Απόστολος Θηβαίος | Η κοιλιά του ψαριού

© Bruno Barbey

Πρόσωπα
Πιερ Πάολο Παζολίνι

5 Μαρτίου 1922 – 2 Νοεμβρίου 1975

Στα τσακίδια ορθολογιστική μου σκέψη

[…στο φόντο ο ίδιος. “Μεγάλα πουλιά, μικρά πουλιά”, 1966…]

“Και τώρα αγαπητό κοινό, μια γεύση γνήσιας ορθολογιστικής σκέψης. Η γνώριμη άσκηση, μην τύχει και βάλουμε τη φαντασία στην πλώρη του καραβιού μας. Η ορθολογιστική σκέψη προσφέρει ασφάλεια, ενισχύει τη βεβαιότητα μέχρι θανάτου, κρατάει χαμηλά τις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου. Επαναλάβατε, παρακαλώ, ομοφώνως.  Η σκέψης η ορθολογιστική διαθέτει το χάρισμα να μας ημερεύει από ενστικτώδεις αλήθειες που κάνουν πραγματικά πολύ κακό όπως δικαιοσύνη, συμπόνοια, αλληλεγγύη. Ιδού όμως η ορθολογιστική σκέψη παραμέρισε κάτι τέτοιες λέξεις, τις στιγμάτισε με μια πατίνα ψεύδους. Η ορθολογιστική σκέψη λέει, εγώ δεν θα κάνω τίποτε για σένα. Μα και οι άλλοι που τάχα σας τάξανε τόσα, φανήκανε αδειανοί. Δηλαδή διά της ορθολογιστικής σκέψεως αντικρίζει κανείς την αλήθεια. Και τα λοιπά και τα λοιπά καρδιά μου. 

Παρακαλώ να λάβετε υπόψη σας πως η ορθολογιστική σκέψη εξασφαλίζει τη σιγουριά μες στη ζωή που γίνεται μοιραία”,

Η διάλεξης τέλειωνε με το γνώριμο τρόπο. Παρακαλώ να προσεχθεί δεόντως αυτή η ονομαστική του παλιού που δεν φτουράει τίποτε καθώς λένε, εμπρός στο ασύλληπτο. Ένας άνδρας σηκώθηκε στα πίσω καθίσματα. Ήταν ντυμένος με τη στολή του ταξιθέτη της υψηλής τάξεως. Κάτι σαν Αψβούργος λοχίας στα χαρακτικά του Γκόγια. Ήταν μα το Θεό κοντός και ίσως που ξεχώριζε μες στο πλήθος. Σαν να το αντιλήφθηκε και με ένα σάλτο αξιοζήλευτο σκαρφάλωσε στο κάθισμά του. Τώρα μάλιστα, ο κοντός σαν να φάνηκε και η ορθολογιστική σκέψη σαν να γκρεμίστηκε. Άναψε ένα τσιγάρο και μας είπε μια ιστορία. Για κάποιον σε ένα τσίρκο που ‘χε βαλθεί να τη διδάξει στα άγρια θηρία. Τι μελαγχολικά που ήσαν και αδιάφορα όσο εμείς τους διδάσκαμε πως ένα και ένα κάναν δυο. Το αποκορύφωμα, είπε επήλθε με τον αετό. Που στο τέλος τους έπεισε για το λάθος τους και όλοι μαζί γκρεμίστηκαν από το ψηλότερο σημείο, όσο το πουλί τους κοιτούσε να καταστρέφονται. 

Το κοινό μούδιασε. Ο ομιλητής, είπε, “μπράβο, πολύ ωραία. Είστε διαταραγμένος”, μα όλοι εκεί πίσω ήξεραν πως αυτός ο χαρακτήρας ήταν ο Τοτό και πως υπέβαλε το κοινό στη βάσανο του Παζολίνι. Μα ίσως και κάπως να πρωτοτύπησε ο κοντός εκείνος τύπος με το ωραίο στυλ, θέλοντας να φέρει τον Ιταλό καθηγητή ολοκαίνουριο σε τούτο το προσκήνιο. Θεωρείται πιθανότατο η ορθολογιστική σκέψη κάποτε να εγκαταλείψει τούτο τον κόσμο. Μα το αγόρι από την Μπολόνια που χλευάστηκε και λοιδωρήθηκε από την ιταλική κουλτούρα μέχρι θανάτου, παραμένει επίκαιρο με μια αξιοσημείωτη δυναμική. Να φέρνεις καινούρια τα πράγματα ή απλούστατα να ταιριάζεις στο προφίλ του στοχασμού ή του ονείρου , είναι κάτι.

Οπότε, Παζολίνι , ορθολογιστική σκέψη, σημειώσατε ένα. Το λένε τα θηρία εκεί έξω, από αυτό το γκρεμισμένο τσίρκο ότι απομένει σκαρφαλωμένα σε ένα βαρέλι μπρεντ , κινηματογραφικό τοπίο του αυτοκινητόδρομου 66. Και ο Τοτό να γελάει, με γυαλί ντεγκραντέ με την αδειανή του πλατεία, με το πεθαμένο του χαμόγελο.

Εορταστικά
Ημέρα της γυναίκας

Φράνκα Ράμε

[…στα ηχεία, “Γράμματα στην αγαπημένη”, Μάνος Λοίζος. Αφιερωμένο στα κορίτσια μας…]

Την αφορμή μου την έδωσε ο Ιωάννης Βογιατζής, συγγραφέας του “Η εκκλησία πάει σινεμά” και του “Το ιερό στο σινεμά του Πιερ Πάολο Παζολόνι”, από τις εκδόσεις Αρμός αμφότερα. Ήταν αυτός που θυμήθηκε ετούτη τη μέρα που γιορτάζουν τα κορίτσια και οι μητέρες μας, οι αδελφές και οι συντρόφισσες της ζωής μας, την ανεπανάληπτη Φράνκα Ράμε. 

Έμεινε στην ιστορία ως η σύζυγος του τελευταίου παλιάτσου, του Ντάριο Φο που έκλεισε πίσω του την πόρτα της κομέντια ντε λ’αρτ. Μα ήταν πολλά περισσότερα και για την ακρίβεια ήταν η συγγραφέας πολλών από τα κείμενα που οικειοποιήθηκε ο Φο. Ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχτηκε το 1997, μετά το θάνατο της Ράμε,πως το συντριπτικό μέρος του έργου του υπήρξε προϊόν του μοναδικού ταλέντου της γυναίκας που στάθηκε στο ύψος των αξιών της. Έχοντας βιώσει στο σώμα της τις συνέπειες της αντίστασης στη συντηρητική Ιταλία του δεύτερου μισού του παλιού αιώνα, δεν αποδέχτηκε ούτε στιγμή την ήττα. Στο στόχαστρό της έβαλε την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, τους βιομηχάνους του ιταλικού βορρά. Μες στα έργα της τα κορίτσια αντικρίζουν τη ζωή κατάματα και την βρίσκουν απαίσια. 

Υπήρξε γυναίκα, συγγραφέας, σύζυγος, θύμα και αγωνίστρια. Καμιά πτυχή του εαυτού της δεν υστερούσε. Και αν σήμερα δεν την θυμόμαστε, είναι γιατί κορίτσια σαν τη Φράνκα Ράμε δεν χωρούν στις βιαστικές μας ιστορίες. Όχι άδικα, κάποτε λογαριαζόταν ως τ’ομορφότερο κορίτσι του κόσμου. Ακόμη περισσότερο όταν πάνω στη σκηνή αποκάλυπτε την εμπειρία του βιασμού, του ξυλοδαρμού και της χάραξης του σώματος της με ξυράφι. Τότε πια καμιά δεν θα μπορούσε να παραβγεί στη γυναίκα, τον άνθρωπο Φράνκα Ράμε που έφτυσε κατάμουτρα τους φασίστες.

Πρόσωπα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911

[…στα ηχεία “μουσικό οδοιπορικό στη Σκιάθο” της μεγάλης Δόμνας Σαμίου. Κάποιον Ιούνιο του ‘ 76, με τους ήχους του καρνάγιου στο φόντο του λαϊκού τραγουδιστή…]

Χρειάστηκε να περάσουν τα χρόνια. Να αποφασίσω πως όλα όσα ψάχνει κανείς βρίσκονται στο περίκλειστο δάσος της μεγάλης μας αθωότητας. Τι δύσκολο να βρω το δρόμο, τι εύκολο να ξεστρατίσω στα σχήματα του λόγου τα μεγάλα και τα πομπώδη. Μα ήταν μορφές ολότελα αδειανές όλα ετούτα. Και εγώ που θα ‘πρεπε μέσα από τον εαυτό μου να διαβώ για να παραδεχτώ πως υπάρχει εκεί έξω το ασύλληπτο, με τις κωδικές ονομασίες, χρόνος και μοναξιά, πώς γελάστηκα. 

Ας είναι, έχει μια κάποια αξία να μην επιμένει κανείς στο λάθος του. Έβαλα πλώρη λοιπόν και ευθύς ξεχύθηκε στα διαβάσματα μου τα πρώτα. Απαλλαγμένος πια από τα μεγάλα ζητούμενα της τέχνης, δειλός εραστής της, εισήλθα από την αρχή στα σεπτά δωμάτια. 

Κάπως έτσι πλησίασα ξανά τον Παπαδιαμάντη. Υπήρξε λέει, κοσμοκαλόγερος, αποσυνάγωγος, μια σκιά της εποχής και του κόσμου του. Εγώ πάλι, λέω, πως ουδέποτε εγκατέλειψε τη Σκιάθο, εκείνο το απεριόριστο το θέατρο των ανθρωπίνων καταστάσεων. Η θλίψη τον χαράκωσε, η θλίψη για τον μακρινό του πια τόπο. Η γραφή του γίνηκε το άσπρο περιστέρι του ονείρου του να βρεθεί σαν πρώτα στους γιαλούς, να υποκύψει στα απόκρημνα τα δειλινά και τους ωραίους βράχους, να αποθησαυρίσει ετούτη την άβυσσο τη μυριστική, την ατέρμονη. Μιλώ για νόστο.

Όλα ετούτα ωραία τα είπε ο Ελύτης σε ένα μικρό βιβλίο, χαμένο και αυτό πια κάτω από σορούς χαμένες πόλεις, των εκδόσεων Ύψιλον. Εκεί μιλούσε για τ’αντίκρισμα της αθωότητας, για την απόσπαση από κάθε συμφέρον και κάθε θέληση, σαν ήρωας που τα πάντα έχει χάσει, ήρωας του αρχαίου μας του δράματος, από τα πριν φωταγωγημένος με την απώλεια και το ατράνταχτο επιχείρημα του πόνου χορεύει σαν άνεμος μες στα χρόνια.

Κρατώ κάτι τόσο όμορφα γραμμένο που δεν επιδέχεται άλλον τρόπο, καλύτερο. “Το φως του Παπαδιαμάντη βρίσκεται μάλλον πιο κοντά στο πανάρχαιο λιχνάρι”, γράφει ο Ελύτης. Και λίγο μετά, μιλώντας για το λάδι, το ονομάζει “θησαυρισμένο από τους ελαιώνες της παιδικής ηλικίας”. Και με αυτά τα λίγα εκπληρώνεται η μεγάλη κατάφαση της τέχνης, αυτή που δεν ψευτίζει, μήτε λέει αλλιώτικα τα πράγματα. Μόνο λέει τη χιών, χιών και τ’όνειρο “τολύπες βάμβακος με μαύρον πτέρωμα”. 

Η κοιλιά
του ψαριού

μικρό διήγημα
με αστεβές
στεφάνι

Έλαμνε το μικρό πλεούμενο, αργά που γλιστρούσε μες στο στραφτάλισμα των νερών. Είχα πάρει θαρρείς το δρόμο των αστεριών και για την όχθη τραβούσε, για τον ειρηνικό γιαλό. Εκεί ζούσε ο Τάσος, στο μικρό παράπηγμα της αμμουδιάς, με τις καλαθούνες και τους κρεμαστούς βασιλικούς. “Ορίστε οι κρεμαστοί κήποι!”, έλεγε σε κανέναν περαστικό. Έρχονταν πολλοί και τον φιλεύανε και είχε για όλους ένα χωρατό, μια ζεστή καρδιά. Τη βάρκα την έδενε έξω και χόρευε στα νερά όλη νύχτα, πάλευε να φύγει, να χαθεί μες στο στοιχείο που φτιάχτηκε για να αγαπά.

Κανείς δεν ήξερε την ιστορία του μπάρμπα Τάσου. Μόνο πως δούλεψε για χρόνια στα τσιμεντάδικα, πως γύρισε εξαιτίας του θανάτου του παιδιού του. Πως δεν ξανάφυγε ήξεραν όλοι και πως κάθε Κυριακή φορεί τα καλά του και πηγαίνει να ιδεί τη Φιλίτσα του που έμεινε νέα για πάντα. Εδώ και είκοσι χρόνια την περιμένει να φανεί στο σπίτι της αμμουδιάς. Και αν καμιά φορά διακρίνει μες στη νύχτα καμιά φιγούρα ανθρώπινη, βγαίνει με το λυχνάρι και της φέγγει και είναι σαν να της λέει, “από εδώ, έλα που σε περιμένω. Χρόνια τώρα σε περιμένω, από εδώ, από εδώ”, ίσαμε να φυσήξει στα ξαφνικά και να πάρει μακριά, όλο και πιο μακριά τη μικρή φλογίτσα του. 

Σήμερα κάτι έβγαλε. Τσέρουλες, σπάρους και κάτι λιθρινάκια. Μα του φτάνουν και με το λιγοστό το λάδι – να τον συγχωρέσει ο Θεός που δεν τ’ανάβει το καντήλι– μπορεί να τα βάλει απάνω στη φωτιά. Τίποτε άλλο δεν θέλει για να ευτυχήσει πια ο Τάσος, τίποτε πια από τότε που η Φιλίτσα του γίνηκε καπνός, στοχασμός και τίποτε. 

Πήγε παράμερα, ξεχώρισε κάτι μικρά ψαράκια και τα ‘δωσε στην Κατίνα του. Τα πήρε εκείνη και μπήκε χάμω από τον ίσκιο, σοφή πιότερο και από τους αιώνες. Μια φορά τον κοίταξε μόνο και ήταν σαν να του’πε “ευχαριστώ μπάρμπα Τάσο, ευχαριστώ”. Ήξερε του λόγου του ο μπάρμπα Τάσος πως όλα μιλούν εκεί έξω, άψυχα και ζωντανά. Φτάνει να μπορείς να τα ακούσεις, να θέλεις. Πάει να πει, χρειάζεται η καρδιά να ‘ναι ανοιχτή σαν το πέλαγο, αλλιώς τίποτε δεν ταξιδεύει μακριά. 

Πήρε το μαχαίρι, κάθισε στην άκρη στο γιαλό και πήρε να καθαρίζει την ψαριά του. Η Κατίνα, χορτασμένη στάθηκε παράμερα, τώρα που πλάταινε και ο ίσκιος. Ο Τάσος πήρε να τραγουδάει κάτι ωραίους σκοπούς του καιρού του. Τα θυμόταν όλο και λιγότερο πια και έτσι καμιά φορά δεν ήσαν όμοια τα λόγια, μα διαφέρανε ανάλογα με το νου του ερμηνευτή.

Κράτησε το τελευταίο λιθρινάκι στα χέρια του. Έκανε να χαράξει την κοιλιά του ψαριού όταν άκουσε μια φωνή. “Μη, καλέ μη τη χαράζεις, μπάρμπα, να σαι καλά”. Πέταξε το ψάρι, αναστατώθηκε η Κατίνα. “Ποιος;”. Επανέλαβε, δίχως να πάρει απάντηση. Το ψάρι σάλεψε , ακούστηκε πάλι εκείνη η παράκληση. “Μη, να χαρείς!” Πήγε μες στο καλύβι, άρπαξε την εικόνα του Χριστού του Ομολογητή και βγήκε πάλι στην αμμουδιά. Σιμά στο πόδι του η Κατίνα, αλαφιασμένη και αυτή, τώρα στα γεράματα. Πλησίασε το ψαράκι που σπαρτάραγε, “δεν μπορεί”, είπε. 

“Εσύ μου μιλάς;”

“Εγώ”, του ‘πε το ψαράκι. “Εγώ και σε παρακαλώ μην μου χαράξεις την κοιλιά. Είναι σπασμένη η καρδιά μου, μπάρμπα. Όξω θα ριχτούν τα κομμάτια και πάει την έχασα την καρδούλα μου να χαρείς”.

Ο Τάσος πήρε το ψαράκι στη χούφτα του. Στάθηκε μια στιγμή να συλλογιστεί αν είχαν ταραχτεί τα φρένα του. Κοίταξε γύρω του, έπεφτε μια ειρήνη απλόχερα παντού, όλα μαγεμένα και μαγικά. Πάνω ψηλά, σηκώθηκε τ’άστρο του ασύλληπτου. Έπειτα ανακάλεσε τις οδηγίες του ιερέα, την ευγένεια απέναντι στους ξένους, την απεραντοσύνη της καλοσύνης. Όλα τα ζύγισε καλά, με το ψαράκι μες στις χούφτες του. Ένιωσε τη δροσιά και μαζεύοντας τα σύνεργα μπήκε στο καλύβι. Τον ακολούθησε η Κατίνα που ‘χε πια έρθει στα συγκαλά της. Δυο φορές νιαούρισε και πλάγιασε πλάι στη φωτιά. 

Το ψαράκι του ‘πε την ιστορία του. Πόσο πολύ αγαπούσε τη θάλασσα του είπε, του μίλησε για τα μέρη που γνώρισε, για παράξενους βυθούς και υπόγεια ρεύματα που μοιάζουν με την ανθρώπινη μοίρα, που σε πάνε όπου το θελήσουν. Του μίλησε για τόσα. 

Κάτι λίγοι που περάσανε από εκεί κοντά, είχαν να λένε πως εκείνη τη νύχτα ένα φως στεφάνωνε το καλύβι, ίδιο με εκείνο της αγιοσύνης. Ποτέ τους δεν είχαν δει κάτι ισάξια όμορφο. 

Το άλλο πρωί ο μπάρμπα Τάσος έριξε το λιθρινάκι μες στα νερά, χάιδεψε την Κατίνα και ανάμεσα σε αυτές τις δυο πράξεις στερεώθηκε μια στιγμή καθαρής ευτυχίας, κάτι πιο πέρα και από θάνατο.

Α.Θ