
Ίπταμαι, επιπλέοντας στην υγρή κουβέρτα της ήρεμης θάλασσας. Κλείνω τα μάτια και ακούω τα πουλιά, ανοίγω τα μάτια και βλέπω το γαλάζιο του ουρανού, τα άσπρα σύννεφα να σμίγουν και να χωρίζονται άτακτα, χωρίς προορισμό. Βασιλεύω στο αμνιακό υγρό. Εδώ, δεν υπάρχουν σκέψεις, μόνο κάποιες λίγες ακαθόριστες αναμνήσεις, όπως τα γαλανά μάτια της γιαγιάς μου όταν χόρευε τα τραγούδια του Elvis Presley, το κρύο σώμα του παππού μου λίγο πριν φύγει, τα χέρια της Ρένας όταν σέρβιρε τον αχινό με παξιμάδι σε τούτο τον κολπίσκο, η nivea στο τσίγκινο κουτί και τα σπόρια στη σακούλα.
Η φύση με αγκαλιάζει με την ανιδιοτέλεια της μαντόνας που νανουρίζει τον μοναχογιό της. Αν προσπαθούσα να ορίσω πως νιώθω, αυτό είναι το αίσθημα της πληρότητας, που είναι ανώτερο όλων των συναισθημάτων. Μια γαλήνη απαλλαγμένη από χαρά και θλίψη. Από θεό και δαίμονα. Από καλό και κακό. Αισθάνομαι το αίμα στις φλέβες μου όπως τη ροή της ενέργειας στο εσωτερικό των κλαδιών μιας ελιάς σε κρητικό βουνό ή ενός σχίνου, ανθεκτικού στην αλμύρα της θάλασσας.
Αναγνωρίζω την απόλυτη εξάλειψη της νοσταλγίας, την απότομη προσγείωση του σώματος, την απότομη απαλλαγή από το φόβο, την απότομη άμβλυνση των συναισθηματικών εκδηλώσεων, σε σημείο αφανισμού. Η μνήμη σταδιακά με προδίδει, σβήνουν τα αρχέγονα μονοπάτια του μυαλού, το μόνο που θυμάται το σώμα είναι η ασημαντότητά του και οι αλλαγές αυτές αθροίζουν μια ανεκτίμητη ελευθερία.
Οι άνθρωποι στο σημείο αναφοράς μετουσιώνονται σε μικρούς θεούς, βιώνουν τη μοναξιά του ελεύθερου πνεύματος. Δεν νοιάζονται για την αγαθοσύνη ή την έλλειψη της στον συνάνθρωπο, ούτε για τις άχρηστες κριτικές του κόσμου. Αντιλαμβάνονται την μικρότητα οποιουδήποτε εγωιστικού αποτυπώματος, την τυχαιότητα οποιασδήποτε ευτυχισμένης στιγμής. Γίνονται απέραντοι και απροσδιόριστοι, άυλοι και άχρονοι. Εκμηδενίζεται ο εσωτερικός βρασμός και απομένει μια υλική σύνδεση με τη γη. Όταν όλα έχουν εκπληρωθεί, όταν πλέον όλα έχουν πλήρως εκπληρωθεί, το ταξίδι της ζωής αποκτά τη διάσταση του παραμυθιού που διαβάζεται σε μικρό παιδί για να το πάρει ο ύπνος.
Θα ήταν ομορφότερο από όνειρο να φύγω εδώ, με την αίσθηση πως πετάω και γίνομαι ένα με το απέραντο θαλασσί του κόσμου.
Είναι ένα γλυκό καλοκαιρινό απόγευμα σε μια παραλία της Αργολίδας, όταν αποφασίζω να πεθάνω. Και έτσι απλά, χωρίς υπερβολές και σπαραγμούς, κλείνω ευλαβικά έναν -έναν τους διακόπτες των ζωτικών λειτουργιών μου και ίπταμαι στη μήτρα του κόσμου.
Η Πέννυ Ορφανού ζει στην Αθήνα, είναι δημόσιος υπάλληλος και απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου και 5 της Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και γράφει διηγήματα.
