Αντώνης Τσόκος | Βρέχει

Όλα τα κορίτσια βούρτσιζαν τα μαλλιά τους με μονόχρωμες βούρτσες. Μονάχα εκείνη, που το όνομά της δεν μπόρεσα ποτέ να διαβάσω ως το τέλος, βαστούσε στα χέρια μια μεταλλική χτένα. Έσκαβε με τα μάτια το φόρεμά της. Έμπαινε απ’ τις κουμπότρυπες. Έβγαινε απ’ το στρίφωμα. Στριμωχνόταν ν’ αντέξει. Αλλά δεν άντεχε. Κι όσο δεν άντεχε […]

Αντώνης Τσόκος | Παρασκευή

Έρχονταν κι αυτές οι Παρασκευές που δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της. Τις υπόλοιπες μέρες τα αποθήκευε στα μαλλιά της. Την Παρασκευή τα δάχτυλά της άναβαν σαν σπίρτα. Το ένα μετά το άλλο. Έκαιγαν το μισοσκόταδο του υπνοδωματίου. Η στάχτη έφτανε ως τα μάτια της. Ερείπωνε τα βλέφαρά της. Έβγαινε στο δρόμο με […]

Αντώνης Τσόκος | Ξέχασα να σ’ ερωτευτώ

Την συναντούσε σπάνια. Κάθε φορά που την έβλεπε, την ερωτευόταν. Στο μεσοδιάστημα, ξεχνούσε την ύπαρξή της. Δεν του έλειπαν ούτε εκείνη ούτε το σχήμα των ματιών της. Το πρώτο βράδυ που θυμήθηκε πως ήταν ερωτευμένος μαζί της, ονειρεύτηκε τον καρπό του αριστερού χεριού της. Το δεύτερο βράδυ ένιωσε το χέρι της να του ανακατεύει το […]

Αντώνης Τσόκος | Καλοκαίρι

Ήμασταν εκεί. Με τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλλιά. Τα χείλη στο χείλος των φιλιών. Στο πεζοδρόμιο τα δέντρα ξήλωναν τις πλάκες. Οι περαστικοί σκόνταφταν κι άνοιγαν τρύπες στα παράγωνα κεφάλια τους. Το αίμα ωρίμαζε σαν άγουρο βερίκοκο. Οι ανοιχτές τέντες έγδυναν τον ήλιο κι έφτυναν σκιές στα προστατευόμενα καφενεία. Οι θαμώνες, νεκροί από χρόνια, αναπαύονταν […]

Αντώνης Τσόκος | Σκιά

Μπήκα στο φούρνο ν’ αγοράσω ψωμί. Πήρα ένα καρβέλι απ’ το ψάθινο κοφίνι, πλήρωσα και βγήκα. Στην έξοδο με περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η σκιά μου είχε κλαπεί. Για καλή μου τύχη η σκιά του φούρναρη ήταν ακριβώς στα μέτρα μου. Τη φόρεσα κι έφυγα. Δυστυχώς αύριο θα πρέπει να την επιστρέψω. Ανάθεμά τη, μοσχοβολά […]

Αντώνης Τσόκος | Η ζωή της κυρίας Ε. παύει να ισχύει

Οδός Μούσκου. Ώρα εγκλήματος. Οι πεταλούδες χορεύουν βαλς στις ράχες των αγριοραδικιών. Στο τετραπληγικό παγκάκι της πλατείας, η κυρία Ε. σκοτώνει διακριτικά την ώρα της. Το πρωινό πέφτει βαρύ στον τοπικό ουρανό. Ο ήλιος έχει παρατήσει τις ανατολές και δουλεύει οξυγονοκολλητής. Το μέταλλο αφήνει καλύτερο μεροκάματο. Ο πολεμοχαρής Αντρέας – έκτακτο μέλλος του τοπίου – […]

Αντώνης Τσόκος | Η διακριτική λιποθυμία του Σαρλ

Άνοιξε διστακτικά το δεξί μάτι. Απότομα, το αριστερό. Εισέπνευσε μια γερή γουλιά οξυγόνο. Φούσκωσε τα μάγουλά του με τον αέρα που εξέπνευσε ο Λούις Άρμστρονγκ στην τρομπέτα του. Άδειασε τα χνώτα του στο τζάμι, άφησε το δάχτυλό του να ζωγραφίζει ένα ατμόπλοιο και αναχώρησε για τη ντουλάπα. Φόρεσε το μπεζ κουστούμι με τον καρό γιακά. […]

Αντώνης Τσόκος | Τα ανεξέλεγκτα φιλιά της κυρίας Π.

Φιλούσε και κάπνιζε. Εναλλάξ. Τα πόδια της, ακουμπισμένα το ένα πάνω στο άλλο, σχημάτιζαν δυο τρία γράμματα του λατινικού αλφάβητου. Στα δεξιά της, ένα μεταλλικό τραπεζάκι. Στρωμένο λιτά. Μια καράφα τσίπουρο, ένα παράγωνο κομμάτι τυρί συνοδεία αρρωστιάρικης ντομάτας, κι ένα πακέτο Καρέλια Κασετίνα. Όλα μονά. Στα «ορεινά» του καφενείου, μια αναλογική τηλεόραση πυροβολούσε είδωλα βουβή. […]

Αντώνης Τσόκος | Ο Φιντέλ διαβάζει τους «New York Times»

ΚΤΕΛ άγονης γραμμής. Χώρος υπομονής. Τρίτο τραπεζάκι δεξιά. Απέναντι από το κόκκινο ψυγείο με τα ανθρακούχα αναψυκτικά. Ο Φιντέλ διαβάζει προσεκτικά τους New York Times. Η εφημερίδα του, παρά το κύρος και την ακριβή μελάνη, μυρίζει έντονα σαρδέλα. Πλάι του, ελαφρά καθήμενη, μια δεσποινίδα τουριστικού ενδιαφέροντος. Με βλέμμα λιπόθυμο από την πολύωρη αναμονή κρατά ένα […]

Αντώνης Τσόκος | Οι καλλίγραμμες γάμπες της κυρίας Κ.

Ο ιεροψάλτης έβγαζε κάθε τόσο ένα στραγάλι από την τσέπη του, το κοιτούσε περίεργα και μονολογούσε. Σημασία έχει να διαλέγεις τη σωστή αίσθηση κάθε φορά. Το θυμιατήρι, ακουμπισμένο στο φέρετρο, σιγόκαιγε διακριτικά. Ο θυμόσοφος νεκροθάφτης ανέλυε διεξοδικά τα πλεονεκτήματα της μετά θάνατον έγγαμης ζωής. Η σύζυγος του αποθανόντος ενοχλημένη από την αργοπορία του πατέρα Επιφάνειου […]