Θεοδώρα Βαγιώτη | Τρία ποιήματα

© Abelardo Morell

[Ο θάνατος του πατέρα]

Σκαρφάλωσε τη ζωή σου
από τον θάνατο στην ελευθερία,
αυτά κάποτε έλεγες και τώρα
φρίττεις στο σιδερένιο κρεβάτι
που έγινε η ανέλιξη φωτιά
ελαφρύτερη από τον αέρα
και σου ‘καψε τα σύννεφα τον ήλιο και τη βροχή,
σου ‘καψε τα τσίνορα ένα απομεσήμερο
με τους μαύρους αγγέλους να πιάνουν δουλειά
και τα ποτάμια των ματιών σου να ρέουν κόκκινα
να στάζουν μέχρι το στήθος και τις άκρες
των δαχτύλων σου
που γράπωσαν τη τσόχινη κουβέρτα,
μα απέτυχαν και γλίστρησαν στο χώμα
τρεις φτυαριές και λίγο λάδι,
τελεσίδικα.
Μα μαθαίνω πως είσαι πανταχού
καλός στα λόγια
έχεις πνοή και υπερδύναμη
που έκανες τους αγγέλους γιους,
τον θάνατο εντέλει ελευθερία.

 


[Πίσω από το νυχτερινό νανούρισμα]

Λες να έρθει κάποτε η στιγμή που θα απέχω
μόνο τρεις μέρες από τον θάνατό μου, 
και εν αγνοία ευτυχισμένη
θα σε σηκώνω ψηλά μια και δυο
και πάλι-πάλι,
θα σε ταΐζω στο στόμα ρώγες σταφυλιού χωρίς κουκούτσι,
θα σου βρέχω τα χείλη με χυμό από το ρόδι
που φύτρωσε στο χώμα μας, 
θα σε τυλίγω με πλεγμένα στο χέρι μου κασκόλ
να μη μου κρυώσεις,
θα παίζω μαζί σου διαγωνισμούς χορού και τραγουδιού
και θα χειροκροτώ τα αυτοσχέδια ποιήματά σου,
θα σε φιλώ χίλιες φορές στα ροδαλά σου μάγουλα 
που θα βρέχεις με δάκρυα
παρακαλώντας να μην πάω στη δουλειά,
και τις τρεις τελευταίες μου νύχτες 
θα σε παίρνω στο κρεβάτι μου
και θα κοιμάμαι η μισή αιωρούμενη στο κενό,
λίγο πριν με καταπιεί η ανυπαρξία,
ξημέρωμα χωρίς εμένα;
Εσύ για πάντα πίσω θα μείνεις, 
εφήμερη εγώ παρά εσύ, 
και ας βρεθώ στο χείλος,
σε σένα θα χρωστώ το ευτυχές μου τέλος.

 


[Όταν σε σκέφτομαι]

Όπως το περιστέρι πετά ξαφνικά
Στο άγριο πέρασμα της αμαξοστοιχίας
Έτσι και η ψυχή μου δραπετεύει
Όταν η σκέψη σου σιμά με τη ζωή συμβαίνει

Τα βαπόρια φυσούν το φευγιό τους
Και στο λιμάνι χορεύουν οι αχθοφόροι
Τα ρολά ανεβαίνουν με πείσμα ηλεκτρικό
Τα σχολειά σαλπίζουν τα χαχανα
Μα όταν το αργοπορημένο παιδί
Απ’ το τρεχαλητό σκοντάφτει στο σκαλί
Έτσι χωρίς λόγο σε σκέφτομαι
Να διαβάζεις Ώντεν και Κάμινγκς
Και το δάκρυ μου κλέβεις απ’ τη δική του πληγή

Χέρια τρυφερά κλειδώνουν με ασφάλεια
Στις χούφτες των μανάδων
Και οι άντρες οδηγούν χολωμένοι
Το ψωμί στο τραπέζι ζεσταίνει τη μνήμη
Μα όταν κολλάει το σκορπισμένο σουσαμι
Στον δείκτη που βάζω στη γλώσσα αργά
Έτσι χωρίς λόγο σε σκέφτομαι
Να μεθάς με τον σπόρο της γης
Μυρωδιά η ανάσα σου στο ψωμί μου

Η πόλη κοιμάται σαν κουρασμένη νεράιδα
Με τα φώτα να τρεμοπαίζουν όνειρα οράματα
Ησυχία απλώνει στο σπίτι
Ησυχία και στις σελίδες που διάλεξα να κοιμηθώ
Μα όταν διαβάζω δίπλα στον ύπνο των άλλων
«οι ποιητές είναι πιο άρρωστοι από τις μητέρες»*
Έτσι χωρίς λόγο σε σκέφτομαι
Να με ταΐζεις στο στόμα ποιήματα
Μέχρι την τελευταία μπουκιά, τη δύναμή μου

*Νίκος Καρούζος, Ομορφαίνω τη Μοίρα, Υπνόσακκος, 1964