Αντώνης Τσόκος | Προτομές

Την πόλη μου έχει καταπιεί μιαν άλλη πόλη. Χτισμένη στα σπλάχνα της ίδιας μάνας. Οι κάτοικοί της σκαλισμένοι σε Πεντελικό μάρμαρο. Οι γείτονές μου είναι προτομές. Φοιτητών, ψαράδων, δασκάλων, συνταξιούχων θυρωρών. Στα μέρη μας, τα κάτω άκρα αποτελούν δυσπρόσιτη πολυτέλεια. Στα μάτια δεν κοιτάμε ο ένας τον άλλον. Οι φράσεις που ανταλλάσσουμε, κοφτές. Ο λόγος […]

Αντώνης Τσόκος | Χειμερινή ώρα

Δεν θα ξεφύγει κανείς απ’ τη φροντίδα μου. Ο χειμώνας είναι εποχή για τους δειλούς. Την άνοιξη, αν τολμάτε, ανοίξτε ακόμα ένα κουμπί απ’ τη ζακέτα. Τρίζουν οι τέντες, τρίζει ο ήλιος, τρίζουν τα σύννεφα. Τρίζουν οι κλειδώσεις του σπουργιτιού. Απόψε, η μοίρα τα έφερε να γεννηθείτε ποιητές. Ως το πρωί, στα σκαλοπάτια αυτού του […]

Αντώνης Τσόκος | Εσύ

Οι άνθρωποι, που γνώριζα ως εκείνη την ημέρα, φορούσαν το σώμα μέσα από τα ρούχα. Περίεργο, εγωιστικό ͘ αλλά έτσι συνέβαινε. Ό ένας έμοιαζε με τον άλλον. Ο άλλος ήμουν εγώ. Όταν λέω εγώ, εννοώ εσένα. Εσύ είσαι το εγώ που πάντα αποφεύγω. Εσύ, που όταν πέφτεις νύχτα καταμεσής της Σταδίου, γίνεσαι άγαλμα. Τα γόνατά […]

Αντώνης Τσόκος | Ακαδημία – Δονούσα

Ώρα 14:23. Εν αναμονή κυκλικού δρομολογίου. Στο φουαγέ των μπλε λεωφορείων, τριάντα τέσσερις φιλόδοξοι επιβάτες ερίζουν για την κάλυψη εικοσιοκτώ θέσεων καθημένων. Ανάμεσά τους υπερήλικοι φοιτητές, αμούστακα γερόντια και άνεργοι όλων των ειδικοτήτων. Κάτω από τη διαφημιστική σκιά του μεταλλικού σκέπαστρου, ένα τσούρμο κουλούρια δελεάζουν τα ρουθούνια των παρευρισκομένων, αναζητώντας τον μεγιστάνα επιβάτη με το […]

Αντώνης Τσόκος | Επικήδειος

Τελευταία φορά που τον είδα έπινε νερό από την Κιβωτό. Έτσι, ονόμαζε το ξύλινο φλασκί που είχε περασμένο με κορδόνι στο λαιμό. Από μικρός έδινε περίεργες ονομασίες στα αντικείμενα και στους ανθρώπους. Το πραγματικό του όνομα δεν το έμαθα ποτέ. Ως Νιφετός μου είχε συστηθεί. Ήταν δεκατριών κι ήμουν εννέα. Καλοκαίρι του ογδόντα πέντε. Συρρικνωνόταν […]

Αντώνης Τσόκος | Ας πηγαίνω

Έμαθα πως χθες, λίγο μετά την έλευση του φωτός στα μάτια σου, έβαψες κόκκινα όλα τα ανθρωπάκια στα φανάρια. Είναι αστείο να πιστεύεις πως ένα κιλό λαδομπογιάς είναι ικανό να κρατήσει ακίνητες τις φλέβες. Κοίτα πως πέφτουν κάτω οι άνθρωποι από τον έρωτα. Σα νεογέννητα πουλιά απ’ τις φωλιές τους. Πως καταφέρνουν να πονούν με […]

Αντώνης Τσόκος | Σχεδόν

Μπορώ να ζήσω ανά πάσα στιγμή. Την περίοδο αυτή απέχω. Μη μου καταλογίσετε ζωή. Μπορώ να περιγράψω το ηλιοβασίλεμα με εμπειρία αξιοζήλευτη. Χωρίς ο λόγος μου να αποζητά το βλέμμα ερωτευμένου. Μπορώ να μείνω ξύπνιος νύχτες ατελείωτες. Χωρίς ποτέ να χασμουρηθώ. Μπορώ να πέσω στο κενό. Χωρίς να τσαλακώσω το κρανίο μου. Μπορώ να περπατήσω […]

Αντώνης Τσόκος | Οι άνθρωποι προκύπτουν

Κάθε βράδυ βουτάω απ’ τα παράθυρα του πρώτου ορόφου. Δυστυχώς, δεν έχω αποκτήσει κανένα σημάδι. Ούτε μια τρύπα στο κρανίο. Αρχικά, στάθηκε αδύνατο να κρατηθώ στο ύψος των περιστάσεων. Βούτηξα απ’ το δεύτερο, το τρίτο, το πέμπτο πάτωμα. Καμία διαφορά. Αν δεν έχεις προνοήσει για τραύματα δεν υπάρχει ελπίδα. Η πληγή δεν σου χαρίζεται. Όταν […]

Αντώνης Τσόκος | Κόκκινα νεροπότηρα

Ο Ιανουάριος ήταν ο γενέθλιος μήνας μιας εξάδας κόκκινων νεροπότηρων που εντόπισα πριν αρκετά χρόνια σε συνοικιακό υαλοπωλείο. Πνιγμένα στη σκόνη, ανάσκελα στο κέντρο της βιτρίνας, αιμορραγούσαν ανάρμοστη πολυτέλεια. Τα αγάπησα φριχτά. Τόσο, που τα στρίμωξα στο κατάμεστο ντουλάπι της κουζίνας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το γυαλί τους ράγισε πέντε φορές. Με τους υπαίτιους να […]

Αντώνης Τσόκος | Το μυστικό της Πέμπτης

«Ο κόσμος τελειώνει στο πρόσωπο του κοριτσιού με τη γαλάζια ομπρέλα.» Αυτή τη φράση επαναλάμβανε ο πατέρας, κάθε Πέμπτη πρωί. Ύστερα σώπαινε. Μέχρι αργά το απόγευμα. Η μητέρα τον κοιτούσε συνωμοτικά. Για δυο ματιές. Ποτέ περισσότερο. Ποτέ λιγότερο. Στη συνέχεια, σηκωνόταν από την καρέκλα μ’ έναν αλάνθαστα νωχελικό τρόπο και βάδιζε προς τον μαρμάρινο νεροχύτη. Άδειαζε τα απομεινάρια […]