
δυο πρόσωπα
ένας μύθος
και
μια ιστορία
Ζεστές φωνές
Θα μπορούσε η Έιμι να ‘ταν σήμερα σαράντα τριών χρονών; Αμφιβάλλω, αν θα μπορούσε ένα τέτοιο κορίτσι να γεράσει. Μοιάζει με εκείνους που ζητάνε να αποκαλύψουν την Μέριλιν, να δουν πέρα από την ομορφιά της. Ήταν τόση που μας διέφυγε, όπως ακριβώς και η φωνή της Έιμι από τα ηχεία του χρόνου πια. Τέτοια κορίτσια δεν γερνούν ποτέ και για αυτό η ομορφιά τους στέκει για πάντα τραγική.
Και όμως, όταν πέφτουν τα πρώτα ακόρντα στην αφιερωματική εκτέλεση του Τέντι Σουίμς για την αξεπέραστη, την τελευταία μεγάλη, αμερικανική φωνή, η “Βάλερι” στρέφει το πρόσωπό της. Ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη της και όλη η ζωή μου αλλάζει. Όταν περνά, ίδια με αγάπη, όταν ο ρυθμός εντείνεται και η μουσική χτυπάει σαν φλέβα εντός σου, όταν όλα γκρεμίζονται η “Βάλερι” βρίσκεται εκεί. Είναι η φωνή που εισβάλλει μες στον ύπνο ενός κοριτσιού. Το άλλο πρωί χορεύοντας προσμένει να διαβεί κάποιο σύνορο της πόλης μα κατά βάθος αυτή η άγνωστη τελείως “Βάλερι” δεν γυρεύει παρά έναν μεγάλο έρωτα. Μες στην καρδιά της έχει τον ήλιο του τροπικού και τίποτε δεν είναι δυνατό όταν το παρακάνει , επειδή έτσι θέλει, με τη σκιά των ματιών της.
Όπου και να ‘σαι Βάλερι, να ξέρεις πως λείπεις. Τελικά η μουσική δεν είναι παρά μια σκληρή άσκηση νοσταλγίας που δεν θα την άλλαζα με τίποτε. Και αν δεν μπόρεσα ποτέ να ορίσω με επάρκεια εντός μου τη μουσική, αρκείς εσύ Βάλερι και ένα ξεκρέμαστο ακόρντο για να γίνει κανείς κάτι άλλο από τον εαυτό του και ίσως να ταξιδέψει μια στάλα, παραδίδοντας το σώμα του σε έναν αυτοσχέδιο, άγριο χορό.
Ανάλαφρη ως Ισιδώρα
Τη ζωή και το θάνατό της τα σχεδίασε ο Θεός. Φρόντισε να της χαρίσει το ρόλο της πιο μυθικής χορεύτριας. Η “ξυπόλητη” Ισιδώρα χόρεψε ανάμεσα σε κίονες και ρυθμούς διερμηνεύοντας μια ολόκληρη εποχή. Ότι κρατάμε από εκείνη, δεν είναι άλλο από μνημεία και έναν παράξενο χορό κάτω από το αέτωμα του χρόνου.
Το τέλος της τραγικό, αναπάντεχο. Μια μοίρα σκληρή φρόντισε να χάσει πρώτα τα παιδιά της σε ένα ασύλληπτο δυστύχημα. Έπειτα ήρθε ο δικός της χαμός. Είχε μόλις συμπληρώσει μισό αιώνα ζωής, όταν στους δρόμους της γαλλικής Νίκαιας, το φουλάρι της θα πιαστεί στον τροχό της Amilcar Type CGSS Roadster. Ο θάνατός της υπήρξε ακαριαίος.
Σήμερα, θυμίζει κάτι από τον εαυτό της σε ατμοσφαιρικές σεκάνς, αρνητικά των αρχών του αιώνα. Οι καλύτερες στιγμές της αρκούσαν για να πολιτογραφηθεί κάτοικος μιας μαγικής πολιτείας. Σήμερα τα κορίτσια όταν τρέχουν με τ’ανοιχτά, σπορ αυτοκίνητα και όταν χαμογελούν όλο υποσχέσεις σε κάποιον εραστή, έχουν πάντα στο πίσω μέρος του νου τους τον τρομερό θάνατο της Ισιδώρας. Και έτσι δεν λησμονούν να βγάλουν το φουλάρι τους και ας προβάλλει ως πεδίο ερωτικών ασκήσεων βολής, η ατέλειωτη διαδρομή από τη φλέβα του λαιμού ως τις λεπτές κοιλάδες των παρειών.
Σιγανό
ξυπνώ καμιά φορά,
από το σιγανό κελάηδισμα
Ε. Χ. Γονατάς
“Η Κρύπτη”
Την πρώτη φορά που τ’άκουσε ήταν το καλοκαίρι, ανήμερα της Αγίας Παρασκευής. Καθόταν έξω στην αυλή και έβλεπε που έπαιρνε μπρος ο κόσμος. Ωραίο που ‘ταν εκείνο τ’απόγευμα, σχεδόν κρυστάλλινο και μεταφυσικό, σαν κανένα άλλο. Αν υπάρχει Θεός, ερχόταν μαζί με εκείνο το απόγευμα, εκείνη τη μέρα που άκουσε πρώτη φορά το σιγανό κελάηδισμα. Στην αρχή πίστεψε πως παράκουσε, μα έπειτα, για μια στιγμή ο κόσμος σώπασε. Τότε πια βεβαιώθηκε, ήταν ένα σιγανό τραγούδι, κάπως λυπημένο και απόμακρο. Παράξενο, σκέφτηκε και το ‘βαλε σκοπό του να βρει το καημένο το ζωντανό. Ποιος ξέρει σε τι απόμερη και πνιγηρή γωνιά είχε πιαστεί και τώρα απεγνωσμένα ζητούσε βοήθεια. Μα ήταν μάταιο, κάθε φορά που πλησίαζε το τραγούδι χανόταν. Είχε όμως πεισμώσει και έτσι αποφάσισε να το βρει με κάθε τίμημα.
Μπήκε στην αποθήκη με τα παλιά πράγματα. Τα ανακάτεψε όλα. Δεν υπήρχε τίποτε. Έπρεπε να αναλύσει την όλη κατάσταση, έτσι είχε μάθει. Όπλο του για να υποφέρει ετούτο εδώ τον κόσμο δεν ήταν άλλο από τη λογική. “Εσύ Αλεξάκι μου, καρδιά δεν έχεις, μονάχα νου”, έλεγαν κοροϊδευτικά οι φίλοι του.
Τώρα έπρεπε να ‘ταν εδώ. Να δούμε τι θα κατάφερναν αυτοί και αν τάχα θα ‘βρισκαν από πού γεννιέται το σιγανό τραγούδι. Ας είναι, αυτός πρέπει να λύσει το μυστήριο, μονάχος του. Συμφώνησε με τον εαυτό του και ξανάρχισε να γυροφέρνει τα παλιά εκείνα πράγματα.
Η βροχή στη στέγη του θύμισε το προφανές. Μα πώς δεν το σκέφτηκε μονάχος του, έτσι παράφορα λογικός που είναι. Και όμως, να που η λογική του έκανε τη δουλειά και τώρα ακροπατά πάνω στα δοκάρια της σκεπής. Κοιτάζει στις γωνιές, εκείνες μεγαλώνουν σαν πέφτει απάνω τους το φως, ψάχνει τις εσοχές και τα τυφλά σημεία. Πέρα από το τραγούδισμα εκείνη η σκεπή υπήρξε κάτι ολότελα καινούριο για τον ίδιο. Δεν είχε ανέβει ποτέ απάνω ως εκείνη τη στιγμή.
Και όμως, δεν υπήρχε μήτε εδώ η αιτία του σιγανού τραγουδιού. Έτσι απελπισμένος κατέβηκε ξανά μες στα δωμάτια. Στάθηκε έξω στην αυλή και περίμενε να ακούσει το τραγουδάκι του φανταστικού πουλιού. Πέρασε ώρα ώσπου να το ξεκρίνει λαγαρό, σαν σπασμένο κύμα να ξεσπά στα βράχια της καρδιάς του. Να που τίποτε δεν κατόρθωσα, είπε μονάχος του, πεισμωμένος πιο πολύ.
Επέστρεψε στην αποθήκη, αφού πια είχε βεβαιωθεί πως σε εκείνο το κλειστό δωμάτιο παιζόταν η ουσία του δράματος. Ανασήκωσε τους καναπέδες τους παλιούς με τα ινδικά λουλούδια στα καλύμματα, έσπρωξε το μεγάλο έπιπλο που κατείχε, μια φορά και έναν καιρό θέση περίοπτη στο πατρικό το σαλονάκι. Πέταξε έξω τις καρέκλες, έσκισε τις κούτες για να βρει μέσα βιβλία, σκονισμένα και παλιά, διαβασμένα πριν από χρόνια. Του φάνηκαν όλα κομπάρσοι του χρόνου που διάβηκε από μέσα του, δίχως να το πάρει καν είδηση. Αυτή η ιστορία με το τραγούδι του πουλιού τον είχε καταβάλλει και είχε γκρεμίσει κάθε φιλοδοξία και κάθε πιθανή ομορφιά εκείνου του δειλινού. Νομίζω πειστήκατε από την αρχή για την ωραιότητα της περίστασης που αμοιβαία διεγείρει όλες ανεξαιρέτως τις αισθήσεις. Θα ‘ταν κρίμα να δαπανηθούν τόσες λέξεις για να διακοσμηθεί τ’αφάνταστο. Και άλλωστε, τέτοια φτιασίδια δεν αρμόζουν καθόλου σε μια ιστορία, σας λέω.
Έτσι ξαφνικά, βρέθηκε εμπρός στη λύση του αινίγματος. Μονάχα το δικό του κυλούσε μες στο αίμα, χρόνια ολόκληρα, μονάχα εκείνο δεν θα μπορούσε ποτέ να απαντηθεί. Κάτω από σορούς μνήμης, διάκρινε το τετράγωνο σχήμα του. Και τότε θυμήθηκε την καρδερίνα της μητέρας που την εσκέπαζε τις νύχτες και με το πρώτο φως ελεύθερη την άφηνε βορά στ’ορατό. Πώς της μιλούσε, πώς την χάιδευε και πώς καμάρωνε για λόγου της, άλλο να σας το λέω και άλλο να το βλέπετε. Λιγωνόταν η άμοιρη και αράδιαζε στο αθώο εκείνο πλάσμα όλες τις συντριβές της, τα πάθη και τα αμαρτήματά της τα πιο φοβερά. Και η καρδερίνα με τι υπομονή που την άκουγε δίχως ποτέ να την μαλώσει για εκείνο ή για τ’άλλο.
Πήρε το κλουβί στα χέρια του και ευθύς το τραγούδι δυνάμωσε, μέχρι που πήρε να παίζει στη διαπασών, τραντάζοντας ολόκληρο το σπίτι, γκρεμίζοντας κάθε σαθρή του βεβαιότητα. Πίσω από τα λεπτά τα κιγκλιδώματα δεν υπήρχε τίποτε, μα η φωνή της καρδερίνας χαλούσε τον κόσμο. Όλα τα παράθυρα άνοιξαν διάπλατα και ένας άνεμος του ‘κοψε τα μάτια. Είναι ο ίδιος που τρυπώνει μες στα δωμάτια και σε ξυπνά, ο ίδιος είναι που φυσά σε κάθε πλευρά της πραγματικότητας λυσσασμένος και θυελλώδης, ως έρως. Είναι ο ίδιος που φανερώνει το νησί μες στα μάτια των κοριτσιών.
Άκουσε κουβέντες, φωνές τόσο γνώριμες στην άκρη του χολ που ισοδυναμεί με του κόσμου το σύνορο. Ή με τ’ουρανού, κανείς δεν το ξέρει με σιγουριά. Προχώρησε με επιφύλαξη, όπως θα έκανε κανείς εμπρός στ’άγνωστο. Και τότε τους είδε έξω από των ρυθμών τους νόμους. Εκείνοι που χάθηκαν νωρίς αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και χαίρονταν. Είχαν χρόνια να βρεθούν, πνιγήκανε μες στης ζωής το πέλαγο, μα να που τώρα κέρδιζαν μια δεύτερη ευκαιρία.
Θέλησε να πιστέψει τ’αδοκίμαστο, ονειρεύτηκε πως δάγκωνε σαν νόμισμα εκείνο τον χαμένο για πάντα χρόνο. Σε λίγο το τραγούδι της καρδερίνας γίνηκε δυνατό, πολύ δυνατό, σχεδόν εκκωφαντικό. “Τι όμορφα που τραγουδάει!”, “κάντο να σωπάσει”, “σκέπασέ το, μας τρέλανε!”. Έδιναν και έπαιρναν οι αποδοκιμασίες για την καρδερίνα μα σε λίγο τίποτε δεν ακουγόταν έξω από το σιγανό της τραγούδι. Τότε ήταν που είπε, “να η ομορφιά που έριξα στο βυθό”, είπε, “να, δες, ιδού η χρυσή τομή των ανέμων που μας εμπιστεύτηκαν οι ποιητές” και έτσι με την καρδιά ανοιχτή αφέθηκε στο τραγούδι του πουλιού, στην ανάμνηση της μητέρας.
Καθώς ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά του η σκηνή χανόταν, σπασμένη σε μεγάλες γυάλινες επιφάνειες. Όλα σωριάζονταν στο πάτωμα και δεν σήμαιναν το παραμικρό, έξω από την ανάμνηση μιας σπουδαίας θάλασσας, πέρα μακριά, πίσω από κορυφές και φαράγγια και οροπέδια του ωραίου και του πιθανού, ντυμένα με άγριους ήλιους και ξέφρενες καρδερίνες.
Σαν συνήλθε κοίταξε το αδειανό κλουβί. Το άφησε σε μια γωνιά και έφυγε. Είχε χάσει στα σημεία, μια άγρια νοσταλγία τον είχε κάνει κομμάτια, εκδορές εδώ και εκεί, πληγές χαίνουσες. Έμοιαζε βαλσαμωμένο σαν του ‘ριξε μια τελευταία ματιά, μια αδειανή αιωνιότητα. Το ζήτημα του σιγανού τραγουδιού τον είχε κουράσει, η ώρα περασμένη.
Τότε το ξανάκουσε, να φτάνει κοντά, όπως ο ήχος από τα σήμαντρα που πλησιάζει από τόσο βαθιά. Μα τώρα ήταν βέβαιος πως δεν χρειαζόταν να το γυρέψει. Η καρδερίνα βρισκόταν πάντα εκεί μαζί με τα πουλιά και τους φίλους και τους συγγενείς. Μαζί με όσα σβήνονται μες στις δεκαετίες, σαν φωτογραφίες που πήραν φως. Ακόμη και η μητέρα, με μια αγάπη παλιά όσο και το φεγγάρι, βρισκόταν εκεί. Και η καρδερίνα τραγουδούσε και έτσι όπως τον αποχαιρετούσαν οι δικοί του άνθρωποι, πίστευε πως ήταν το χέρι τους μια σημαία. Μια σημαία που λάμπει σε έναν άλλο κόσμο.
Από τότε, κάθε που πικραίνεται λέει μυστικά στη φανταστική καρδερίνα εντός του, να πιάσει το τραγούδι. Και εκείνη ποτέ δεν τ’αρνείται. Η ζωή του, λογική και παράφορη, γερνά για πάντα πλάι στα δάκρυα του. Ο χρόνος γίνεται χιόνι μα εκείνος έχει το σιγανό τραγούδι της καρδερίνας που τόσο πολύ αγάπησε η μητέρα όσο ζούσε. Πέρα από τον τοίχο του χολ προσμένει το φοβερό.
Στην αρένα των λεόντων
Μαρία Κάλλας
Τι παράξενο που κάνει την εμφάνισή της με την Αίντα. Η φημισμένη σκάλα του Μιλάνου αποτελούσε έναν από τους χώρους εκκρεμότητες για την μεγάλη Μαρία Κάλας. Ο ρόλος θα της δοθεί όταν αποφασίζεται να αντικαταστήσει την φερόμενη ως αντίζηλό της, Ρενάτα Τεμπάλντι. Κάπως έτσι το κορίτσι που μεγάλωσε στην επαρχιακή Αθήνα των αρχών του περασμένου αιώνα θα βρεθεί στο δρόμο της παγκόσμιας αναγνώρισης.
Αυτή η μοναδική ερμηνεύτρια θα υποδυθεί όλους τους φημισμένους ρόλους. Μα η Αίντα του Βέρντι σε κείμενο του Γκισλαντσόνι που θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο Κάιρο, το 1871 μοιάζει με ρόλο καμωμένο για εκείνη. Θύμα της προδοσίας που υφαίνει η Αμνερίς η πιστή θεραπαινίδα θα δώσει τη ζωή της για την αγάπη. Ζωντανή θα θαφτεί μαζί με τον μοναδικό της έρωτα, τον Ρανταμές, τον αρχηγό της φρουράς που την αγαπάει παράφορα.
Όπως η Κάλας που στο όνομα ενός παράφορου έρωτα έχασε στα σημεία, διαλύθηκε και ταπεινώθηκε για να πληρώσει το αντίτιμο με την ίδια της τη ζωή. Τι και αν στην τελευταία σκηνή της όπερας η Άμνερις μετανιώνει πάνω από τον τάφο του ερωτευμένου ζευγαριού, το κακό έχει γίνει. Και μια αγάπη κείτεται νεκρή, σπαραγμένη από τις ανθρώπινες μηχανορραφίες. Μονάχη της η Αίντα διαλέγει το θάνατο επειδή μια ζωή δίχως τον Ρανταμές της δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι μαγεμένη και μαγική. Η Μαρία Κάλας θα γίνει χίλια κομμάτια, η ηρωίδα του Παζολίνι θα γράψει τις τελευταίες σελίδες μιας μυθικής ζωής. Και έτσι, μαζί με την αγάπη που της αρνήθηκε τα πάντα, θα θαφτεί ζωντανή και παράφορη στο Παρίσι του περασμένου αιώνα σφραγίζοντας με τη φωνή και την σκηνική της παρουσία το τώρα και το αύριο της όπερας.
Τώρα και πάντα, αντί χαιρετισμού στην Μαρία που σπαράχτηκε μες στην αρένα των λεόντων, τώρα και πάντα για την πριγκίπισσα του θεάτρου που πλανήθηκε έξω και πέρα από κάθε μουσική κλίμακα για να γίνει το μοναδικό αστέρι, μια απόδειξη για την ομορφιά που φανερώνεται εκεί έξω, με χίλιους τρόπους.
Απόστολος Θηβαίος
