
[…στα ηχεία Clementine, Sarah Jaffe…]
Οι προεκτάσεις του σκηνικού χώρου
Με αφορμή την Γέρμα που με τόσο λίγα μέσα, όλο τον κόσμο ξεκαρφώνει πάνω από τις δεσιές του.
Γέρμα, Ισπανία μου αποκοιμισμένη σε ειρηνικό κρεβάτι. Ποιο τάχα να ‘ναι τ’όνειρό σου, Γέρμα, ποιο; Κανείς δεν το ξέρει, μόνο πως μες στο αίμα σου γεννιούνται και πεθαίνουν χίλια βάσανα. Μπλεγμένα τα μαλλιά σου, Γέρμα μου, Ισπανία μου, μες στα λιόδεντρα, κάτω από το ματωμένο το φεγγάρι, Γέρμα. Κερασένια τα χείλη σου, Γέρμα μου, Ισπανία μου, στεγνά από φιλί, πλάι στον κοιμισμένο εραστή σου. Κοιμάται ο λαός σου Γέρμα μου, γραμμένη με οξείδιο η ζωή σου, Γέρμα μου, Ισπανία μου.
Μες στην κάμαρη πες μου, μες στην κάμαρη σου τι ονειρεύεσαι; Κλάμα παιδιού ή τάχα εκείνο το λιγοστό, τον ελεύθερο ουρανό που στον επήραν διψασμένοι στρατιώτες, κανείς δεν ξέρει. Τώρα δεν πολεμούν Γέρμα μου, Ισπανία μου, μόνο π’έχουν στρογγυλοκαθίσει πλάι στη φωτιά και όλο μελαγχολούν απάνω στην κόψη της νύχτας σου, Γέρμα μου, Ισπανία μου. Κάθε τόσο κοιτάζουν πέρα τους νεκρούς που καίγονται μες σε πελώριες φωτιές, Γέρμα μου, Ισπανία μου, στέρφα μου γη. Μα μόνο τη στήλη του καπνού έχουν αντίκρυ τους, μόνο τα μαραμένα αστέρια τους στεφανώνουνε και ο αδειανός ο ουρανός και ο κόσμος που είναι ίσα έρημος και φοβερός. Άι, Γέρμα μου, Ισπανία μου στέρφα μου γη, κλείσε πίσω σου την πόρτα, δεν θα επιστρέψουν τα παιδιά από το μέτωπο. Άλλος χάθηκε όξω από την Βαρκελώνη και άλλος μες στις πορτοκαλιές της Σεβίλης ετάφηκε για πάντα, άλλος κάτω από το νερό, πέτρα μες στις πέτρες, κύλισμα του νερού και τίποτε, τ’ακούς; Τίποτε Γέρμα, μόνο ένα όνειρο, εσύ Ισπανία μου, στο νυφικό κρεβάτι. Άκουσε, τούτο τον ήχο που μονότονα τραβά μαζί με το ρέμα του Γουαδαλκιβίρ άκου τον και παραδέξου πως είναι ανίκητος ο χτύπος της ολοζώντανης φλέβας. Έτσι θα’ναι πάντα Γέρμα.
Γέρμα μου, χώρα μου φτωχή, εσύ, που κάθε νύχτα σμίγεις με θολούς εραστές. Τίποτε δεν θα δώσει ετούτη η γενιά, φτωχός ο καρπός και η ποίηση να ανάβει τη θέληση των κοριτσιών, με τις γυμνές τους φτέρνες και το ξέσκεπο πουκάμισο, ιδρώτας του ονείρου. Ω, Γέρμα μου, Ισπανία μου, στέρφα γη, αργούν τα χρόνια και αργούν οι μέρες που θα διαβείς τα σύνορα τούτου του στενού ουρανού. Ω, Γέρμα, τραγούδι των ερωτευμένων, ποίηση φευγάτη στους δρόμους και τα οδοφράγματα, Γέρμα, Ισπανία μου, φτωχή μου φαντασμαγορία.
Άι, μια μέρα, κάποτε, ίσως ποτέ, να ξυπνήσει από τον μακάριο ύπνο του ο Αντόνιο Τόρρες ο Χερέντια, ίσως να έρθει με τα κατάμαυρα μαλλιά του μέσα από τα βιβλία του Λόρκα. Και με την ακέραιη θέληση ενός εραστή, ίσως φανεί μες στη νύχτα, λουλούδι σκέτο αίμα στο πέτο, σαν άνεμος ανάμεσα στις καλαμιές σου, ίσως σου αφήσει δειλό, μικρό φιλί, αστρίτης πάνω σε έρημη αμμουδιά , για τους βυθούς σου μιλά Γέρμα, στέρφα μου Ισπανία.
Γέρμα θα πει στέρφα. Στην παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, η λέξη “ανεκπλήρωτη” αποδίδει την ερμηνεία. Και μες στα φώτα της σκηνής, εν μέσω της φωνής σου που λάμπει σαν φανός της πιο άγριας θύελλας, εν μέσω της σκηνής χίλιες κιθάρες πιάνουν τον πόνο της Ισπανίας, τον πόνο της που έρχεται και φεύγει σαν τρομερή αρρώστια, με οδύνες και άδειες στιγμές. Γέρμα θα πει, το μυστικό που αποκοιμιέται μες στο αίμα, το μυστικό που χαμογελά πάνω στο τραπέζι, μες στα κάδρα, πίσω από τις θολές μποτίλιες του χρόνου, μες στην ερημιά της κουζίνας. Γέρμα, ο χρόνος που διαβαίνει φοβερός πάνω από της νιότης τ’άγιο σώμα. Γέρμα, το όνομα μιας εποχής, μια λύπη στοχαστική πάνω στο κρεβάτι, ένας άγριος ρυθμός που μετασχηματίζει όλες τις σημασίες, έτσι που μορφή και μουσική και πόνος ανθρώπινος, όλα μαζί να συνυπάρχουν σε μια αξεδιάλυτη φόρμα. Άι Γέρμα, Ισπανία μου, χώρα μαρτυρική, καμωμένη από όλα μαζί τα αίματα και τις ξέχειλες κιθάρες, άι Γέρμα μου, εσύ π’άξιζες μια βασίλισσα. Για σένα μιλώ. Σήμερα θέατρο, χθες αλήθεια.
Ψυχές Αλόγων
Η έκθεση είχε ως θέμα της τα άλογα. Οι ζωγραφιές των καλλιτεχνών είχαν όλες τους κάτι να κάνουν με τούτα τα συμπαθή τετράποδα. Μπονέρ, Ρούμπενς, Βελέσκεθ και άλλοι πολλοί συμπλήρωναν τις προτάσεις που συνέθεταν τη θεματική.
Τότε ήταν που ακούστηκε το ουρλιαχτό, όλοι κοιτάξανε κατά την πλευρά της εισόδου. Και τότε, φάνηκε το κοπάδι. Ερχόταν με ορμή, στις οπλές τους σηκώνανε χώμα και νερό, πάνω στη ράχη τους κουβαλούσαν τη βροχή. Οι χαίτες τους, ω εκείνες οι χαίτες π’ανέμιζαν εδώ και εκεί σαν σημαίες φουσάτου αυτοκρατορικού που τραβάει ίσια προς το θάνατο. Τα άλογα πέρασαν ανάμεσά μας, κάποια σταθήκανε, σηκώθηκαν στα πίσω τους ποδάρια, έπειτα χλιμίντρισαν σαν τάχα να ‘χαν ένα φθινόπωρο καρφωμένο μες στην καρδιά τους, ω με πόση πίκρα χλιμίντρισαν εκείνα τα άλογα.
Και ύστερα ολάκερο το κοπάδι πέρασε και χάθηκε στους διαδρόμους της γκαλερί. Κοιτάξαμε προς τη μεριά των κρεμασμένων έργων. Όλα βρίσκονταν στη θέση τους, μα στο μουσαμά του Βελάσκεθ τα άλογα λείπανε. Κάποιος είπε, “θα ‘να στις όχθες του πραγματικού και θα ξεδιψούν”. Κανείς δεν είπε τίποτε, μόνον οι πιο μυημένοι είχαν μεμιάς καταλάβει πως τα άλογα της ζωγραφιάς, αυτά που λείψανε για πάντα από τη σκηνή, είναι το αίσθημα που κρατά τα ηνία της ζωής και ο ουρανός που αντιλάμπει όταν βαριά σταλάζει η σιγαλιά.
Νοέλια Καστίγιο
[…Πώς θα μπορούσαν ποτέ να νιώσουν πόσο πλατιά είναι μια τέτοια απόφαση οι μηχανές…]
Τι μπορεί να πει κανείς για το θάρρος της. Τι μπορεί κανείς να της πει, αν όχι να σωπάσει, να σκύψει το κεφάλι από σεβασμό, από ανθρωπιά. Η Νοέλια Καστίγιο πήρε την απόφαση της και πολέμησε με κάθε τρόπο τη μοίρα της. Βέβαιη, σίγουρη οδηγήθηκε σε έναν δικαστικό αγώνα και κατόρθωσε να κερδίσει έναν αξιοπρεπή θάνατο.
Θύμα ομαδικού βιασμού αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει μα έμεινε παραπληγική. Μια φυλακισμένη καρδιά μες σε ένα σώμα διαλυμένο, με κάθε τρόπο τσακισμένο. Θα διεκδικήσει το ύστατο ανθρώπινο δικαίωμα επάνω στη ζωή και το θάνατο. Με όλες τις δυνάμεις της θα σταθεί στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης μιας τραγικής επίγνωσης.
Όταν η ζωή όλα τα αρνήθηκε, η Νοέλια Καστίγιο πήρε τη δικαιοσύνη στα χέρια της. Και είναι που σήμερα, όταν ολόκληρη η ζωή μας απευθύνεται με ερωτηματικά στον θαυμαστό κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης, που λάμπει η απόφαση ενός και μόνου κοριτσιού.
Η ανθρώπινη επιλογή, ένα μείγμα θέλησης, συντριβής και επιθυμίας, τοποθετείται στο επίκεντρο της παγκόσμιας συζήτησης Μια συγκλονιστική , ανθρώπινη ιστορία έρχεται στο φως. Μια ιστορία της ανυπόταχτης καρδιάς που διεκδικεί τα πάντα και τίποτε για μια τελευταία φορά. Πώς θα μπορούσαν ποτέ να νιώσουν πόσο πλατιά είναι μια τέτοια απόφαση οι μηχανές, πώς θα μπορούσαν να συναισθανθούν με πόση θέληση κερδίζεται στον κόσμο των ανθρώπων το δικαίωμα πάνω στο θάνατο;
Η Νοέλια Καστίγιο βάζει ξανά με την απόφασή της τον άνθρωπο στο επίκεντρο, με όλη τη δυναμική της ατομικής του ελευθερίας, υπενθυμίζοντας τα μεγάλα ζητήματα που θέτει στην ηθική μας αυτός εδώ ο παράφορος αιώνας.
Α.Θ
