
Μικρά, μικρά
Τα γραπτά του Πάμπλο Πικάσο
εκδ. Οδυσσέας
[…τι είναι ο χρόνος, τον ρώτησε τ’αγόρι. Και ο άλλος αποκρίθηκε, “η ευγένεια των ξένων, ίσως, όταν περνά η χιονισμένη προτομή μας”. Στα ηχεία Νικ Ντρέικ…]
Όλες οι συζητήσεις πραγματοποιήθηκαν στην οδό των Μεγάλων Αυγουστίνων ως το τέλος του ‘ 37.
Η βραδιά είχε ησυχάσει πια, όλα έπαιρναν το δρόμο τους, το χάραμα μακρινό, ακόμη. Οι καλεσμένοι είχαν εγκαταλείψει, άλλος τρεκλίζοντας στον παγωμένο δρόμο και κάποιοι φορτωμένοι άκομψα, σαν τσουβάλια με ενοχές, πάνω στα αμάξια που περνούν. Πρώτα ο καλπασμός, μια βιτσιά στον άνεμο, ένας ήχος λαρυγγικός και τίποτε. Η Λόλα λα Τσάτα, με την πλουραλιστική της πουκαμίσα, γεμάτη χρώματα και ανθισμένα λουλούδια στους γιακάδες, με τη μέση της στενή και ένα στραπατσαρισμένο τσιγάρο στα γέρικα χείλη, ήρθε και κάθισε κοντά μου. Όλα αυτά τα φαντάστηκα στα ξαφνικά, εκεί, καταμεσής του μουσείου με τους φεγγίτες της οροφής του στεφανωμένο.
Εδώ είναι πιο βολικά. Μες σε εκείνη την κορνίζα, αιωνίως προφίλ κάτι με δυσκολεύει. Μπορώ να σου μιλώ στον ενικό, έτσι δεν είναι;
Κοίταξα τριγύρω, κάτι επισκέπτες ξεμάκραιναν και δεν θα μπορούσαν να γίνουν μάρτυρες. Είχε σκοτάδι παντού και έμοιαζε η πτέρυγα εκείνη, κάπως αποκομμένη από τα εγκόσμια. Όταν επέστρεψα στον πίνακα δεν βρήκα την Λόλα. Μονάχα πάνω ψηλά στη μια γωνιά της κορνίζας κάποιος είχε τσακίσει την άκρη. Στα ξαφνικά με πλημμύρισε μια μυρωδιά παλιού κήπου, με τη φθινοπωρινή του λάσπη και με τις αγριάδες του. Ένας κόσμος μες στη ζάχαρη, παραμορφωμένος ως τ’ακρότατο σημείο, εκεί που δηλαδή βρίσκει κανείς την εσωτερική ζωή των πραγμάτων, τη φυσική. Και τα ρολόγια του μέσα χρόνου ξεκινούν. Δίπλα μου καθόταν η Λόλα με ένα φανταστικό τσιγάρο, στα φανταστικά της χείλη.
Ο Πάμπλο στραπατσάρισε όσο του επέτρεπε μια φαντασία μεγαλειώδης, όλες τις πιθανότητες, καμιά πραγματικότητα δεν του ξέφυγε. Έτσι και εγώ, μες στην κωμική μου φιγούρα, θυμίζω περισσότερο την αληθινή ζωή και ίσως αυτό να ήθελαν να πουν οι μεγάλοι δάσκαλοι. Στρέψε το πρόσωπό σου προς τη ζωή, κοίταξε, παρατήρησε πόσο άπειρα είναι όλα τα πράγματα. Μπορείς να τα χαλάσεις αν το θες, μπορείς να γυρέψεις και άλλες διαστάσεις, αναποδογυρίζοντας κάθε βεβαιότητα. Μινώταυροι και κιθαρωδοί και εγώ ακόμη, κάπως εξαρθρωμένες μορφές, που για να τις φτιάξει, θα έπρεπε κανείς να λησμονήσει παντοτινά τον κόσμο.Αν θέλεις ένα ρόδο, πρέπει κάθε ρόδο να ξεχάσεις, εδώ και τώρα. Αλλιώς, αρκεί πως κάπου ένα αιφνίδιο φως μεταμορφώνει το πιο κοινότυπο πράγμα, έναν ανεμοδείκτη, έναν ανεμόμυλο ή ένα λιχνιστήρι και τη σκόνη στην πόρτα του αχερώνα, σε κάτι περισσότερο από ένα απλό και αδειανό “charme”.
Όταν θέλησα να μιλήσω, να προσθέσω και εγώ κάτι στη συζήτηση, τ’άρωμα του φθινοπώρου είχε σωθεί. Το άρωμα που έρχεται και σε ηλεκτρίζει μια φορά. Η Λόλα είχε βολευτεί στην κορνίζα της. Ή πάλι δεν είχε βγει ποτέ της από εκεί μέσα και συνεπώς η κλινική μου κατάσταση είχε επιδεινωθεί σοβαρότατα. Στα νιάτα της λέει, η Λόλα λα Τσάτα, καθώς είναι το πλήρες όνομά της, διαφέντευε ολόκληρο το εμπόριο των ναρκωτικών στην πόλη του Μεξικού και τώρα κοίταξέ την. Μια πρώιμη βασίλισσα μες στο κυβιστικό σύμπαν του ζωγράφου, αληθινή και παραμυθένια μαζί , νύχτα με βαμμένες βλεφαρίδες.
Αργότερα, όταν όλα αυτά τα διηγήθηκα στην Κρίστι, εκείνη με θεώρησε τρελό και έβαλε να πιούμε, δίχως τίποτε να πει ξανά. Μια απόδειξη, έστω μια απόδειξη, είπα μονάχος μου. Να είχα κάτι στα χέρια μου, είπα όταν άκουσα την Κρίστι να λέει, άλλαξες άρωμα; Το παλτό σου μυρίζει φθινόπωρο, κάτι ανάμεσα στο χώμα και τη ζάχαρη.
Απόστολος Θηβαίος
