
Περί μιας άγαρμπης ανάκαμψης (ή, τουλάχιστον, μιας αντίστοιχης προσπάθειας) από ένα -ακόμη- λάθος. Περί ενός ζαλισμένου φαντάσματος με λερωμένη λάμα σε αέναο κυνηγητό.
-.-
Δε μιλάει πολύ· παλιότερα μιλούσε περισσότερο. Αμίλητος, λοιπόν, και ηθελημένα αόρατος, κουρνιάζει στη σκιά των κοινότυπων συζητήσεων μιας βολικά πολυμελούς παρέας που επιλέγει ως συνοδεία τα ελεύθερά του βράδια, απλά για να τυραννάει ένα κοκτέιλ για δύο ώρες και να πιπιλάει το πλαστικό του καλαμάκι. Όχι πως βγαίνει και πολύ. Μόνο εκείνα τα βράδια που του αναμένεται να βγει.
Γιατί όταν κανείς δεν τον αναμένει, οι δρόμοι μαρτυρούν τις απόρρητες πατημασιές από τα στοιχειωμένα του πόδια, μαστουρωμένα και αποπροσανατολισμένα, καθώς αυτός οδεύει αργόσυρτα προς ένα ακόμα ξένο σπίτι. Τις πρώτες ώρες της ημέρας, τις αφιλόξενες και τις ήσυχες.
Πας. Τον έπιασαν και τώρα είναι η σειρά του.
Δε δίστασε. Δεν καθυστέρησε στιγμή. Δεν έτρεξε απλά· εκσφενδονίστηκε. Να ολοκληρωθεί γρήγορα το όποιο στάδιο επιμελημένης υποκρισίας και φθηνού ενδιαφέροντος για να μπορέσουν να αναδυθούν ξανά νησιά γύρω απ’ το κρεβάτι: τσαλακωμένα ρούχα, γρήγορα βγαλμένα, και εσώρουχα να κεντούν ένα κρύο πέλαγος, πάτωμα από μαρμάρινα πλακάκια.
Πέρασαν πολλά κορμιά εκείνες τις μέρες το κατώφλι του, και ο ίδιος επισκέφθηκε άλλα τόσα: κορμιά έτοιμα και πρόθυμα να υποβληθούν μαζί του σε αναμενόμενες σαρκικές διεργασίες με ιδρώτα και ηχηρή απόλαυση. Βιαστική, “στεγνή” κι αβαθής απόλαυση: την εισέπνεε πια σα ναρκωτικό, σα χημεία που θεωρούσε ότι του είχε στερηθεί καιρό. Και συνεχίζει ακόμη.
Λερώνει τη μύτη του, μαυρίζει τους πνεύμονές του, αλλοιώνει τη σύσταση του αίματός του, μουδιάζει το στόμα του, πλημμυρισμένο από σάλιο. Για να αναπληρωθεί η όποια αυτοπεποίθηση, να αναστυλωθεί ο εγωισμός και η περηφάνια· η εικόνα και οι “προϋποθέσεις” της αρρενωπότητας…Οντότητες τόσο εύθραυστες για τον συγκεκριμένο, που κατακρεουργούνται δίχως έλεος στην πρώτη δυσκολία, στην πρώτη δοκιμασία· με άλλα λόγια, την πρώτη φορά που κάτι δεν θα πάει καλά ή, ακόμα χειρότερα, όταν κάτι δεν θα πάει βάσει προγράμματος. Έρχεται η ανασφάλεια σαν υποβόσκον δρεπάνι, (τον) κόβει και ξεσκίζει, τα ανατρέπει όλα ανεξέλεγκτα.
Και ακολουθώντας την επώδυνη πεπατημένη ενός εθισμού, η μαγεία της πρόχειρης ηδονής κάποτε σταμάτησε να δρα σα φάρμακο στο πληγωμένο του εγώ. Απλώς έφερνε στην επιφάνεια μία μακροσκελή σειρά από δυσάρεστες συνειδητοποιήσεις. Ούτε τόσο αφελής και νέος ήταν, ούτε άπειρος, ούτε (προφανώς) σε άγνοια. Μιλάμε για αλόγιστη κατάχρηση και, τελικώς, για την ισοπέδωση της ομορφιάς που κρύβει μια ερωτική αλληλεπίδραση.
Αυτά περί προσπάθειας για ανάκαμψη. Ποιο όμως το λάθος;
Πίστευε πως ερωτεύτηκε, το πίστευε ειλικρινώς. Μα στην πρώτη αμφιβολία που του γεννήθηκε από τη συμπεριφορά του ειδυλλίου του, εκείνος έτρεξε αντιδιαμετρικά από αυτό που πίστευε ότι αποτελεί λιμάνι του· διότι είναι δειλός και η υποτιθέμενη του πίστη εύσειστη, η γνώμη του μάλλον αστόχως διαμορφωμένη, ατεκμηρίωτη ίσως και ο ίδιος απολύτως δειλός. Και ανυπόμονος. Ανασφαλής επίσης, αλλά κυρίως δειλός.
Όταν τα πράγματα πάτησαν τα πόδια τους στο έδαφος και στην “ειδυλλιακή” αυτή ανθρώπινη και ερωτική σχέση εισήχθησαν παράμετροι μέλλοντος, συνύπαρξης άνευ πρώιμου ενθουσιασμού και πραγματικής συμβατότητας χαρακτήρα, ο ίδιος στράφηκε αλλού.
Και αυτό το ‘αλλού’ πάντα έλεγε ότι δεν θα το επισκεπτόταν ξανά, ότι, και καλά, ο ίδιος θα έμενε στο εκάστοτε ‘εδώ’ για τη μάχη, την προσπάθεια, τον υγιή συμβιβασμό και -επιτέλους (!)- την ουσιαστική αλλαγή και συμπόρευση. Μπούρδες! Μπούρδες αλά εθισμός.
Ζήτησε το ‘αλλού’ σα ναρκωτικό. Δε δίστασε και δεν καθυστέρησε ούτε στιγμή: πληγωμένος και πλήρως αναστατωμένος μετά την αποκοπή, αναζήτησε ξανά τις ίδιες άθλιες πηγές ταχείας επιβεβαίωσης και σαρκικής ικανοποίησης, κάτι ρε παιδί μου να του θυμίσει ότι ακόμα το ‘χει, ότι μπορεί να φλερτάρει και ότι, μάλιστα, αυτές του οι προσπάθειες αποφέρουν πολλαπλούς και ποιοτικούς καρπούς. Κάτι να τον καθησυχάσει, κάτι το οποίο, αν τελικά ο εκάστοτε έρωτάς του τον εγκατέλειπε, αυτό θα τον παρηγορούσε σα φθηνό αναλγητικό πόνου: σίγουρα δεν θα κάλυπτε εντελώς τη ζημιά, απλά θα μετέθετε το πρόβλημα για λίγο αργότερα και λίγο αργότερα, μέχρι τελικά ο ίδιος να ξεχνιόταν ανάμεσα στα λερωμένα σεντόνια, τα άγνωστα σχεδόν κορμιά και τα νησιά εσωρούχων τους γύρω από το κρεβάτι.
Μπούρδες πάλι.
Έφτασε, λοιπόν, η μέρα που ο ίδιος όλες αυτές τις εσωτερικές του διεργασίες τις γνωστοποίησε και κατανόησε -ξανά και λίγο καλύτερα- το μοτίβο του δικού του προσωπικού σαμποτάζ. Τη φθορά του ύπουλου εθισμού. Τσαλάκωσε κάτι καλό (επιτέλους, ξανά, κάτι τόσο καλό!) και το έκαψε στην πρώτη λακούβα της πορείας, με εύφλεκτη ανυπομονησία, ψυχαναγκασμό, κόμπλεξ και λάγνο προσάναμμα.
Υπάρχουν, βέβαια, κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Συλλογίστηκε και έτρεξε να τους πιάσει.
Ήταν, όμως, τόσο γλυκός ο χυμός και ιδιαίτερη η γεύση εκείνου του φρούτου, του ξανθού, του φρέσκου και του μυρωδάτου, γεύση που παραμονεύει ακόμα μέσα στο στόμα μετά από έναν χρόνο νηστείας· ποιο ναρκωτικό, λοιπόν, ποια βιαστική αλληλεπίδραση και ποιο νησί εσωρούχων να το αντικαταστήσει; Ποιο γλύκισμα, ποιο χάδι, ποια αυθόρμητη μυστική εξόρμηση και ποια άβολη παρέα να ξεπλύνει ολοκληρωτικά τη μοναδική του επίγευση που βελονιάζει ακόμα απαλά τα ούλα;
-.-
Η εν λόγω ατσούμπαλη αποκοπή απελευθέρωσε, αναπόφευκτα, λυγμούς -πολλαπλούς λυγμούς, απαρηγόρητους- και ενέργεια. Και επικράτησε ζέστη Φεβρουάριο μήνα, ζέστη ανυπόφορη και εξουθενωτική κι απάνθρωπη, που έλιωσε τα διακοσμητικά στοιχεία απ’ τις όψεις των κτιρίων, έλιωσε τα περίτεχνα ταβάνια και τα ξύλινα πατώματα, τους μεντεσέδες που τρίζουν και τα λευκά σοβατεπί, τους ψηλούς, φουντωτούς φίκους, τους άνετους καναπέδες βυθισμένους στα μαξιλάρια, τα λευκά λαμπάκια, τις πρώτες γνωριμίες με άτακτα κατοικίδια και τη γαλλική γλώσσα. Έλιωσε τα παλιά βινύλια, τα κάργκο παντελόνια, τους κρίκους στη μύτη και τα δερμάτινα τζάκετ. Έκαψε όλα τα μαγειρεία και τις κουζίνες, τις χύτρες, τα τηγάνια, τις μελιτζάνες· έσβησε την ανάσα, έσβησε τη συνήθεια του δεκατιανού και εξαφάνισε τις αδέσποτες γάτες από τους δρόμους με το μένος της ισόβιας θύμησης.
Έσβησε το ξανθό από τα μαλλιά, τις διακριτικές λεπτομέρειες απ’ τις πολύγωνες μύτες, εξαΰλωσε τις κρέμες χεριών, τις μέδουσες από ελαφρύ άνθρακα και τα στριφτά τσιγάρα. Ισοπέδωσε τη σημασία οποιουδήποτε μελλοντικού πρώτου ραντεβού ή φλερτ, το ενδιαφέρον και τη φιλοπεριέργεια, την όρεξη για συνεύρεση εκτός κλίνης, την αθώα προσμονή, τις καθημερινές προτάσεις, τα σχέδια, τις προσδοκίες, τα αναπάντεχα ταξίδια· τα πάντα έσβησε.
Ωστικό κύμα που ξεκρεμασε τα αστέρια από το πλέγμα του ουρανού και τα έσπασε πάνω στην πολυάσχολη άσφαλτο σα σφαιρικούς γλόμπους, με εκκωφαντικό κρότο και κομφετί από διαφανείς ακίδες. Άδειος, πλέον, ουράνιος θόλος και ραγισμένες, αφελείς υποσχέσεις, θρύψαλα· όλα αυτά με την αηδιαστική, μονότονη υπόκρουση του «μάλλον, τελικά, δεν ήταν για μένα». Βολικό, παρηγορητικό, φυγόπονο κυρίως, μούσκεμα στην ανασφάλεια και καθολικά ισοπεδωτικό.
Ξεκίνησε να ξεχνάει πια. Η ευκρίνεια στις αγαπημένες του αναμνήσεις ελαττώνεται, τα περιγράμματα των μορφών θολώνουν και επικρατεί απλά νεφελώδης πικρία που αχρηστεύει όλους τους δέκτες αισθήσεων. Σκεπάζει τον ζήλο και τη ζέση, σωπαίνει τη γουστόζικη μουσική από χειμωνιάτικα απογεύματα που ο ίδιος πλέον αποφεύγει να επισκεφθεί. Τώρα “ρίχνει τα ζάρια” πάνω σε γραφεία λερωμένα με τη σκόνη κάποιας ουσίας, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και ασθενικά ισχνός, έτοιμος να ακολουθήσει τα ζωώδη ένστικτά του σε μια ακόμα τριβή που θα ελπίζει μάταια ότι θα ελαφρύνει την καρδιά του. Δοκιμάζει αραιά και πού την τύχη του και τα όρια της απάθειάς του, ξεχνώντας τις επίμονες αγκαλιές που διήρκησαν παραπάνω από το αναμενόμενο, αργά φιλιά από κανέλα, ξηλώδη αρώματα, χύμα καπνό και εναλλασσόμενο ρεύμα, ξεχνώντας λόγια όμορφα, αποτροπές με νάζι και γενναίες πρωτοβουλίες. Μαζεύει τις συναισθηματικές του οικονομίες σε τσέπες τρύπιες και ξηλωμένες από παρελθοντικές τρικλοποδιές. Μοιράζει, έτσι, πόνο και πλαστή ανακούφιση σε ψυχές αθώες που σε τίποτα δε φταίξαν να εμπλακούν στα δικά του αντίποινα συναισθηματικής απουσίας. Μακριά πάντοτε απ’ τις ματιές και τις ανακριτικές ερωτήσεις των γνωστών του, βουτηγμένος στη ντροπή και τις ενοχές.
Είναι η σειρά του άλλωστε σε αυτό το παιχνίδι, μια μετεφηβική εκδοχή του κυνηγητού: σε βρίσκω και σου καρφώνω ένα σκουριασμένο μαχαίρι. Εσύ το βγάζεις, λερωμένο με τα σωθικά σου, και το καρφώνεις σε κάποιον άλλον, ανυποψίαστο και σώο. Κανείς δεν ιάζεται, κανείς δε νοιάζεται. Κανείς δεν αποφεύγει το φάρμακο ή την απεγνωσμένη επιθυμία για γλυκιά και γνήσια ζαλάδα. Πάντα σε κίνηση, πάντα πεινασμένοι· όλοι πάντα λερωμένοι.
Ο Γεώργιος Κρεοπώλης, κατάγεται από ένα χωριό της Θάσου και την καβάλα, όπου γεννήθηκε το 2002. Σπουδάζει στο τμήμα αρχιτεκτόνων μηχανικών του ΑΠΘ. Ασχολείται από μικρή ηλικία με τη μουσική και τη ζωγραφική και προσφάτως ανακάλυψε την αγάπη του για την αποσπασματική συγγραφή.
