Αντώνης Τσόκος | Ο ουρανός φθείρει τη μνήμη

Άκουγα τον ουρανό. Τα σύννεφα έλεγαν το όνομα σου. Δεν θυμάμαι πως σε λένε αλλά σίγουρα για εσένα μιλούσαν. Στην λύπη των ποιημάτων μου το πρόσωπό σου είναι ευκρινώς καταχωρημένο. Θα μπορούσα να ψάξω εκεί. Δεν θέλω να φορτωθώ τη μυστηριώδη αφή των λέξεών σου. Ακουμπούν στα πιο ριψοκίνδυνα σημεία του εγκεφάλου. Ωστόσο δεν μπορεί […]

Αντώνης Τσόκος | Το κορίτσι που κοίταξε τον ήλιο

Καλό ταξίδι, της ευχήθηκε! Ποιος εύχεται καλό ταξίδι σε άνθρωπο που φορά πιτζάμες; Λες κι ήξερε πως ονειρευόταν ταξίδια. Ήταν μεγάλες οι νύχτες της. Μεγαλύτερες απ’ όσο μπορούσε να αντέξει. Σαν τα παπούτσια που της αγόραζε η μητέρα της. Ένα νούμερο μεγαλύτερα. Του χρόνου δεν θα σου κάνουν, της έλεγε. Τον επόμενο χρόνο τα παπούτσια […]

Αντώνης Τσόκος | Μια μικρή πένθιμη ιστορία

Οι αράχνες έμπαιναν απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Διέσχιζαν την οροφή του υπνοδωματίου. Τους θερινούς μήνες το ταβάνι γινόταν κι αυτό πάτωμα. Τα καλοκαίρια ο κόσμος δεν είχε καλή και ανάποδη. Τα πουλιά περπατούσαν στον ουρανό. Οι οικοδόμοι στα μαδέρια. Σήκωνε το κεφάλι της κι έβλεπε κάτω. Στα μαλλιά της φύτρωνε άσφαλτος. Η καρδιά της έτριζε […]

Αντώνης Τσόκος | Πάντα να περιμένεις

Το αγόρι περίμενε το κορίτσι. Το κορίτσι περίμενε την άνοιξη. Η άνοιξη πρόσμενε το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι δεν φάνηκε. Μαζί του χάθηκε το κορίτσι και η άνοιξη. Το αγόρι συνέχισε να περιμένει. Κι ας ήξερε πως εκείνοι που έρχονται είναι πάντα λιγότεροι απ’ αυτούς που περιμένουν.

Αντώνης Τσόκος | Κανείς δεν ξέρει να κοιτά τα μάτια σου

  Ερωτεύτηκε το είδωλο της κοπέλας στο τζάμι του βαγονιού. Η ίδια, του ήταν εντελώς αδιάφορη. Το κινούμενο γυαλί κρατά την ουσία του ανθρώπινου σώματος. Άγχος και ιδρώτας βαραίνουν αποκλειστικά τον κάτοχό του. Τα είδωλα απαλλάσσονται από κάθε μορφή ιδιοκτησίας. Σπανίως ενοικιάζουν ολόκληρο το σώμα. Συνήθως αρκούνται σ’ ένα δυο μέλη. Αν και καταλαμβάνουν χώρο […]

Αντώνης Τσόκος | Παρασκευή

Έρχονταν κι αυτές οι Παρασκευές που δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της. Τις υπόλοιπες μέρες τα αποθήκευε στα μαλλιά της. Την Παρασκευή τα δάχτυλά της άναβαν σαν σπίρτα. Το ένα μετά το άλλο. Έκαιγαν το μισοσκόταδο του υπνοδωματίου. Η στάχτη έφτανε ως τα μάτια της. Ερείπωνε τα βλέφαρά της. Έβγαινε στο δρόμο με […]

Αντώνης Τσόκος | Μνήμη

Την συναντούσε σπάνια. Κάθε φορά που την έβλεπε, την ερωτευόταν. Στο μεσοδιάστημα, ξεχνούσε την ύπαρξή της. Δεν του έλειπαν ούτε εκείνη ούτε το σχήμα των ματιών της. Το πρώτο βράδυ που θυμήθηκε πως ήταν ερωτευμένος μαζί της, ονειρεύτηκε τον καρπό του αριστερού χεριού της. Το δεύτερο βράδυ ένιωσε το χέρι της να του ανακατεύει το […]

Αντώνης Τσόκος | Καλοκαίρι

Ήμασταν εκεί. Με τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλλιά. Τα χείλη στο χείλος των φιλιών. Στο πεζοδρόμιο τα δέντρα ξήλωναν τις πλάκες. Οι περαστικοί σκόνταφταν κι άνοιγαν τρύπες στα παράγωνα κεφάλια τους. Το αίμα ωρίμαζε σαν άγουρο βερίκοκο. Οι ανοιχτές τέντες έγδυναν τον ήλιο κι έφτυναν σκιές στα προστατευόμενα καφενεία. Οι θαμώνες, νεκροί από χρόνια, αναπαύονταν […]

Αντώνης Τσόκος | Σκιά

Μπήκα στο φούρνο ν’ αγοράσω ψωμί. Πήρα ένα καρβέλι απ’ το ψάθινο κοφίνι, πλήρωσα και βγήκα. Στην έξοδο με περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η σκιά μου είχε κλαπεί. Για καλή μου τύχη η σκιά του φούρναρη ήταν ακριβώς στα μέτρα μου. Τη φόρεσα κι έφυγα. Δυστυχώς αύριο θα πρέπει να την επιστρέψω. Ανάθεμά τη, μοσχοβολά […]

Αντώνης Τσόκος | Η ζωή της κυρίας Ε. παύει να ισχύει

Οδός Μούσκου. Ώρα εγκλήματος. Οι πεταλούδες χορεύουν βαλς στις ράχες των αγριοραδικιών. Στο τετραπληγικό παγκάκι της πλατείας, η κυρία Ε. σκοτώνει διακριτικά την ώρα της. Το πρωινό πέφτει βαρύ στον τοπικό ουρανό. Ο ήλιος έχει παρατήσει τις ανατολές και δουλεύει οξυγονοκολλητής. Το μέταλλο αφήνει καλύτερο μεροκάματο. Ο πολεμοχαρής Αντρέας – έκτακτο μέλλος του τοπίου – […]