Απόστολος Θηβαίος | Ακουαρέλες Πυρκαγιές

© Helen- Levitt

Και καθώς μαίνονται οι φωτιές, μέτωπα διάσπαρτα, από σπίτι σε σπίτι, από καρδιά σε καρδιά, φωνάζω το όνομα του Νιλ Άρμοστρονγκ που θα μπορούσε να με πάει απόψε στο φεγγάρι. Να μου δείξει το σημείο που άφησε το χνάρι του. Και ψηλαφίζω τα λάδια του Γιάννη Τσαρούχη που με κάθε του έργο, έγραψε μια ολόκληρη σελίδα για την ευλογημένη δεοντολογία της ζωής, την αιώνια, την αναλλοίωτη. Καθώς μαίνονται οι φωτιές εγώ κάπως έτσι καταφέρνω να διατηρήσω , έστω και ανάπηρη την φαντασία μου.

Με τους πρώτους καπνούς το πλήθος ξεχύθηκε στο γαλάζιο μου στενό. Έσταζε πανικό η μέρα και άσχημο προαίσθημα. Οι αρχές έδιναν τις απαραίτητες οδηγίες. Από εδώ, μην συνωστίζεστε, δεν υπάρχει λόγος για να κλαίτε κυρία. Όμως δεν κλαίει για εκείνη, κλαίει για το κλουβί με το πουλί που έμεινε πίσω, τραγουδώντας για τελευταία και απελπισμένη φορά μες στους καπνούς. Δεν κλαίει για εκείνη, μα για τα χρόνια που λιώνουν μαζί με τους τοίχους. Βρέχει παντού στο γαλάζιο μου στενό μα δεν ευθύνεται κανένας Θεός για αυτό. Μόνον εκείνος ο πυροσβέστης που βρέχει τα μπετά καρφωμένος στο κέντρο του γαλάζιου μου στενού. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως αν αυτός ο νεαρός πυροσβέστης θελήσει να προσευχηθεί δεν υπάρχει Θεός που να μπορεί να μείνει αδιάφορος εμπρός στην ματωμένη του καρδιά.

Ρίχνω μια ματιά στο γαλάζιο μου στενό που έχει αποκτήσει μια απόκοσμη όψη.  Καίγεται σαν δύση, το γαλάζιο μου στενό που σαν πέσουν οι καπνοί μια μέρα μια καινούρια ήπειρος θα αποκαλυφθεί μες στην άσχημη, αρχαία πολιτεία. Τώρα πια δεν υπάρχει κανείς και η βροχή σταμάτησε, ο νεαρός πυροσβέστης πέθανε μες στην προσευχή του. Τον κλαίνε οι μέρες και οι γειτονιές της πόλης και αυτό είναι αρκετό, ακόμη και αν κανείς δεν πρόκειται ποτέ να θυμηθεί το όνομά του. Επειδή υπάρχουν άνθρωποι φορτωμένοι με ένα μικρό, μαγικό χρέος που σαν το εκπληρώσουνε τους ώμους τους σκίζουνε τα φτερά ενός αγγέλου. 

Και ο ηλικιωμένος ζωγράφος; Δεν τον είδε ποτέ να βγαίνει από το ατελιέ του. Κύριε, κύριε πρέπει να φύγετε, η φωτιά δυναμώνει κύριε, σκεφτείτε τον εαυτό σας, είναι ζήτημα λίγων ωρών, αξίζει να κάψετε το ταλέντο σας για λίγες ώρες κύριε, κύριε; Μα εκείνος δεν αποκρίνεται και εγώ ανοίγω την βαριά, σιδερένια πόρτα του ατελιέ. Ω τι κόσμος κύριε, γεμάτος μήνες και ποδηλάτες και στρατιώτες ερωτευμένους και έναν Άγιο Αυγουστίνο, στην ομορφότερη θυσία της νεοελληνικής τέχνης. Μορφές και δρόμοι που οδηγούν στον έρωτα και το κορμί και τις ωραίες ιδέες μου γνέφουν κρεμασμένες από τους τοίχους. Αν αυτός ο κόσμος ήταν δίκαιος θα μπορούσε κανείς να βρει άσυλο μες στο ατελιέ του ζωγράφου, ανάμεσα στα πορτραίτα αυτού του κόσμου που τελειώνει. Αν ο κόσμος ήταν δίκαιος απόψε όλο εκείνο το πλήθος που πάσχιζε να σωθεί, θα μπορούσε να έχει βρει μια σταλιά ειρήνη στο άφαντο φεγγάρι. Και τότε χιλιάδες βήματα θα στέκονταν πλάι σε εκείνο που άλλαξε την πορεία αυτής εδώ της ανθρωπότητας. Λοιπόν, κύριε, τι αποφασίσατε;

Μα ο ζωγράφος είναι ένας θαρραλέος άνθρωπος, ένας γνήσιος άνθρωπος που αντίκρισε την ζωή με άπειρη υπομονή και μεθοδικότητα, με το είδος της δημιουργικότητας που μπορεί και αλλάζει τον ρυθμό της. Κοιτάζω πίσω μου και βλέπω ανάμεσα στο γαλάζιο μου στενό τις αντιπυρικές ζώνες που φτιάχνουν τα χρώματά του, κοιτάζω πίσω μου και βλέπω την πραγματικότητα να ξεθωριάζει. Και καθώς προχωρώ προς την μεριά του, η μαστοριά και η δόξα του φέγγουν μες στην κιτρινωπή σκοτεινιά που έχει πέσει τριγύρω. 

Τον βρήκα στο βάθος του ατελιέ. Φορούσε επάνω του σκελετούς βυζαντινούς και υφάσματα με ωραία χρώματα. Βρισκόταν στην κάμαρη και έκλαιγε ποταμούς, όπως κάνουν καμιά φορά οι άνθρωποι όταν φοβούνται πολύ. Ήταν αδύνατο να νιώσω μες σε εκείνο το δωμάτιο τον χρόνο που ανοίγεται, τις μορφές που με κοιτάζουν μέσα από τις εποχές τους ήταν ανώφελο να κοιτάξω, την νύχτα την τρελή που είναι γεμάτη αρώματα και ιστορίες ήταν αδύνατο να την νιώσω μες σε εκείνη την κάμαρη. Και ο ζωγράφος, ένας ροδώνας στο βάθος του δωματίου πρόλαβε να πει, φανταστείτε κύριε μες σε αυτόν τον χαλασμό, τι πράγμα μεγαλειώδες είναι εκείνο το νευρικό πέταγμα της πεταλούδας ανάμεσα στα φορέματα των κοριτσιών που σκορπούν, εκεί έξω. 

Και έτσι εκείνος ο ζωγράφος, με μια του λέξη έσωσε το γαλάζιο μου στενό. Σήμερα, τώρα και για πάντα ο Γιάννης Τσαρούχης φτιάχνει μια ζώνη ανάμεσα στο έργο του και αυτόν τον κόσμο που πασχίζει κάθε πρωί να κρύψει την ντροπή του. Παλεύει τις φωτιές μετά νου και τέχνης φυλάσσοντας μες στην κάμαρή του ένα άλλο, χαμένο για εμάς είδος ηθικής.

Δεν υπάρχει τίποτε για να φοβάμαι. Όλα επιστρέφουν σταδιακά, οι συνάδελφοι αγκαλιάζονται σίγουροι, βέβαιοι πως ανάμεσά τους υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τα διπλανά τους γραφεία. Μπορεί ο καθένας να δει στην πλάτη του άλλου εκείνο το μικρό φως που προσπαθήσαμε να το περιγράψουμε με λέξεις, αφήνοντας τους αιώνες να γλιστρήσουν μέσα από τα χέρια μας. Μόνον εκείνο το πουλί στο κλουβί του, μόνον εκείνο δεν τα κατάφερε. Και ήσυχα τώρα που αποκοιμιέται μες στην ακουαρέλα του ζωγράφου, βαλμένο δίχως τέχνη περιττή, μες στην κόκκινη λάμψη της δύσης κάτω από το φεγγάρι που περπατήσαμε κάποτε μαζί, Νιλ.

Απόστολος Θηβαίος