γραμμή για τα καινούρια λιμάνια, τα φρέσκα.
Ελπίζω πως μες στη σιγαλιά, κάτω από τη βαρύτητα του βραδινού θανάτου, κάποιος θα σηκωθεί. Θα σταθεί, θα διαβάσει από το αναγνωστικό της βροχής που το διδαχτήκαμε μες στις φωτιές και τώρα πάει, στήλη καπνού σε μακρινό στερέωμα. Ελπίζω πως θα φανεί κάποιος σαν τον Θωμά Γκόρπα που δεν τον γνώρισα και δεν τον έζησα. Μα βρήκαμε λέει, ένα κοινό τόπο μες στ’όνειρο, πάει να πει ο τρόπος που μιλά, ο τρόπος που πονά μου ταιριάζει. Και όλα τα κάνει να μοιάζουν αδέλφια μου, και όλα μου θυμίζουν εκείνο το ανήκουμε στα νερά”. Τέτοιες μέρες ο Καρούζος φωταγωγείται.
Ελπίζω πως με όλο το κόστος, πως με όλη τη δαπάνη, μια μέρα θα αψηφήσει κάποιος τούτη την άσχημη τη σάτιρα και έτσι, από πείσμα, σαν τάχα να μην ξέρει πως το κύμα όλα τα σβήνει, με την κιμωλία θα σκαρώσει παραδείσους.
Ελπίζω στους ποιητές που θα τρέμουν από νοσταλγία, στις καρδιές που θα σπάνε από αγάπη. Ελπίζω σε ποιητές όπως ο Θωμάς Γκόρπας με έναν στίχο ασύλητο, έξω και πέρα από σχήματα συνηθισμένα, σαν της Περσεφόνης της άμοιρης την σκιερή εκείνη κάμαρη.
Πρόσωπα
Δημήτρης Μητροπάνος
2 Απριλίου 1948 – Μαρούσι, 17 Απριλίου 2012
[…στα ηχεία, “Τυμβωρύχος”. Μέσα από το χρόνο έρχεται να μας δει…]
Μπήκαμε στ’αμάξι. Σε ρώτησα πού πηγαίνουμε μα δεν μου απάντησες. Άρωμα λικέρ, σκοτωμένοι δρόμοι, ένας άνεμος κλέφτης να ανακατώνει τις ζωές. “Όλα θα αποκαλυφθούν το πρωί, η νύχτα συμβαίνει ερήμην μας”, μου λες και αφαιρείσαι.
Πάνω στη σιωπή, βάζω το ραδιόφωνο. Εσύ είχες περάσει κιόλας στο όνειρο, πλάι μας τα φώτα της κοντινής πολιτείας. Σε λίγο όλα χάνονται. Ο Μητροπάνος τραγουδάει τα νιάτα στο Μιραμάρε.
Την ομορφιά και τα τραγούδια τα φτιάχνουν μονάχοι τους οι άνθρωποι, σκέφτομαι και έξω το δειλινό πεθαίνει γρήγορα.
“Χάθηκα πάλι μες στο πρόσωπο εκείνης”, τραγουδάει ο Δημήτρης Μητροπάνος, το φεγγάρι φέρνει στο βάθος δυο στροφές και ύστερα καρφώνεται εκεί απάνω. Η τελευταία λέξη της νύχτας, αυτό μόνο.
Σταθήκανε απέναντί του. Τον κοίταξαν για ώρα, δεν είπαν τίποτε. Μόνο μια φορά ρώτησε ο ένας από τους δυο. Το πρόσωπό του χανόταν μες στους καπνούς.
Ζωγραφιές σαν ιστορίες
“Ο άνδρας με το ένα παπούτσι”
Jean Helion
[…μέρες αδέσποτες, δικές μας μέρες. Χρήστος Θηβαίος…]
“Αν τον δείτε αυτόν τον άνδρα, πείτε μας”, τόνισε με νόημα ο αξιωματικός. Και στην επιφάνεια του τοίχου σαν να σάλεψε μια στάλα μες στον άνεμο η μορφή του “ανθρώπου με το ένα παπούτσι”. Από εδώ και πέρα, έτσι θα τον λένε. Πρόκειται για μια φράση απολύτως τετριμμένη που ωστόσο τονίζει το αίνιγμα με μια επιθυμία υποδόρια.
Πλησιάσαμε να δούμε. Μια δύναμη μας έκανε να προσπαθούμε να θυμηθούμε τη φορά που ανταμώσαμε με αυτόν τον άνθρωπο. Η πεποίθηση, η προσωπική όμως βεβαιότητα που είχε ο καθένας από εμάς, η σιγουριά της ανάμνησης ενός άνδρα με ένα και μόνο παπούτσι, με κέντριζε με αμφιβολία.
Σύντομα, καταλήξαμε πως ουδέποτε τον είχαμε συναντήσει. Μέρες μετά, στο μπιλιαρδάδικο του Γουίλ, ο Λανς μου είπε κάτι συνταρακτικό.
Η στεκιά θα ήταν κρίσιμη. Ο Λανς με πλησίασε, ζύγιασε το χτύπημα του, γέρνοντας πάνω στο τραπέζι. Μια παρέα μπήκε στο μαγαζί και κατευθύνθηκε στο πίσω δωμάτιο, πάνε χάθηκαν. Στην παύση από το πέρασμά τους, ώσπου να περάσει ο κόσμος στην επόμενη σκηνή, ο Λανς έγειρε προς τη μεριά μου και ψιθύρισε.
“Εγώ τον είχα δει. Τον βλέπω ακόμη, σχεδόν με καταδιώκει. Δεν είπα τίποτε μα γνωρίζω αυτόν τον άνδρα με το ένα παπούτσι. Μην με μαρτυρήσεις, όλα γίνονται μες στο όνειρό μου. Καταλαβαίνεις σωστά;”
Έριξε τη στεκιά του, το ραδιόφωνο ξέσπασε με τραγούδια του ‘ 60, η παρέα άρχισε να μαλώνει, κανά δυο από αυτούς πιάστηκαν στα χέρια, έγινε μακελειό. Ο Λανς με πήρε από το χέρι και αφήσαμε εκείνους τους ανθρώπους να παίξουν με όσο αίμα θέλουν.
Ζωγραφιές σαν ιστορίες
The Acrobats
Alexander Calder
[…Τρύπες, “Γιορτή”…]
Και όπως οι φτωχοί μπεκρήδες του Σαββάτου που αντικρίζουν σε ένα δρομάκι τον Θεό, αποκαλύφθηκε εμπρός μου το θαύμα.
Όλο και όλο ήταν δυο ακροβάτες. Μα δεν είχαν τίποτε το ανθρώπινο και έρχονταν μέσα από τη σιγή του χρόνου. Δεν είχαν μορφή για να τους θυμούνται οι άνθρωποι. Μόνο μια κίνηση, κάτι σαν αιώρηση και έκπληξη, σαν κάτι που θα συμβεί όταν η σκηνή ζωντανέψει. Και να ξέρετε, αυτό καμιά φορά συμβαίνει, όταν δηλαδή δει κανείς τα πράγματα με τα άλλα του τα μάτια, όταν τα μαρτυρήσει ανάμεσα στα άνθη του κήπου, μες στα μικρά λουλούδια, σαν όνειρα επίλοιπα, δικά μας.
Και έχω την αίσθηση πως σαν αποστρέψω το πρόσωπό μου, θα κριθεί ολάκερος ο κόσμος με την πιο ανεπαίσθητη από τις κινήσεις των ακροβατών. Και δεν παίρνω από εκεί την καρδιά μου και όλο φαντάζομαι πως είμαι εκείνη η παράτολμη φιγούρα, εν ακμή ευρισκόμενος και σε χορογραφία.
Α.Θ
