
Σελίδες: 384
Σχήμα: 14 x 20.5
ΙSBN : 978-960-03-7489-6
«Επιμένουν κάποια να λένε την ατάκα ότι πρέπει να ζούμε κάθε στιγμή μας σαν να είναι η τελευταία».
Όλοι επαναλαμβάνουν ότι πρέπει να ζούμε κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία. Αλλά αν το πάρουμε κυριολεκτικά, αυτό δεν είναι ελευθερία αλλά μια ζωή υπό την απειλή του τέλους. Αν κάθε δευτερόλεπτο το αντιμετωπίζεις ως πιθανώς τελευταίο, τότε κατοικείς διαρκώς στην πιθανότητα του θανάτου.
Όταν τελείωσα το Βίος Αβίωτος, γύρισα ξανά στον πρόλογο. Και τότε μία φράση που στην πρώτη ανάγνωση μπορεί να περάσει σχεδόν απαρατήρητη απέκτησε άλλο βάρος. Μη βιαστείτε άλλο. Γιατί κατάλαβα ότι αυτή είναι η εντολή που οργανώνει ολόκληρο το μυθιστόρημα. Μη βιαστείτε να αποφασίσετε ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης, ποιος ο ένοχος και ποιος ο δικαστής. Και κυρίως, μη βιαστείτε να πιστέψετε ότι εσείς, ως αναγνώστες, στέκεστε έξω από αυτή την κρίση.
Το Βίος Αβίωτος του Πάνου Μουχτερού είναι ένα βιβλίο για τη βία. Θα έλεγα, όμως, ότι είναι ακόμη περισσότερο ένα βιβλίο για τη στιγμή κατά την οποία η βία παύει να είναι είδηση, αριθμός, τίτλος σε μια οθόνη και αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο.
Ο συγγραφέας επιλέγει δύσκολο και επικίνδυνο αφηγηματικό υλικό: έμφυλη βία, κακοποίηση, βιασμό, γυναικοκτονία, οικογενειακά μυστικά, αρρώστια, απώλεια, θάνατο. Πρόκειται για θέματα που η σύγχρονη δημόσια σφαίρα μάς προσφέρει σχεδόν καθημερινά, με αποτέλεσμα να συμβαίνει κάτι παράδοξο. Eνώ η βία βρίσκεται παντού γύρω μας, εμείς σταδιακά εξοικειωνόμαστε μαζί της. Μαθαίνουμε να την κοιτάζουμε χωρίς πραγματικά να τη βλέπουμε.
Ο Μουχτερός αρνείται αυτή την ασφαλή απόσταση. Δεν αποστρέφει το βλέμμα από το αποκρουστικό, δεν προστατεύει τον αναγνώστη από τη σωματικότητα του πόνου και δεν εξωραΐζει τη βία. Τα σώματα στο βιβλίο του αρρωσταίνουν, τραυματίζονται, παραβιάζονται, γεννούν, πεθαίνουν. Το σώμα γίνεται ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της αφήγησης. Oι άνθρωποι μπορούν να κρύψουν, να πουν ψέματα, να αποσιωπήσουν ή να κατασκευάσουν εκδοχές· το τραύμα όμως αφήνει ίχνος.
Και εδώ ο συγγραφέας στήνει στον αναγνώστη μια πολύ ενδιαφέρουσα και κάπως άβολη παγίδα. Καταγγέλλει την κατανάλωση της βίας αφού πρώτα μας κάνει συμμέτοχους σ’ αυτήν.
Μας προσφέρει τη βία σε διαδοχικές, ολοένα πιο ακραίες εκδοχές της. Μας κρατά μέσα στην αφήγηση με την περιέργεια, την αγωνία, την ανάγκη να μάθουμε τι συνέβη και, ας το παραδεχτούμε, ακόμη και με εκείνη την παράξενη, ένοχη αναγνωστική απόλαυση που μπορεί να γεννήσει το αποτρόπαιο όταν βρίσκεται σε ασφαλή απόσταση, κλεισμένο ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου.
Θέλουμε να μάθουμε.
Τι έγινε; Ποιος το έκανε; Γιατί; Και μέχρι πού μπορεί να φτάσει η φρίκη;
Και αφού πρώτα μας έχει αφήσει να καταναλώσουμε τη βία που ο ίδιος μας προσφέρει, στρέφει τον καθρέφτη προς εμάς.
Γιατί προς το τέλος εμφανίζονται δημοσιογράφοι, κάμερες, τηλεθεατές, κοινωνικά δίκτυα, hashtags, influencers, σχολιαστές, άνθρωποι που συγκεντρώνονται γύρω από το έγκλημα. Το ιδιωτικό τραύμα μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα. Και τότε δεν μπορούμε εύκολα να κοιτάξουμε αυτό το πλήθος αφ’ υψηλού. Έχουμε ήδη κάνει, ως αναγνώστες, κάτι συγγενικό. Έχουμε θελήσει να κοιτάξουμε.
Ο Μουχτερός, επομένως, δοκιμάζει πάνω στον ίδιο του τον αναγνώστη. Μας αφήνει πρώτα να απολαύσουμε τη φρίκη ως αφήγηση και ύστερα μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε κάτι από το δικό μας βλέμμα μέσα στο βλέμμα του πλήθους που την καταναλώνει.
Και ίσως γι’ αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνει την αφήγησή του.
Δημιουργεί μικρές αφηγηματικές μονάδες, ιστορίες που αρχικά μοιάζουν αυτόνομες, πρόσωπα και περιστατικά που εμφανίζονται σαν διάσπαρτα κομμάτια ενός παζλ. Ο αναγνώστης δεν γνωρίζει εξαρχής ποια εικόνα συναρμολογεί. Κρατά τα κομμάτια στη μνήμη του και προχωρά αναζητώντας τις μεταξύ τους συνδέσεις.
Έτσι η ένταση γεννιέται από τη σταδιακή αποκάλυψη της συνοχής. Πρόσωπα, γεγονότα, μυστικά και λεπτομέρειες που αρχικά έμοιαζαν απομονωμένα αρχίζουν να συναντιούνται. Και όταν τα κομμάτια κουμπώνουν μεταξύ τους, αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτε από όσα διαβάσαμε δεν ήταν πραγματικά μεμονωμένο. Η τελική εικόνα υπήρχε από την αρχή· εκείνο που μας έλειπε ήταν η απόσταση για να μπορέσουμε να τη δούμε.
Και εδώ η αφηγηματική τεχνική συναντά έναν από τους βαθύτερους προβληματισμούς του βιβλίου. Όπως εμείς βλέπουμε αρχικά μεμονωμένες ιστορίες, έτσι και μια κοινωνία συχνά βλέπει μεμονωμένα εγκλήματα. Ένα περιστατικό εδώ, ένα άλλο εκεί. Ένα θύμα, ένας δράστης, μία οικογένεια, μία είδηση. Μέχρι κάποιος να ενώσει τις τελείες και να αποκαλυφθεί ότι πίσω από το μεμονωμένο μπορεί να υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Κάπως έτσι, η ίδια η μορφή του μυθιστορήματος γίνεται μέρος του νοήματός του.
Υπάρχει, παράλληλα, σε ολόκληρο το βιβλίο μια επίμονη σχέση με το μυστικό και τη σιωπή. Κάποιος γνωρίζει και δεν μιλά. Κάποιος υποψιάζεται. Κάποιος φοβάται. Κάποιος ντρέπεται. Κάποιος αποφασίζει ότι μια αλήθεια είναι προτιμότερο να μείνει θαμμένη. Και η σιωπή μετακινείται από άνθρωπο σε άνθρωπο, σχεδόν σαν οικογενειακή κληρονομιά.
Η βία συνεχίζεται μέσα στην απόκρυψη, στην ανοχή, στην αδυναμία ή την άρνηση των ανθρώπων να δουν τι συμβαίνει δίπλα τους.
Ωστόσο ο συγγραφέας ενδιαφέρεται και για τους γύρω. Για το βλέμμα που είδε και προσπέρασε. Για εκείνον που γνώριζε. Για εκείνον που σώπασε. Για εκείνον που έφυγε. Αλλά και για εκείνον που έμεινε.
Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό ότι προς το τέλος η αφήγηση περνά και από τον χώρο της δικαιοσύνης. Ύστερα από εκατοντάδες σελίδες στις οποίες οι άνθρωποι θυμούνται, ξεχνούν, ψεύδονται, κρύβουν, ερμηνεύουν και κατασκευάζουν διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας, φτάνουμε στον χώρο που υποτίθεται ότι πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό και συγχρόνως τρομακτικά δύσκολο ερώτημα.
Τι συνέβη πραγματικά;
Μόνο που ούτε εκεί υπάρχει απόλυτη ησυχία. Υπάρχουν κάμερες, συγγενείς, δημόσια οργή, κοινωνικά δίκτυα, άνθρωποι που έχουν ήδη αποφασίσει τι πιστεύουν. Η αλήθεια πρέπει να ακουστεί μέσα στον θόρυβο.
Η δικαιοσύνη μπορεί να κλείσει μια υπόθεση. Δεν μπορεί να αναστήσει έναν άνθρωπο. Δεν μπορεί να ακυρώσει τη βία που ασκήθηκε. Δεν μπορεί να επιστρέψει τον χρόνο στο σημείο πριν από το τραύμα.
Μπορεί μόνο να αναγνωρίσει ότι κάτι συνέβη.
Και από εκεί και πέρα απομένουν οι ζωντανοί.
Αυτό είναι ίσως που αλλάζει σταδιακά και το ερώτημα του βιβλίου. Στην αρχή μοιάζει να αναρωτιέται πόσο πόνο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος. Προς το τέλος, όμως, αναρωτιέται κάτι διαφορετικό. Τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι όταν βρεθούν μπροστά στον πόνο κάποιου άλλου;
Ποιοι κοιτούν.
Ποιοι καταδικάζουν.
Ποιοι εκμεταλλεύονται.
Ποιοι μετατρέπουν την τραγωδία σε θέαμα.
Ποιοι φεύγουν.
Και ποιοι μένουν.
Γι’ αυτό και μία από τις φράσεις προς το τέλος του βιβλίου μπορεί να λειτουργήσει σχεδόν ως ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του μυθιστορήματος.
«Σημασία έχει και πάντα θα έχει ποιος, τελικά, δεν σε παράτησε και στάθηκε δίπλα σου μέχρι τέλους και χωρίς επιστροφή. Στην πράξη.»
Ύστερα από ένα βιβλίο γεμάτο ακραίες πράξεις, η τελική ηθική του πρόταση αποδεικνύεται σχεδόν παράξενα απλή. Να μείνεις.
Να μη στρέψεις αλλού το βλέμμα. Να μη μετατρέψεις τον πόνο του άλλου σε είδηση, κουτσομπολιό, hashtag ή ευκαιρία αυτοπροβολής. Να μη θεωρήσεις ότι η συμπαράσταση εξαντλείται σε μια δήλωση ή σε μια δημόσια θέση.
Να είσαι εκεί.
Και κάπου εδώ επιστρέφω στον τίτλο.
Ο Βίος Αβίωτος μοιάζει αρχικά να σημαίνει ακριβώς αυτό που δηλώνουν οι λέξεις του. Μια ζωή που δεν αντέχεται να βιωθεί. Μια ζωή την οποία η βία, η απώλεια, η αρρώστια, η ενοχή και τα μυστικά έχουν κάνει αβίωτη.
Όταν όμως φτάσουμε στο τέλος, ο τίτλος αποκτά μια δεύτερη σημασία.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς επιβιώνει κανείς από έναν βίο αβίωτο.
Είναι και τι μπορεί να τον κάνει ξανά βιώσιμο.
Και η απάντηση που αφήνει το βιβλίο δεν είναι μεγαλόστομη. Δεν είναι η κάθαρση, δεν είναι η εκδίκηση, ίσως δεν είναι καν η δικαιοσύνη από μόνη της.
Είναι ο άλλος άνθρωπος.
Εκείνος που, όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν τελειώσει με την ιστορία σου και έχουν προχωρήσει στην επόμενη, εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί.
Η Βίκυ Κατσαρού είναι ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικά βιβλία.
