Τον παρακάλεσε να σταματήσουν το αυτοκίνητο, επιτόπου στην ανηφόρα, όταν την είδε. Κατέβηκε και στάθηκε στην μέση του δρόμου για να την παρατηρήσει καλύτερα. Είχε φυτρώσει ανάμεσα σε δυο κομμάτια βράχου, που τυχαία αποκολλήθηκε. Γύρω τοπίο άνυδρο, σχεδόν ανέγγιχτο από χώμα. Ο σπόρος που έφερε την μοίρα της θα πρέπει να είχε ταξιδέψει από το […]
Πεζογραφήματα
Σίμος Ιωσηφίδης | Η σκηνογραφία του παραλόγου
Οι ακάλυπτοι των πολυκατοικιών… θα μπορούσαν να είναι μια ποιητική αντίδραση στην τσιμεντοποίηση και «αλουμινοποίηση» της πρωτεύουσας. Ρουφούσαν τους αστικούς ήχους της πόλης. Και τους ρύπους. Εδώ ζούσαν μόνον οι απόηχοι, σβησμένοι από μακρινές ιαχές. Φωνές κεκαλυμμένες, άναρθρες, αθόρυβες. Εγκλώβιζαν μανταλάκια, ρούχα που μύριζαν στάχτη από καμένα ξύλα, σεντόνια, γεράνια, γάτες που γάμπριζαν, κουτσομπολιά νοικοκυρών και […]
Σίμος Ιωσηφίδης | Το θρυλούμενο τοπωνύμιο της νιότης
Θυμάμαι ήταν ένας τεράστιος υπαίθριος καταυλισμός. Λίγοι πάγκοι, υποφώσκοντες, ήταν ανάκατοι. Δεν ξέρω τι πουλούσαν. Το ρολόι της εκκλησίας έλεγε μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν πήγαινε καλά. Θέαμα ανοίκειο. Γεμάτο χώμα. Και ίχνη βημάτων. Δεν μπορούσε να εξηγηθεί… Ένα σύμπαν ολοκληρωτικά μαγεμένο για εμάς, είναι αόρατο. Κάθετι μη εξηγήσιμο εντάσσεται στο παράλογο, σε κάτι αποστερημένο αναγνωσιμότητας […]
Χρυσάνθη Σουκαρά | Τετάρτη στο γραφείο
Η Τετάρτη δεν υπήρξε ποτέ η αγαπημένη της μέρα, ούτε στο ελάχιστο. Την είχε συνδυάσει, κάπως αρνητικά στο μυαλό της, γιατί ήταν αφενός πολύ νωρίς για να τελειώσει η εβδομάδα και αφετέρου πολύ μακριά από το σαββατοκύριακο που άφησε. Σε κάθε δουλειά πάντως το ίδιο μοτίβο. Κάθε Τετάρτη γινόταν ένας πανικός. Εκκρεμότητες ημερών ή και […]
Σοφία Νικολάου | Ίσως Διαμάντω
Η θεια παίρνει τον κατήφορο στο σοκάκι. Στο ‘να της χέρι βαστά μια φαγωμένη ξύλινη μαγκούρα και με τ’ άλλο βαστιέται απ’ τη φρεσκοασπρισμένη, πέτρινη μάντρα. Μες το κατακαλόκαιρο φοράει μαύρο πουκάμισο μακρυμάνικο και μαύρη φούστα πλισέ κάτω απ’ το γόνατο. Τα πόδια της σέρνουν πασούμια μπλε ανατομικά με μιαν αγκράφα σκουριασμένη στο δεξί, το […]
Δήμητρα Καλλιγέρη | Το Τελευταίο «Τι Ρι Ρι»
Όλη η πόλη υπήρχε χωρίς συνείδηση. Μονάχα ο Ιωνάς βρισκόταν σε μία απ’ τις τυπικές του υπαρξιακές υπερδιεγέρσεις. Ένα περίσσευμα συνείδησης – και μαζί του, ένα βάρος αγωνίας. Είχε πάει τρεις το ξημέρωμα. Η πόλη κοιμόταν. Επικρατούσε τέτοια ησυχία, που σχεδόν άκουγες τα όνειρα των ανθρώπων της· τους εφιάλτες των σκύλων της· τη γαλήνια ψυχή […]
Σοφία Στρατινάκη | Ο Μονόλυκος
Κάθαρση Το μούχρωμα έβαψε τα σαθρά δοκάρια μπλαβιά. Η σκιά μιας τεράστιας θηλιάς πρόβαλε στον απέναντι πλινθότοιχο. Η φλόγα του φανού τρεμόπαιξε, φοβισμένα, προδίδοντας ένα ετοιμόρροπο καλύβι που βαριανάσαινε την θλίψη των χαμένων του χρόνων. Ο Αρτέμης απίθωσε το ξύλινο σκαμνί ακριβώς κάτω απ΄το σχοινί, ελέγχοντας τις αντοχές του στο βάρος του σώματός του. Τα […]
Αφροδίτη Αυγέρη | Ναυαγός της πόλης
Με τα πρώτα βήματα, ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει στην ραχοκοκαλιά και τις μασχάλες του. Γύρω δεν κουνιόταν φύλλο, όχι ότι υπήρχαν και πολλά φύλλα για να κουνηθούν, κάτι καχεκτικοί καλλωπιστικοί θάμνοι και οι γλάστρες στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών. Μάλλον το μαύρο μπλουζάκι δεν ήταν καλή επιλογή για μια τέτοια μέρα, με τη φράση «Καύσωνας […]
Πηνελόπη Αργυροπούλου | Ανοιξιάτικες ανησυχίες
Δημιουργεί ρεύματα αέρα καθώς περπατά γύρω από τις ανθισμένες μαργαρίτες. Σταματάει και σκύβει πάνω από το λευκό πέπλο. Αισθάνεται στα γυμνά της δάχτυλα την πρωινή δροσιά και χτενίζει τα μεταξένια πέταλα. Θέλει να τα προσφέρει. Δίλημμα. Κόβοντας μια μαργαρίτα αφήνει μία ζωή λειψή. Σέπαλα, πέταλα, στήμονες και ύπερος αποκόπτονται βίαια από τον μικρό αυτόν οργανισμό […]
Ευαγγελία Χαραλάμπους | Το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε
«Το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε» 1 Τον Οκτάβιο Παζ τον έχει χώσει στην κρυφή θήκη του σακιδίου. Διασχίζει τη λεωφόρο σβέλτα, με αυτό το μαύρο σακίδιο. Αν υποψιαστούν, αν τον ψάξουν, μπορούν ακόμα και να τον απελάσουν. Δεν αστειεύονται με κάτι τέτοια. «Ούτε τη μάνα σου να εμπιστεύεσαι! Κανέναν!» θυμίζει στον εαυτό του. Όλοι τώρα […]
