
Πορτραίτα
Αποχαιρετισμοί
Νίκος Καλογερόπουλος
01/8/1952-09/8/2026
[…τι είναι η τραγωδία; Ιππείς της Πύλου…]
Τώρα που διαβαίνουμε τ’ απέραντο μπάρκο του τουρισμού, τώρα που οι θάλασσες στερεύουν, τώρα βρήκε την ώρα για να διαφύγει σε στήλη αέρος ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος.
Το ‘θελε η τύχη αυτός ο αποχαιρετισμός να με βρίσκει στο χωριό που γυρίστηκε το εμβληματικό “Μάθε παιδί μου γράμματα”. Στην Στεμνίτσα, την ωραία αρκαδική πολιτεία μες σε ειδύλλιο φυσικό, πληροφορήθηκα το θάνατό του. Μου το ‘πε ο καφετζής, σαν να ‘χε χάσει έναν άνθρωπο δικό του. “Εδώ σκοτώθηκε ο Καναβός”, είπε γελώντας και απομακρύνθηκε.
Μα τώρα που το συλλογίζομαι, είναι αδύνατο να πέθανε ο Καναβός. Βεβαίως ζούμε παράξενες εποχές και δεν είναι συνετό περί πολλών να ομιλείς. Μα μεταξύ μας ο Καναβός ουδέποτε σκοτώθηκε, διότι αν κανείς παραδεχτεί πως μπορεί κάτι τέτοιο να συνέβη, τότε είναι σαν να αφαιρεί κανείς από την αγάπη την αιωνιότητα.
Εις μνήμην, Νίκου Καλογερόπουλου, του τελευταίου Ιππέα της Πύλου.
Το θήραμα
Τάσος Ισαάκ
11 Αυγούστου 1996
Απόψε στήθηκε κυνήγι στα Κατεχόμενα. Έτσι όπως συνήθιζαν οι Γάλλοι βασιλείς να καταστρώνουν ξαφνικές επελάσεις στο Σεν Ζερμέν, έτσι και οι Τούρκοι των Κατεχόμενων οργάνωσαν, εκτέλεσαν και απέκρυψαν τους αληθινούς ενόχους για τη φριχτή δολοφονία του Τάσου Ισαάκ.
Απόψε στήθηκε κυνήγι στα Κατεχόμενα. Οι βασιλείς έχουν αφήσει ελεύθερα ένα σορό θηράματα, μην τύχει και λυπηθεί ο βασιλεύς για την ατυχία του. Και οι ιππείς ξεχύνονται και ευθύς αναγνωρίζουν το θήραμά τους. Είναι σπάνιο και όλοι βοηθούν τον βασιλιά να το πιάσει.
Εμείς, παρακολουθούμε από τους μικρούς μας δέκτες τη ζωή που ξεπουλιέται πίσω από πράσινες γραμμές και φυλάκια της ντροπής. Και όλοι θρηνούμε σαν βλέπουμε πως οι δυνάμεις του βασιλέως έπιασαν τ’άμοιρο θύμα. Όλοι συντρέχουν τον βασιλιά και σε λίγο το θήραμα κείτεται νεκρό στην πλευρά των Τουρκοκυπρίων. Μην, μην κλείνεις τα μάτια μη, ετούτος είναι θάνατος ατόφιος, όχι παίξε γέλασε.
Ο Τάσος Ισαάκ γίνεται και εκείνος θύμα ενός ακήρυχτου πολέμου που σήμερα μετράει μισό αιώνα και βάλε. Οι θύτες της βάναυσης δολοφονίας του είχαν και έχουν ένα όνομα, ένα βαθμό, ένα χρέος απέναντι στη ζωή που πήρανε. Για αυτό καμιά φορά λέω πως λάθος κάνουνε οι πολιτικοί και οι οργανισμοί των εξαθλιωμένων εθνών. Κόκκινη είναι η γραμμή στην Κύπρο νοτισμένη με το αίμα του Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού και τόσων άλλων, χιλιάδων άλλων που παραμένουν αγνοούμενοι.
Φαντάζομαι πως θα καταλάβει ο καθένας τι πάει να πει κυνήγι, τι πάει να πει να ‘χεις τη μνήμη με το μέρος σου, βεβαιώνοντας το σήμερα και το χθες πως τίποτε δεν ξεχνιέται, πως τίποτε δεν πεθαίνει ξανά και ξανά.
ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.
Να κατανοείς τις μορφές, να τις ξεχωρίζεις μες στο θάμπος της ζωής σου, έτσι όπως μια ζωγραφιά γδύνεται ολότελα από το βασικό της σχέδιο και μεθοδικά καταλαμβάνει έναν δικό μας χώρο, χώρο ψυχικό.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μου θύμιζε πάντα τον πικραμένο Ορφέα, έναν αλχημιστή που ´ξερε το μυστικό πάντρεμα της αδιάκοπης γεύσης που ‘χει η ζωή σαν σμίγει με τ’ανεκπλήρωτο.
Σαν μικρά κύματα μας έστειλε τα ποιήματά του, την ώρα που κάποιος πεθαίνει από έρωτα, να τον πάνε μακριά κάπου στον κόσμο. Μίλησε για τσαλακωμένους στήνοντας ξόβεργες για να πιάσει εκείνο που κρίνεται τούτη την ώρα. Το φιλί, την απουσία, τον αποχωρισμό, παιδιά δικά του πίσω από τα μισοτραβηγμένα κουρτινάκια με τα φαρουσάκια τους. Σπίτια λαϊκά μιας άλλης Θεσσαλονίκης, κόσμοι που σου χαρίζουν το στίχο, μες στο κοινό μέτρο, το εναλλασσόμενο και το σιωπηρό. Ποιήματα σαν απαλοί ψίθυροι, σαν καταιγίδα που βοά και σαν τη γωνιά που μεγαλώνει κάτω από τις σκηνοθεσίες του Χριστιανόπουλου.
Αγάπη σαν “ξάκρισμα προσφόρου διά τον καφέ”, μα τόσο αυθεντική. Τριγύρω παραδοχές αμοιβαίες και συντρίμμια εξωραϊσμών, προλόγων, μιας ψεύτικης σεμνότητας. Στα χέρια του Ντίνου Χριστιανόπουλου που σήμερα πλανάται στην πλατεία Δικαστηρίου μια άλλη φόρμα, ένα άλλο χρώμα, μια μεταμόρφωση. Πάντα η μουσική του βάθους και ο τρόπος του ποιητή να λέει τα πάντα. Όχι λυρικά δειλινά, μονάχα κρύο και μοναξιά εκείνη τη στιγμή που “ σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι”. Αυτό θα αρκούσε.
Απόστολος Θηβαίος
