
[…στα ηχεία υπέροχος Levon Minassian. Bab’ aziz…]
Ἐπιτύμβιο στὴ Γάτα μου τὴν Τούτη
Εἶχε τὸ χρῶμα τοῦ ἔβενου τὰ μάτια τῆς Σαλώμης
ἡ Τούτη ἡ γάτα ποὺ ἔχασα· διαβάτη, μὴ σταθεῖς.
Βγῆκε ἀπ᾿ τὸ χάσμα ποὺ ἔκοβε στῆς μέρας τὸ σεντόνι
τώρα νὰ σκίσει δὲν μπορεῖ τοῦ ζόφου τὸ πανί.
Ἄγκυρα 22. 8. 1949
Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε ποιήματα μεγάλα, γιομάτα από Ελλάδα και από νόστο. Με εκείνη τη θαυμάσια, την κρυστάλλινη ματιά του, θαρρείς και είχε φτάσει πια η ώρα η προσδιοριζόμενη για την ελληνική ποίηση. Η ώρα που η θέληση κάποιου να αναπαραστήσει εκείνο που θυμάται, εκείνο που ‘χει ζήσει ή αυτό που βρίσκεται μες στον ύπνο του, φτάνει. Και μεμιάς εκείνος εξακοντίζει θραύσματα τρυφερότητας προς κάθε κατεύθυνση, δίχως κανένα σχήμα, δίχως τίποτε το περίκλειστο και το προσωπικό να μπορεί να σταθεί άραγε εμπόδιο.
Για απόψε όμως προτιμώ ετούτο το μικρό επιτύμβιο του. Και αυτό όχι επειδή ο Σεφέρης ιχνηλατεί το συντελεσμένο και σαν τους αρχαίους επιγραμματοποιούς τα πάντα συνοψίζει με τη σεμνή και ολιγόλογη φόρμα. Αυτή που σου επιτρέπει να αναπλάσεις μόνος την εικόνα, πάντοτε με επιτυχία ανάλογη του βαθμού της ευαισθησίας καθενός. Κάτι βαθύτερο εκφράζει τούτο το αναμνηστικό θαρρείς επίγραμμα, κάτι που μες στις νέες συνθήκες της ποίησης κρατεί αλώβητο το στοχασμό του. Μοιάζει με τις γοργές πινελιές στα χέρια επιδέξιου ζωγράφου, με ένα παιχνίδι του πνεύματος που θέτει στο στόχαστρό μας τη συγκίνηση.
Για την γάτα του ποιητή, την Τούτη που ξεγλίστρησε μέσα από τη χαραμάδα του σεντονιού, περνώντας ως μέσα βαθιά στο σκοτάδι. Τα χνάρια της μες στην ψυχή του ποιητή, κινούν τους μηχανισμούς της αίσθησης και η Τούτη κερδίζει μεμιάς την αιωνιότητα που ποτέ της δεν φαντάστηκε, έτσι αφοσιωμένη που στάθηκε απέναντι στο ένστικτο και την αθωότητά της.
Για την Τούτη που έζησε αφανώς μα βρήκε μια θέση ακριβή μες στον κόσμο των ανθρώπων. Για την Τούτη που κέρδισε την αθανασία αυτομολώντας από τη ζωή για την Αχερουσία.
Ο μύθος αλλιώς
Ορφέας και Ευρυδίκη
[…Dead can dance. The Host of Seraphim…]
Είναι κάτι νύχτες δίχως άνθρωπο, νύχτες τρομερές. Βρήκε το κουράγιο να φύγει. Έρημη πόλη, άραγε πού να πήγαν όλοι. Φύσηξε ένας κλέφτης άνεμος, ανακάτεψε τα απομεινάρια της μέρας. Διάβηκαν από μπροστά του και χάθηκαν. Ποτέ και κανείς δεν θα ξαναμάθει για όλα αυτά .
Κατηφόρισε τα σκαλιά του ηλεκτρικού. Πένθιμος, εδώ και εκεί η άνοιξη της πόλης που όλο φτάνει. Στα δέντρα της πλατείας κοιμούνταν τα πουλιά, κατέβηκε δίχως θόρυβο.
Ο συρμός θα ‘ταν ο τελευταίος για απόψε. Άλλος ένας αργοπορημένος της μέρας, στεκόταν στο βάθος κοιτάζοντας το κενό.
Ακούστηκε μουσική. Κοίταξαν και οι δυο στο βάθος της γαλαρίας. Είδαν από μακριά μια μορφή, ήταν ίσκιος καπνού ακόμη, δεν ήταν άνθρωπος. Όταν πια είχε φθάσει κοντά, μπορούσαν να τον ξεχωρίσουν. Ήταν ένας μουσικός. Εμπρός του είχε περασμένο το ακορντεόν, κάθε τόσο έπαιζε μια μελωδία που σου σπάραζε την καρδιά. Ήταν γυάλινα τα μάτια του, σαν να ερχόταν μέσα από μια συγκίνηση.
Στάθηκε εμπρός τους. Μίλησε με μια φωνή απαλή, σαν χάδι. Πώς να μην ακούσουν τ’ασύλληπτο, πώς.
“Την έχασα. Είχαμε περάσει τόσα εμπόδια, διαρκώς της το θύμιζα. “Πρόσεξε, μην κοιτάξεις πίσω τον κόσμο που αφήνεις. Κρατούσε το πρόσωπό της χάμω στη μαύρη γη, τριγύρω τη φωνάζανε με τ’ονομά της οι φυλακισμένοι. Τόπου τόπους έπεφταν βροχές σπινθήρων, όπως στα σιδηρουργεία γύρω από την πλατεία του Μαγιού. “Μην κοιτάξεις, να χαρείς τα μάτια σου” της έλεγα. Μέχρι που είδαμε το φως στην άκρη του δρόμου και πίστεψα πως θα τα καταφέρναμε. Τότε σαν να άκουσε τη φωνή της μάνας της, σαν να άκουσε κάτι δικό της έστρεψε το πρόσωπό της. Στρατιές πεθαμένων την κοιτούσαν με αδειανά βλέμματα. Γίνηκε σκόνη και τίποτε, εκεί εμπρός μου. Έρχομαι από μακριά και τραβώ για το πουθενά. Με λένε Ορφέα”.
Κάτι σαν απαλός ψίθυρος και μυρωδιά επιταφίου πλανήθηκε παντού μες στο σταθμό. Την άλλη μέρα ξύπνησε χαράματα, αγόρασε το πρόσφορο και το πήγε στο ναό. Στο δρόμο θυμήθηκε εκείνο που ‘χε διαβάσει από τον Παπαδιαμάντη. “Εν ξέκρισμα προσφόρου διά τον καφέ” και κάπως χαμογέλασε η καρδιά του. Η νεωκόρος του ναού σάστισε που τον είδε έτσι αξημέρωτα. Της έδωσε το πρόσφορο. “Υπέρ αναπαύσεως, Ευριδίκη”, είπε με τη φωνή χαμηλή και τα χέρια του τρέμανε.
Α.Θ
