Το ανεξάντλητο της αγάπης

Σελίδες: 120 
Σχήμα: 13,5 x 20,5 εκ.
 ISBN: 9786180710328
Έτος έκδοσης: 2025

 

Γράφει η Βίκυ Κατσαρού 

Για την πεζογραφία του Κυριάκου Χαρίτου

Όταν έφτασα στο τέλος του βιβλίου, στην τελευταία λέξη, ένιωσα έκπληκτη μην περιμένοντας πού θα με οδηγούσε το νήμα της αφήγησης. Η πεζογραφία του Κυριάκου Χαρίτου οικοδομεί έναν κόσμο από σκόνη, νερό, άνεμο και φως, έναν κόσμο όπου η περιπλάνηση αποτελεί πρωτίστως υπαρξιακό πεπρωμένο.

Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκεται μια φωνή που επιστρέφει αδιάκοπα στη μητέρα. Η προσφώνηση «μάνα» διατρέχει το κείμενο σαν επωδός αρχαίου θρήνου, μια επίκληση που επιμένει να διασώζει την παρουσία εκείνου που απουσιάζει. Η μητέρα γίνεται ο αόρατος αποδέκτης μιας εξομολόγησης, το πρόσωπο απέναντι στο οποίο ο αφηγητής μπορεί ακόμη να σταθεί γυμνός από τις βεβαιότητές του, να ξεδιπλώσει κάθε μύχια σκέψη και ανασφάλειά του. Δεν απευθύνεται στη μάνα του απλώς ως εκείνη από την οποία κατάγεται, αλλά τη βλέπει κυρίως ως την πρωταρχική υπόσχεση ότι κάποτε υπήρξε ένας τόπος όπου ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν να απολογηθεί για την ύπαρξή του. Κουβαλά τη μητέρα μέσα στη γλώσσα του. Κάθε «μάνα» που επαναλαμβάνει είναι μια απόπειρα επιστροφής. Το οξύμωρο όμως είναι, και συνάμα θλιβερό, ότι περιφέρει τη μητέρα μέσα του σαν μια χαμένη πατρίδα. Όσο της απευθύνεται είναι σαν να διατηρεί ανοιχτό τον δρόμο της επιστροφής, καταργώντας με κάθε προσφώνηση λίγο λίγο την απόσταση, αλλά στην πραγματικότητα αυτός ο τόπος υπάρχει μόνο μέσα στη γλώσσα. Δεν μπορεί να επιστρέψει. 

Η έρημος, οι δρόμοι, οι όχθες των ποταμών, οι αλυκές και τα χωριά συγκροτούν μια ιδιότυπη τοπογραφία της ανθρώπινης δοκιμασίας. Το τοπίο εισχωρεί στα σώματα, χαράσσεται πάνω τους, γίνεται η σκόνη που καταπίνουν, ο άνεμος που τους παρασύρει, το νερό που άλλοτε υπόσχεται σωτηρία και άλλοτε απειλεί να τους καταπιεί. Η φύση αποκτά βιβλική διάσταση, χωρίς να χάνει την υλικότητά της. Η δίψα είναι πραγματική, όπως πραγματική είναι και η πείνα. Όμως μέσα από αυτές τις στοιχειώδεις στερήσεις αναδύεται μια βαθύτερη πείνα, εκείνη του ανθρώπου για νόημα, συντροφικότητα και ανάπαυση.

Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει το μοτίβο του δρόμου. Οι άνθρωποι του Χαρίτου βρίσκονται διαρκώς καθ’ οδόν, τους έχει εξορίσει από κάθε βεβαιότητα μια δύναμη αρχαιότερη από τους ίδιους, η ίδια η ανθρώπινη μοίρα, η αρχέγονη εμπειρία της εξορίας από έναν τόπο πρωταρχικής ενότητας. Θα μπορούσε να είναι ο Κήπος της Εδέμ, θα μπορούσε να είναι η μητρική ενότητα. Σε μια ψυχαναλυτική ανάγνωση, η γέννηση και ο αποχωρισμός από τη μητέρα σηματοδοτούν την είσοδο σε έναν κόσμο έλλειψης. Η περιπλάνηση θα μπορούσε να διαβαστεί ως αναζήτηση εκείνης της πρωταρχικής ασφάλειας που δεν μπορεί να ανακτηθεί αυτούσια. Θα μπορούσε να είναι μέχρι και η ιστορική βία. Οι άνθρωποι δεν περιπλανώνται αποκλειστικά εξαιτίας κάποιας μεταφυσικής καταδίκης. Είναι διωγμένοι, πεινασμένοι, εκτεθειμένοι στην ανθρώπινη σκληρότητα. Η εξορία τους έχει και υλική, ιστορική διάσταση. Η περιπλάνηση λοιπόν μετατρέπεται σε μια διαρκή αναβολή της επιστροφής, ενώ η νοσταλγία παύει να αφορά το παρελθόν και στρέφεται προς μια ζωή που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.

Και όμως, μέσα σε αυτή την εξαντλητική γεωγραφία της στέρησης, αναδύονται στιγμές απροσδόκητης τρυφερότητας. Η συνάντηση με τον άλλον, η χειρονομία της προσφοράς, η επιθυμία να προστατευτεί ένα ευάλωτο πλάσμα λειτουργούν σαν μικρές αναλαμπές μέσα στο σκοτάδι. Η αγάπη δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη ηθική αρχή, αλλά ως πράξη που δοκιμάζεται πάνω στο σώμα της πραγματικότητας. Ο αφηγητής αναγνωρίζει τη δυσκολία της ανιδιοτελούς αγάπης, την αδυναμία του να υπερβεί τα προσωπικά του όρια, την αντίφαση ανάμεσα σε όσα πιστεύει και σε όσα μπορεί να πράξει. Η ομολογία αυτή προσδίδει στην αφήγηση μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση, ότι η καλοσύνη δεν είναι δεδομένη αρετή, αλλά επίπονη κατάκτηση.

Σημαντική είναι και η ένταση ανάμεσα στη γνώση και στην πίστη. Ο αφηγητής κουβαλά βιβλία, διδασκαλίες, κείμενα και κανόνες, ένα ολόκληρο οικοδόμημα γνώσεων που υπόσχεται να ερμηνεύσει τον κόσμο. Ωστόσο, μπροστά στην οδύνη, στην απώλεια και στην επικείμενη καταστροφή, η γνώση αποδεικνύεται ανεπαρκής. Πρόκειται για τη δραματική αναγνώριση των ορίων κάθε συστήματος που φιλοδοξεί να χωρέσει την ανθρώπινη εμπειρία. Εκεί όπου οι απαντήσεις εξαντλούνται, απομένει η ευθύνη της παρουσίας, η δυνατότητα να σταθεί κανείς απέναντι στον άλλον χωρίς την ασφάλεια μιας τελικής εξήγησης.

Η θρησκευτική εικονοποιία διαπερνά το έργο, άλλοτε ως υπόσχεση λύτρωσης και άλλοτε ως βάρος. Η βάφτιση, η ευλογία, η αμαρτία, η προφητεία, γίνονται πεδία εσωτερικής σύγκρουσης. Το ιερό συνυπάρχει με το ανθρώπινο και το φθαρτό, ενώ η επιθυμία της σωτηρίας συναντά διαρκώς την αδυναμία του ανθρώπου να σωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Το φως, επαναλαμβανόμενο σύμβολο της αφήγησης, δεν είναι πάντοτε παρηγορητικό. Μπορεί να αποκαλύπτει, να καίει, να επιβάλλει μια αλήθεια από την οποία ο άνθρωπος θα προτιμούσε να αποστρέψει το βλέμμα του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι το φως στον Χαρίτο δεν εξαντλείται στην παραδοσιακή συμβολική της λύτρωσης. Είναι άλλοτε υπόσχεση και άλλοτε δοκιμασία, άλλοτε η δυνατότητα της αποκάλυψης και άλλοτε η σκληρότητα μιας αλήθειας που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να καταφύγει στην άγνοια. Όπως ο ήλιος της ερήμου φωτίζει και ταυτόχρονα καίει, έτσι και η πίστη μπορεί να γίνει μια μορφή επώδυνης διαύγειας. Δεν είναι πάντοτε το σκοτάδι που βασανίζει τον άνθρωπο, κάποτε είναι το φως που δεν μπορεί να σβήσει.

Η γλώσσα του Χαρίτου διατηρεί έναν ιδιαίτερο λυρισμό, που αναδύεται από την επανάληψη, τη συσσώρευση των εικόνων και τον ρυθμό των σύντομων προτάσεων. Οι λέξεις επιστρέφουν σαν βήματα πάνω στο ίδιο χώμα. Η επίμονη παράθεση αισθήσεων και υλικών στοιχείων δημιουργεί μια σωματική αναγνωστική εμπειρία. Ο αναγνώστης αισθάνεται την ξηρότητα της γης, την τραχύτητα του ανέμου, το βάρος της κόπωσης. Ταυτόχρονα, η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στο απτό και στο μεταφυσικό προσδίδει στο κείμενο την ποιότητα μιας εκτεταμένης προσευχής, η οποία δεν ζητά πάντοτε συγχώρεση. Ο ήρωας θέλει απλώς να ακουστεί.

Συγκινητική είναι η διαρκής παρουσία της ενοχής. Ο αφηγητής δεν βασανίζεται μόνο από όσα έπραξε, αλλά και από όσα δεν κατόρθωσε να γίνει. Αναμετριέται με την απόσταση ανάμεσα στο ιδεώδες και στην πραγματική του ύπαρξη, ανάμεσα στην επιθυμία για καθολική αγάπη και στην ανάγκη μιας προσωπικής, αποκλειστικής σχέσης. Σε αυτή την αντίφαση αποκαλύπτεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του έργου: ο άνθρωπος δεν υποφέρει μονάχα επειδή στερείται την αγάπη, αλλά και επειδή αδυνατεί να ανταποκριθεί στο απεριόριστο αίτημά της. Ίσως η πιο οδυνηρή αντίφαση του αφηγητή να βρίσκεται εκεί όπου η αγάπη, από υπόσχεση ελευθερίας, μετατρέπεται σε επιταγή. Καλείται να αγαπήσει ολόκληρο τον κόσμο, ενώ εκείνος λαχταρά να σταθεί απέναντι σε ένα και μόνο πρόσωπο και να του προσφέρει την αδιαίρετη αφοσίωσή του. Η καθολικότητα του ηθικού ιδεώδους συγκρούεται με τη μοναδικότητα της ανθρώπινης επιθυμίας. Και τότε αναδύεται το πιο σπαρακτικό ερώτημα του τι απομένει από την αγάπη όταν ο άνθρωπος δεν έχει πια το δικαίωμα να ξεχωρίσει εκείνον που αγαπά. Η τραγωδία του δεν είναι ότι αγαπά λιγότερο απ’ όσο οφείλει, αλλά ότι του ζητείται να αγαπήσει με έναν τρόπο που μοιάζει να αρνείται την ίδια την ανθρώπινη φύση της αγάπης. Και το ακόμη πιο τραγικό; Ο ήρωας απευθύνεται διαρκώς στη μητέρα του, δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο, αναντικατάστατο πρόσωπο, ενώ προσπαθεί να υπηρετήσει μια αγάπη που δεν πρέπει να κάνει διακρίσεις. Γιατί ακόμη και όταν επιχειρεί να αγαπήσει τους πάντες, σε έναν μόνο άνθρωπο εξακολουθεί να μιλά.

Καθώς η αφήγηση προχωρεί, η αίσθηση του επικείμενου τέλους γίνεται ολοένα εντονότερη. Η άνοιξη χάνει την υπόσχεση της αναγέννησης, η νύχτα αποκτά οριστικότητα και η ανθρώπινη παρουσία μοιάζει εκτεθειμένη σε μια απειλή που δεν προέρχεται από τα θηρία ή τα στοιχεία της φύσης, αλλά από τον ίδιο τον άνθρωπο. Η αντιστροφή αυτή είναι καθοριστική. Το κακό δεν κατοικεί έξω από τον πολιτισμό, σε έναν υποτιθέμενο άγριο κόσμο. Το κακό αναδύεται μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις, εκεί όπου θα μπορούσαν να ανθίσουν η εμπιστοσύνη και η αλληλεγγύη.

Κάτω από το βάρος αυτό η επιστροφή στη μητέρα αποκτά μια τόσο βαθιά συγκινησιακή βαρύτητα. Μπροστά στο τέλος, η φωνή αναζητά εκείνον τον πρώτο αποδέκτη της ζωής, το πρόσωπο στο οποίο μπορεί να εμπιστευτεί ακόμη και την αποτυχία του. Η επιστολή γίνεται έτσι μια ύστατη πράξη αντίστασης στη λήθη, μια προσπάθεια να διασωθεί κάτι από το ανθρώπινο πέρα από την καταστροφή του σώματος.

Η πεζογραφία του Κυριάκου Χαρίτου μάς υπενθυμίζει ότι η λογοτεχνία δεν οφείλει να προσφέρει απαντήσεις για να είναι παρηγορητική. Αρκεί κάποτε να διαφυλάσσει ακέραια τα ερωτήματα. Να επιτρέπει στην ανθρώπινη αδυναμία να εμφανιστεί χωρίς εξωραϊσμούς και στην τρυφερότητα να επιβιώσει χωρίς βεβαιότητες. Μέσα στη σκόνη των δρόμων, στην εξάντληση των σωμάτων και στην αγωνία μιας φωνής που απευθύνεται αδιάκοπα στη μητέρα, διασώζεται κάτι βαθύτερο από την ελπίδα της σωτηρίας. Η επίμονη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει τον κόσμο, ακόμη κι όταν ο κόσμος δεν του υπόσχεται τίποτε.

 



Η Βίκυ Κατσαρού είναι ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικά βιβλία.