Άνθη κονκάρδες

© Sid Avery

Αρλέτα

[…badida de coco στα καλοκαιρινά τα μπαρ που σε αγάπησα…]

Η παρέα το διασκέδαζε και με το παραπάνω. Αρκούσε μια κιθάρα και λίγο κέφι, από εκείνο που κάνει τόσο διαφορετικά τα καλοκαιρινά βράδια, κάπως ξέγνοιαστα και αμέριμνα, με κάτι από νιότη στο στερέωμα.

Μα ο κακός χαμός έγινε όταν έπεσαν τα πρώτα ακόρντα της “Σερενάτας”.  Να δείτε τότε, με τι μπρίο και με τι νάζι που πιάσανε όλοι το τραγούδι. Κάποιοι μάλιστα πρόσθεσαν και στοιχεία παραστατικά, όπως ας πούμε στη λέξη “καμικάζι” που παρίσταναν πως οδηγούν καμιά πεντακοσάρα με θυελλώδες στροφόμετρα και όλα τα συναφή.

Στο τέλος, όλοι λυπήθηκαν κάπως, όχι γιατί “τα ‘χανε κάνει σαλάτα” όπως τραγουδάει από το υπερπέραν η  μοναδική Αρλέτα, αλλά γιατί χάθηκε η “Σερενάτα”.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο κιθαρίστας που κρατούσε του παραδείσου τα κλειδιά, έπιασε το περίφημο “τραγούδι της ερήμου”. Βρήκαν όλοι τότε κάτι που τους πονούσε, κάτι που ‘χαν χάσει και τώρα νοσταλγούσαν. 

Πριν φέξει, ο κιθαρίστας προχώρησε κατά μήκος της ακρογιαλιάς και χάθηκε στον ορίζοντα. Μόνον κάτι ακόρντα φτάνανε σε εμάς. Τότε κατάλαβα πως  η θάλασσα τόσο μεγάλη που είναι, τόσο απέραντη, μόνο με τα τραγούδια τη διαβαίνεις. Ο κιθαρίστας άφησε τόσες παραγγελιές ανεκπλήρωτες. Και τα κορίτσια με το αίνιγμα μες στο αίμα τους, με κάτι πένθιμα κραγιόν απομείνανε, δίχως πώς και γιατί, κρεμασμένα από το ρεφραίν της νύχτας.

Αργά τη νύχτα…

ο Αντώνης Σαμαράκης

[…Αλλιώτικη μέρα στα ηχεία της νύχτας…]

Τελικά αν μας σώζει κάτι είναι αυτό το “λάθος”, ο ανεπαίσθητος τριγμός στα σχέδια της μοίρας. 

Κάτι τόσο ανθρώπινο και προσωπικό, εντελώς αξόδευτα μας επιτρέπει  να αλλάξουμε την πορεία της ζωής. 

Και αν δεν μπορούμε να κερδίσουμε το θάνατο, έχουμε τη μνήμη για να προχωρούμε, δειλό κεράκι της ψυχής μας. 

Το “λάθος” έχουμε μονάχα για να πιστεύουμε πως από τη μια στιγμή στην άλλη ο κόσμος συντρίβεται κάτω από το βάρος της αγάπης. 

Το “λάθος” μας κρατάει όρθιους όταν θα χαθούμε μες στα πολύκλαδα δάση της ζωής μας. Μας δίνει κουράγιο σε μια απολύτως ορθολογική εποχή. Και ας μας καταδιώκουν τα σκυλιά που τρέχουν λέει πίσω από τα ελεύθερα μυαλά, ας μας συνθλίβουν οι τροχοί του χρόνου. 

Το “λάθος” υπήρξε η μόνη μας παρακαταθήκη, μια πεποίθηση γενναία πως η μέρα που θα γεννηθεί θα μοιάζει με μουσική ή με ελπίδα, εγώ δεν τα ξεχωρίζω αυτά τα δυο.

Για αυτό το λάθος, για τον Αντώνη Σαμαράκη, για τις δυνατότητες που μοιάζουν ανυπόστατες και όμως μπορούν να γίνουν τέχνη, ζωή και αίσθημα.

Αργά τη νύχτα…

ο Εμιλιάνο Ζαπάτα

[…La Llorona…]

Αχνός στο σούρουπο φάνηκε σαν τότε που ´ταν ζωντανός ο Εμιλιάνο. Ήταν ντυμένος με τις παραδοσιακές φορεσιές των χωρικών της πατρίδας του. Μες στα μάτια του στάλαζε η θέληση ενός καλύτερου κόσμου. Όλα χάθηκαν όταν το μικρό παιδί έκλεισε το βιβλίο.

Ο ήρωας Εμιλιάνο Ζαπάτα που άλλαξε το Σύνταγμα της χώρας του πέθανε όπως όλοι οι ήρωες, σε μια ενέδρα καλά σχεδιασμένη. 

Το παιδί τώρα γυρεύει το ξύλινο σπαθί του και ορκίζεται στο δίκιο των ανθρώπων.

Λίγο μετά το θάνατό του οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις που οραματίστηκε θα κατοχυρωθούν στο νέο σύνταγμα του Μεξικού.

Σήμερα μορφές όπως αυτή του Εμιλιάνο φαντάζουν βγαλμένες μέσα από την παγκόσμια μυθολογία. Η ιστορία τους σκεπασμένη από σκόνη και χρόνο έρχεται και πάλι στο φως για να γεμίσει με νόημα ηθικό τον κόσμο μας. 

Το αγόρι που τώρα παίζει το παιχνίδι των Στρατηγών ξέρει καλά μα δεν μπορεί να τ’ομολογήσει,  πως η ζωή καμιά φορά είναι υπέροχη, μπολιασμένη με σθένος και μυστήριο.

Το ξύλινο σπαθί του κραδαίνει και ορμά με ψυχή χορευτή της πατρίδας του, παραδομένου σε μια εκστατική σκηνή. Να μοιράσει λέει θέλει τη γη έτσι που να ανήκει σε όλους τους ανθρώπους, όπως ο ουρανός, όπως ο ουρανός. Μα δεν το ξέρει ακόμη ο μικρός Εμιλιάνο από το Ανενεκουίλκο και με τον άνεμο τα βάζει. Είναι επιδέξιος με το σπαθί, μπορεί να σκοτώσει τον ίσκιο του. Έχει μια φωτιά στο αίμα του.

Πρόσωπα
Νίκος Τσιφόρος

27/8/1909-6/8/1970

[…Πινακωτή, από τον “Θησαυρό του μακαρίτη”…]

Τους είδα στο πλοίο για την Αίγινα. Σαν τον παλιό, ασπρόμαυρο κινηματογράφο, πόζαραν μοναχά για μένα με φόντο την ωραία λουτρόπολη. Δεν είχε αλλάξει τίποτε στις μορφές τους. Κάτι τους είχε σώσει για πάντα. Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός τραβάνε για τα Καμμένα Βούρλα. Διαθέτουν περίσσευμα κεφιού και γελούν με τη ζωή, όπως γίνεται μονάχα στη μεγάλη οθόνη. Ο “κοντός” φωνάζει με στυλ και πόζα βαστάζου με γερά τα μπράτσα, “φέρτε μου την Μαρίνα να τη σκίσω!”. Και έπειτα οι τρεις τους πέφτουν στα γέλια.

Στο καφενεδάκι, που το ζώνουν οι περικοκλάδες των δεκαετιών, ένας καθώς πρέπει κύριος διασκεδάζει με τα καμώματά τους. Εκείνοι του γνέφουν και όλοι τους σβήνουν μεμιάς σαν κλείσει η μηχανή της προβολής. Και έτσι όπως φέρνω στο νου μου τις φωνές τους , είμαι βέβαιος πως κερδίζουν την αθανασία των σελιλόιντ έχοντας μεταμορφώσει κάθε τι συνηθισμένο σε μια ιστορία αυθεντική όπως και η γλώσσα του μεγάλου Νίκου Τσιφόρου.

Πρόσωπα
Γιάννης Ντεσσές
6 Αυγούστου 1904 – 2 Αυγούστου 1970

[… “Ένα χρυσόψαρο μες στη γυάλα” του Μάνου…]

Πάντα καθυστερούσε να φύγει από το μοδιστράδικο. Όταν οι φιλενάδες της ξεχύνονταν στην οδό Σταδίου, με είκοσι μονάχα χρόνια στο δισάκι τους, εκείνη φρόντιζε να δουλέψει μια στάλα περισσότερο απάνω στο φουστάνι που σκάρωνε με τόση φροντίδα. Το πατρόν το ‘χε αντιγράψει από ένα μοντελάκι του Γιάννη Ντεσσέ. Θα ‘ταν λέει, από μουσελίνα με πτυχώσεις, με κάτι το αρχαιοελληνικό. Θα ‘μοιαζε σαν αληθινή Καρυάτιδα όταν θα το τέλειωνε και στο χτενάκι της επάνω θα σφάζονταν τόσα και τόσα παλικάρια. Φτυστή θα ‘ταν λέει η δούκισσα του Γουίνσδορ που την είχε δει στο εξώφυλλο κάποιου περιοδικου.

Πέρασαν χρόνια, άφησε το μοδιστράδικο. Γνώρισε κάποιον και στον χρόνο επάνω παρασυρμένη από τον έρωτα, παντρεύτηκε. Έπειτα ήρθαν όλα όσα μας φυλάει η μοίρα. Έγινε μητέρα δυο φορές και από τότε η ζωή της άλλαξε. Δεν ξανάπιασε βελόνα, το φουστάνι της το λησμόνησε για πάντα μισοτελειωμένο στο μπαούλο με τα προικιά. Το κουβαλάγανε από γειτονιά σε γειτονιά τη μέρα του γάμου. Έτσι το θέλει η παράδοση και το συνήθειο το λαϊκό. 

Όταν αρρώστησε, δυο μέρες προτού φύγει, είπε στην κόρη της για το φουστάνι. Και την έβαλε να της υποσχεθεί πως θα της το φορέσει. Έστω, σε τούτο τον τελευταίο χορό κοριτσάκι μου, της είπε και έπειτα ξεψύχησε. 

Η κόρη τήρησε την επιθυμία της μητέρας. Και τη μέρα της κηδείας η κυρά Μορφούλα εμφανίστηκε με φόρεμα όλο πτυχώσεις από μια μουσελίνα πολυκαιρισμένη. “Σαν του Ντεσσέ τις γραμμές”, σχολίασε κάποια από τις κυρίες που παρευρέθηκαν στο παρεκκλήσι και δακρύβρεχτα ρουθούνιζαν τάχα συντετριμμένες.

Πρόσωπα
Λάκης Χαλκιάς

[…είμαι το νούμερο οχτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό…]

Να στερεώνεται λέει κάτι ισχυρό, γεμάτο κατάνυξη και μεγαλοσύνη να φέγγει. Ένα υλικό ακέραιο και ατόφιο που στέκει τριγύρω μας απαραβίαστο. Χρειάζεται να φανεί εκείνος που μπορεί να αισθανθεί  σε όλη της την έκταση τη ζωή για να διαμορφώσει αυτό το υλικό. Να το πλάσει μες στα χέρια του ώσπου να αναδειχτεί ολόκληρη η μελωδία, αυτός ο κοινός πόνος, η κοινή μας αλήθεια. Αυτός λέει θα εκφράσει εκείνο που παραμένει ανείπωτο, εκείνος θα πιάσει το νήμα της ζωής μας που ζητάει κάτι περισσότερο από τούτο το θέατρο. Σαν άνεμος η εποχή θα διαβεί από μέσα του κινώντας χορδές πρωτόγνωρες. Και εκείνος με το τραγούδι του, με τους στίχους και με την κατάνυξη του τη βαθιά θα αναδείξει τη μελωδία που μπορεί και μιλά μες στις καρδιές μας. 

Ο Λάκης Χαλκιάς, ο “εμιγκρές” της μουσικής μας παράδοσης, αρχινάει το τραγούδι του. Και έτσι όπως δραπετεύει από τούτο τον κόσμο η φωνή του συγχρωτίζεται με τη βαθύτερη συνείδηση μας, αυτήν που δίχως τους φάρους της ζωής μας μένουν αποσιωποιημένες.

Θα τον σκεπάσουν τα χρόνια τον Λάκη Χαλκιά. Όπως σκέπασε ο ήχος της σειρήνας του εργοστασίου για γενιές ολόκληρες τα όνειρα και τις ελπίδες των εμιγκρέδων που κράτησαν όρθιες τις ζωές τους, όχι δίχως κόπο, όχι δίχως βάσανα. Για αυτούς τραγούδησε ο Λάκης Χαλκιάς, για αυτούς. Για το “νούμερο οχτώ”, έτσι όπως το ‘γραψε ο Γιώργος Σκούρτης και το μελοποίησε ο Μαρκόπουλος πριν από χρόνια, τότε που το ελληνικό τραγούδι βλάσταινε και από τη ζωή ως τον καημό μας διαμεσολαβούσε.

Πρόσωπα
Μέριλιν Μονρόε

[…στα ηχεία κάτι ονειρικό, κυμάτιο τ’Αυγούστου. Ας πούμε, ένας “Λέων από τη Σπάρτη”…]

Ένα κορίτσι σαν την Μέριλιν ποτέ δεν πρέπει να την ξεντύνεις από την ομορφιά της. Ένα κορίτσι σαν την Μέριλιν παραμένει τ’ανεξήγητο. 

Ένα κορίτσι σαν την Μέριλιν πρώτα τ´ αγαπάς παράφορα και έπειτα το σκοτώνεις γιατί ήταν λέει, η ομορφιά που ‘ρθε να ζήσει στον κόσμο. Πώς να την αντέξεις μάτια μου, πώς;

Πέντε χιλιοστόγραμμα υπνωτικών ανά λίτρο αίματος αρκούν για να σπάσει χάμω η κούκλα Μέριλιν.

Ένα κορίτσι σαν αυτήν τ’άφήνεις να πλανιέται σε αιώνια νεότητα, ανίκητη. Γιατί αν πεθάνει ένα κορίτσι σαν την Μέριλιν σκοτώνονται ευθύς τόσα και τόσα όνειρα. 

Την κοιτάζω τώρα πια από την απόσταση του καιρού να φεύγει μακριά μες στ’ανοιχτό Φορντ. Και είναι αιώνια νέα και ευτυχισμένη, όπως ποτέ δεν υπήρξε όσο ζούσε.

Δεν ήταν παρά ένα απλό κορίτσι από την Αμερική του ονείρου που γύρεψε να αγαπηθεί. Δεν τα κατάφερε.

Α.Θ