Δημήτρης Μπαλτάς | Στο μετερίζι του χρόνου

Σελίδες 64 • Διαστάσεις: 13⨯19,5
• ISBN: 978-960-289-236-7
• Έτος έκδοσης: 2026

Γράφει η Βίκυ Κατσαρού

Στο Μετερίζι του Χρόνου του Δημήτρη Μπαλτά ο ποιητικός φακός στρέφεται στα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα (ένα σκουπιδιάρικο μέσα στη νύχτα, μια βεντάλια πάνω στο τραπεζάκι, ένα κοχύλι, ένα ημιυπόγειο, μια βρύση που εξακολουθεί να στάζει) και μέσα από αυτά ανασύρει όσα η συνήθεια μας έχει εκπαιδεύσει να μη βλέπουμε.
Ο έρωτας, η απώλεια, η μοναξιά και η μνήμη συνυπάρχουν με την εργασία, την εξουσία, την κοινωνική υποκρισία, την επισφάλεια και την αλλοίωση μιας ολόκληρης εποχής. Η συλλογή μπορεί να περάσει από την τρυφερότητα της παιδικής χαράς ή από την ανάμνηση μιας μητέρας, στη βία της εργασιακής πραγματικότητας και στην ειρωνική παρατήρηση των «σεμνότυφων», χωρίς να μοιάζει ότι αλλάζει πραγματικά θέμα. Γιατί στον πυρήνα της υπάρχει το ίδιο ερώτημα: Τι απομένει ανθρώπινο μέσα σε έναν κόσμο που συνηθίζει πολύ εύκολα το απάνθρωπο;
Η γλώσσα είναι κατά κανόνα λιτή, άμεση, συνομιλεί με τον αναγνώστη. Δεν επιδιώκει συστηματικά την εντυπωσιακή μεταφορά. Προτιμά την εικόνα που μοιάζει απλή και ύστερα μετατοπίζεται ελάχιστα, όσο χρειάζεται για να αποκτήσει δεύτερο βάθος. «Στο μεσοδιάστημα των λέξεων» μπορεί να ραφτεί το ρούχο του χρόνου ή να ξηλωθεί το ρούχο της λήθης. Οι λέξεις γίνονται «παπούτσια του ποιητή»: άλλοτε στενεύουν τη θλίψη του, άλλοτε φουσκώνουν τον καημό του, άλλοτε του προσφέρουν ζεστασιά. Η ποίηση είναι ένας τρόπος να κατοικείται η φθορά κι όχι μια προσπάθεια μεγαλόστομης επίδειξης.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα από τα πιο γοητευτικά χαρακτηριστικά του βιβλίου, στο ότι η μεγάλη λέξη συχνά αποφεύγεται για χάρη του μικρού πράγματος. Η απώλεια γίνεται άδεια καρέκλα. Η μνήμη μυρωδιά από τέμπερες, λάδια, ρητίνη και κάρβουνο. Ο χωρισμός μια ρωγμή στο γράμμα. Η μοναξιά μια κουρτίνα που αφήνει να περάσει μια δέσμη φωτός. Η επιθυμία γίνεται μουσική κλεισμένη μέσα σ’ ένα κοχύλι. Το συναίσθημα δεν δηλώνεται πάντοτε. Εν αντιθέσει, αφήνεται να προσκολληθεί στα αντικείμενα. Κι έτσι τα αντικείμενα αποκτούν κάτι από τη θερμοκρασία των ανθρώπων που έφυγαν.
Παράλληλα, η συλλογή διαθέτει μια έντονη σατιρική φλέβα, χαρακτηριστικό της ποιητικής του Μπαλτά. Η ειρωνεία της λειτουργεί ως ηθικό εργαλείο. Οι δήθεν ευυπόληπτοι οικογενειάρχες, η κοινωνία που εμπορεύεται την ασφάλεια, η τεχνητή νοημοσύνη πλάι στο γεροντάκι του ΑΤΜ, η «μηχανή του κέρδους» που μπορεί να ακρωτηριάσει δάχτυλα, συγκροτούν ένα τοπίο στο οποίο η πρόοδος αμφισβητείται ακριβώς τη στιγμή που αυτοδιαφημίζεται. Το βιβλίο δυσπιστεί απέναντι στις βεβαιότητες. Κοινωνικές, πολιτικές, ερωτικές. Και συχνά χρησιμοποιεί το χιούμορ ως λεπτή μορφή οργής.
Κάτω όμως από την ειρωνεία, την κοινωνική παρατήρηση και την καθημερινότητα, διακρίνεται μια επίμονη μελαγχολία. Είναι η αίσθηση ότι ο χρόνος αφαιρεί συνεχώς κάτι (ανθρώπους, τόπους, έρωτες, γειτονιές, τρόπους ζωής) και ότι η γραφή επιχειρεί όχι τόσο να τους διασώσει όσο να καταγράψει το ίχνος τους πριν χαθεί. Γι’ αυτό η φράση «στο μεσοδιάστημα των λέξεων» μοιάζει σχεδόν με άτυπη ποιητική διακήρυξη της συλλογής (κι ας τη βρίσκουμε στο τέλος). Το σημαντικό δεν βρίσκεται μόνο σε όσα λέγονται, αλλά και στον χώρο ανάμεσά τους, εκεί όπου η μνήμη και η λήθη διεκδικούν το ίδιο ύφασμα.
Τελικά πρόκειται για μια ποίηση της εγρήγορσης απέναντι στη συνήθεια, πάλι χαρακτηριστικό της ποιητικής του Μπαλτά. Μας ζητά να ξανακοιτάξουμε όσα θεωρούμε δεδομένα. Το σπίτι, τη γειτονιά, την εργασία, τον έρωτα, τη φθορά, ακόμη και τις ίδιες τις λέξεις. Γιατί αρνείται να δεχτεί ότι, επειδή κάτι συμβαίνει κάθε μέρα, έπαψε να είναι άξιο προσοχής.
Και κάτι ακόμη που μου αρέσει πολύ ως αναγνωστική ιδέα για το συγκεκριμένο βιβλίο. Ξεκινά από τα «παπούτσια του ποιητή» και καταλήγει σχεδόν να μας δείχνει πώς περπατά ο ποιητής μέσα στον κόσμο. Άλλοτε οι λέξεις τον στενεύουν, άλλοτε τον πληγώνουν, άλλοτε του προσφέρουν τη ζεστασιά τους. Γιατί μόνο έτσι μπορεί ένας ποιητής να διασχίσει την πραγματικότητα.
Και αυτή η πραγματικότητα είναι οι γειτονιές, οι εργάτες, το γεροντάκι μπροστά στο ΑΤΜ, οι άδειες καρέκλες, ένα ημιυπόγειο, ένα κοχύλι που κρατά ακόμη τη μουσική κάποιων βημάτων. Ο ποιητής περπατά ανάμεσά τους και μαζεύει ό,τι οι υπόλοιποι προσπερνάμε ως ασήμαντο. Αυτό άλλωστε δεν κάνει η ποίηση; Σκύβει εκεί όπου η καθημερινότητα δεν σκύβει πια.
Γι’ αυτό και τα «παπούτσια» της αρχής αποκτούν, όσο προχωρά η συλλογή, μια δεύτερη σημασία. Δεν τον προστατεύουν από τον κόσμο αλλά τον φέρνουν σε επαφή μαζί του. Τον πηγαίνουν προς την κοινωνική αδικία, προς τον έρωτα, προς την απώλεια, προς τη μνήμη, αλλά και προς εκείνες τις μικρές στιγμές τρυφερότητας που επιμένουν παρά τη φθορά. Και κάπως έτσι η ποίηση γίνεται καταφύγιο από την πραγματικότητα, και τρόπος να την αντέχεις χωρίς να πάψεις να τη βλέπεις.
Οι λέξεις είναι τα παπούτσια του ποιητή, αλλά όσο εκείνος περπατά, είναι ο κόσμος που αφήνει επάνω τους τη σκόνη του.