Απόστολος Θηβαίος | Το τροχαίο

© Flor Garduño

Μίλτο, παιδί μου

σκηνή

Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά…]

(Μίλτος Σαχτούρης, απόσπ. “Η σκηνή”)

 

Όσα χρόνια και αν περάσουν, τίποτε δεν θα αλλάξει. Η τέχνη του στίχου θα παραμένει μια υπόθεση εξωφρενικά προσωπική, μια μαρτυρία του κίτρινου χρώματος, ο ορισμός της αγάπης, της νύχτας και της αυγής, της νοσταλγίας ένα κάποιο πορτραίτο, το κλισέ που σ’αρέσει δίχως λόγο. Ποια εξήγηση να πείσει όταν το ζητάει η καρδιά;

 Πράγματα της αιωνιότητας και του άρρητου,  θα σταθούν το υλικό που δονεί ανεπιφύλακτα τα κλειστά παράθυρα της ποίησης. 

Όσα χρόνια και αν περάσουν, όσο παλιό και αν γίνει το φεγγάρι, θα υπάρχουν στιγμές που όλα τρέμουν και χάνονται. Στην κόχη ενός ποιήματος θα ανεμίζει το ρετάλι του ονείρου σου, όταν όλα τελειώσουν. Και αυτό είναι κάτι, όσα χρόνια και αν περάσουν, όσα χρόνια και αν περάσουν. Μια ύστατη γραμμή άμυνας.

Η ποίηση θα πετυχαίνει με των αισθήσεων την αγάπη, όσα ποτέ και κανείς δεν κατόρθωσε. Η ποίηση, μια μετάφραση που δεν είναι ετούτου εδώ του κόσμου. Ω, η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, μια τουφεκιά λέει, μες στη σιγαλιά. Και η ψυχή μας που τινάζεται και τα σώματα που κατακρημνίζονται στον έρωτα. Την ποίηση λέει και όσους από έρωτα ξεπέσανε ποτέ δεν τους συγχώρεσαν οι άνθρωποι.

Ο Μίλτος Σαχτούρης, με όπλο του τις λεπτές γραμμές του φόβου του, έκαμε ανάγκη τον στίχο του. Και είδαν οι παλαιοί άνθρωποι έκθαμβοι τούτο το τρελό παιδί που στέκει εμπρός στα μάτια τους, μια φωνή θυέλλης, ένα πρόσωπο σβησμένο μα αιώνια παρόν πίσω από τα κουρτινάκια της πραγματικότητας, τα μισοτραβηγμένα. 

Διάλεξα τούτο το ποίημα επειδή άλλος κανείς, ποτέ δεν κατόρθωσε να εξορίσει τη δυστυχία από τούτο τον κόσμο, τον παράφορο. Στους στίχους που μας άφησε ο Σαχτούρης, απόγονος γενιάς θρυλικής, βρήκαμε μια τρυφερότητα και μια μετάφραση του τρόμου, μια ζωγραφιά του σαν να λέμε. Και ευθύς εμοιάσαμε με τους μπεκρήδες του Σαββάτου που συναντούν επιτέλους τον Θεό. 

Μαρτυρία θιάσου
Ιάκωβος Καμπανέλης

“Τ’ ακούσατε; Το “Μεγάλο μας Τσίρκο” φθάνει στην πόλη. Κάποιοι που συνάντησαν στο δρόμο τον παράδοξο εκείνο θίασο, έχουν να λένε για τις στολές τις σκονισμένες, για τα πρόσωπα τα μελαγχολικά, για τις κατάκοπες μορφές, τη φθορά του χρόνου και άλλα. Αν δεν τ’ακούσατε, το τσίρκο φθάνει περί την ενάτη αυριανή. Θα εισέλθει από την περίφημη Κερκόπορτα , δίχως τιμές και φανφάρες. Διότι, αν δεν το μάθατε, σας το λέω εγώ. Μες σε τούτη την εποχή, το “Μεγάλο μας Τσίρκο” συνιστά μια ανωμαλία πολιτική διά τα ήθη τα χρηστά, τα τυλιγμένα μες στην ευσέβεια. Διά αυτούς που θα θελήσουν να το επισκεφτούν, πάντοτε μυστικώς και ανομολογήτως, να ξέρουν πως μια δικαιολογία πιστευτή για τας αρχάς, θα’ναι εκείνο που ‘πε ο Μποστ. Αν σας εγκαλέσουν πείτε “εγώ ήλθον διά πέρδικας και κανέναν λαγώον εάν βεβαίως έβρομεν”. Φυσικώς, το θήραμα να ξέβρετε,  ευρέθη και είμαστε εμείς που μας σπαράζει της ιστορίας μας το “μεγάλο τσίρκο”. Αυτός ο θίασος που μας μεταφράζει διά χειρός Ιάκωβου Καμπανέλη, κρατούμενου εις το φοβερό στρατόπεδο Μάουντχαουζεν, μια φορά και έναν καιρό”.

Κάποιοι βήξανε, άλλοι μελαγχολικά πιάσανε στα πίσω τα τραπέζια ένα σμυρναίικο αμανέ. Και ευθύς η ιστορία μας εκπληρώθηκε, έσβησε καπνίζοντας, μια στήλη του ανέφικτου, λέει. Έσβησε, σαν το κεράκι, στο βάθος του μαγαζιού, έσβησε της αθωότητας το κεράκι.

Ζωγραφιές
Υφαντής σε ανοιχτό παράθυρο, 1884, Μόναχο

Βίνσεντ Βαν Γκογκ
30/3/1853-29/7/1890

Ήταν και ετούτο μια ζωή. 

Ο Χανς ολημερίς δούλευε τον αργαλειό. Είχε την αδυναμία να κρατεί ορθάνοιχτο το παράθυρο στο πλάι του. Στο βάθος σκυφτή η γυναίκα φρόντιζε το χωράφι, ίσως από κάπου μακριά να ακουγόταν το τραγούδι των ανθρώπων, η φτερωτή του ανεμόμυλου, το απαλό χάδι του ανέμου πάνω στα στάχια, τέτοια πράγματα μεγαλειώδη.

Ο Χανς, ο Υφαντής, έζησε και πέθανε σε μια αγροικία έξω από το Μόναχο, παραμονές του τρομερού εικοστού αιώνα. Ήσυχα που σώπασε ο αργαλειός και τι ειρηνικά που εξαιρέθηκε από το τοπίο η σκυφτή γυναίκα. Ο ανεμόμυλος, τα στάχια, ολόκληρος εκείνος ο κόσμος του 1884 πέταξε και πάει. Μια πιστολιά που ακούγεται και ο χρόνος σμάρι πουλιά που σκορπάνε.

Ω, τι λύπη που εκπέμπουν όλα, λύπη “λεπτά κρησαρισμένη” που λέει και ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο ποιητής της Βικτωρίας. Καμιά ωστόσο μαρτυρία, έτσι γαλήνια που είναι η έκφραση του Χανς του υφαντή, έτσι ωραίο που είναι το καλοκαίρι, σκέτο θάμπος.

Η ζωή πλάι σε εκείνο το παράθυρο ήταν μια κάποια ζωή και αξίζει, έτσι απλή και αστόλιστη να λάμπει σήμερα, τρεμάμενη, σαν πίσω από την ομίχλη του καιρού, μες στο βυθό του κάδρου.

Το τροχαίο

διήγημα που δεν ξέρει τι ήθελε να πει, μήτε για που τραβά

Τα άδεια τα καφενεία και οι ξαφνικοί θάνατοι με ξεβολεύουν. Με ενοχλούν, πώς το λένε; Παρεισφρέουν πίσω από την τελευταία γραμμή της άμυνας μου. Οδηγώ μες στην Αθήνα που γκριζάρει επικίνδυνα και όλα τα ζυγίζω. Δεν δίνω σημασία ιδιαιτέρως, βεβαίως – έτσι για να κάνει ρήμα, να σπάσει χάμω το ποτήρι του αρραβώνα μου του ψεύτικου με τη ζωή – διότι καραδοκούν εις τα στενά αλλότριες δυνάμεις. Φοβερά μηχανήματα με ονόματα ιαπωνικά, έτοιμα για χαρακίρι ή σκοτωμό. 

Βρίσκω την πορεία μου, αργά κυλάω, κάπου εδώ με περιμένει το απροσδόκητο, το ξέρω. Εγώ από αυτήν την πλευρά και εκείνο το άλλο , το φωταγωγημένο μυστικά, μόνο για μένα που καταφτάνει ως αυγή επελαύνουσσα εν τω μέσω της νυκτός. Άραγε, πότε θα συναντηθούν αυτά τα δυο, η μοίρα μου πότε θα εκπληρωθεί, μου λες; Βουβή η κούκλα κρατά επτασφράγιστο το μυστικό και το κορμί της στην πλαστική την ακαμψία.

Φωνή βοώντος στην έρημο, πεθαμένες πεταλούδες, σαν χάρτινα παιχνίδια που κανείς ποτέ δεν θα θελήσει, όχι ξανά, όχι ξανά. Παρκάρω και οδηγούμαι στο εσωτερικό του καταστήματος.  Ελέγχω τα πέριξ, αναζητώ τις ύποπτες κινήσεις, το διπλοπαρκαρισμένο τσεκάρω σε ποιον ανήκει, έτσι από μια διαστροφή. Οι ιατροί είπαν κατάλοιπο της εποχής, ανίατη περίπτωση. Έτσι λυτρώνεται κανείς εννοούσαν, μα το ‘παν με άλλα λόγια. Εφάρμοσαν δηλαδή μεθόδους καμουφλάζ. 

Στην πρόσοψή του έχει  μια ανεξάντλητη ποικιλία πλαστικού μέιντ ιν τσάινα, – στα ελληνικά μας, έτσι να μας γίνεται βίωμα και σκηνή μες στην πολιτεία. Κινέζες με ταγέρ λονδρέζικο, σε στυλ ανδρόγυνο, με τολύπες διαλόγων πάνω από τα κεφάλια τους. Τις καταδιώκει ένα βαρομετρικό, σαν να λέμε, χαμηλό πολύ, όπως αυτό που πλημμυρίζει δρόμους και μοναξιές. 

Μα πιο μέσα το κέφι ανάβει. Διότι εκεί μέσα που λέτε, στο βάθος, πίσω από δωμάτια αρχαία και παλιά, τσίγκινα φεγγάρια, πουλάνε στολές όλων των ειδών. Για την ακρίβεια νοικιάζουν ζωές και έτσι μπορεί κανείς να μπει εκεί μέσα ως λογιστής και να βγει βατραχάνθρωπος ή να εισέλθει με την πίστη του προφήτου για να εξέλθει μετά βαίων και κλάδων ως ροκ σταρ που πιάνει την κιθάρα του για να σολάρει, τσακίζοντας καρδιές.

Έτσι όπως το σκέφτομαι, θα νοικιάσω τη στολή ενός κλοσάρ. Η μάνα μου ονόμαζε έτσι τους κομψούς αλήτες ηθοποιούς του δρόμου, παραστάτες της φαντασίας μες στο χάος. Θα περπατήσω τους δρόμους, θα κοιμηθώ χάμω στο δρόμο, ίσως ξενυχτίσω με τους ταξιτζήδες στην πιάτσα, ίσως πάλι μπλέξω σε κανένα καυγά και ίσως πέσω θύμα ληστείας σε κάποιον υπόγειο. Άμα με πάρει το παράπονο θα παίξω έναν μεγάλο ρόλο, έτσι αδέξια και αθέλητα θα δώσω τον καλύτερο εαυτό μου, μέχρι θανάτου θα τραγουδήσω τους στίχους. Το πρωί θα πιω τον καφέ μου με ζαχαρίνες και φανταστικά φιλιά.

Θα την φέρω τη στολή αύριο το απόγευμα, λέω στον τύπο. Και αυτός που δεν μιλά, μου γνέφει καταφατικά και αυτό είναι όλο. 

Τώρα που σας τα γράφω όλα αυτά, τώρα που καταλαβαίνω πως είναι χάσιμο χρόνου να διαβάζει κανείς τις αυθαιρεσίες ενός τρίτου, τώρα με παίρνει το παράπονο. Και η αμφιβολία μου εντείνεται. Μα θυμάστε που σας είπα κάτι για γραμμές αμυντικές και δυνάμεις που ξεγλιστρούν στα νώτα μου; Ε, να ξέρετε, αυτό εννοώ, την διχογνωμία μου ή μια βεβαιότητα – άκου λέει διχογνωμία!- πως υπερβάλλω. Να ο υπαίτιος της προδοσίας.

Καθόλου δεν υπερβάλλω, μα την κρισιμότατη στιγμή, το λευκό σεντάν, αθόρυβα, σχεδόν ύπουλα, προβάλλει τη μουσούδα του στην κόψη του στενού. Πρέπει να πάρω την κατάσταση στα σοβαρά.  Κόρνα, φρένο, φιλιά, αγγελούδια, της ισορροπίας παράτολμες ασκήσεις. Σκοτάδι στη σκηνή και τίποτε. Και τώρα τη στολή; Ποιος θα τακτοποιήσει το θέμα της στολής;

Απόστολος Θηβαίος