
Η ονομαστική
Αφήγημα
“Θα πρέπει να περάσετε από εδώ, είναι κάπως σοβαρά τα πράγματα, καλύτερα να μην τα λέμε από το τηλέφωνο”.
Ήξερε καλά πως όταν ένας ιατρός ζητάει να σε δει από κοντά, το πράγμα είναι κάτι παραπάνω από σοβαρό. Είναι της ζωής και του θανάτου ζήτημα. Και έτσι ήταν και αυτόν που σέρνει τώρα τα βήματά του σε μια αδειανή πολιτεία. Σε λίγο κάθε πόζα θα καταρρεύσει, σε λίγο κάθε ελπίδα θα ξοφλήσει. Παλικαράκι πρώτης, τι σου ‘μελε να πάθεις, είπε μονάχος του. Αμέσως μετά θυμήθηκε πως στέκει στο μέσον του δρόμου, εκτεθειμένος σε ένα σορό κινδύνους. Και συνέχισε, ένας Θεός ξέρει πώς το κατάφερε μα τελικά έφτασε στο τεράστιο συγκρότημα της κλινικής.
Σκέφτηκε πως σήμερα ήταν η γιορτή του και πως δεν ήταν καθώς πρέπει να πάει στον ιατρό δίχως τίποτε. Να πάρει κανένα παξιμάδι, συλλογίστηκε μα έπειτα είπε, τόσο πικρά γελώντας, “έχουμε καιρό για αυτά, έχουμε καιρό”. Διάλεξε τα βουτήματα που είναι λύσης δοκιμασμένη και με την καρδιά του στα χέρια ζήτησε να δει τον ιατρό.
Μια στάρλετ του αιώνος, όμορφη σαν ψεύτικη, του ζήτησε να περιμένει στο σαλονάκι. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο του τρομερού. Από αυτό το σαλονάκι ξεκινάνε όλα, σαν να λέμε εδώ, στους καναπέδες σε στυλ μπαουχάους κινάει για το τέλος της η αρχή. Έπειτα οι θάλαμοι και τα χειρουργεία, τα μη παραπέρα, τα στεφάνια και τα άνθη, οι φίλοι συγκλονισμένοι που τρώνε ψάρι στην πλατεία και έτσι περίλυποι συλλογίζονται τι σόι πράγμα είναι η αθανασία. Τι άπιαστη που ‘ναι σαν το κόκκαλο που μπορεί να γλιστρήσει και τότε πάει χάθηκες. Διότι το ψάρι φίλε μου διαθέτει ένα σκασμό από αυτά και έτσι για να σε εκδικηθεί που του ´ριξες με δόλο το αγκίστρι στη φυλάει απάνω στο καλύτερο. Έτσι μας ξεγλιστρά και η αθανασία, θέλω να πω.
“Είναι η ώρα, κύριε”, αναφώνησε η στάρλετ και του κόπηκε η ανάσα. Τι σου ‘ναι ο άνθρωπος βρε παιδί μου! Ακόμη και την κρίσιμη στιγμή, εκεί που τερματίζεται η ύπαρξής του, ακούει μια φωνή και ευθύς η ζωή ξανανάβει εντός του. “Ο ιατρός θα σας δεχτεί εντός ολίγου”, είπε η στάρλετ που ‘ταν όμορφη σαν την Μέριλιν και άλλα δεν σας λέω, διότι είναι αμάρτημα μεγάλο να ξεντύνει κανείς ένα τέτοιο κορίτσι από την ομορφιά του.
Ο ιατρός τον ανέμενε μες στο μαόνι. Σαν παράξενος θεός στεκόταν ανάμεσα στα ράφια της βιβλιοθήκης. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός και από το δρόμο δεν ακουγόταν τίποτε. Κάτι βλέμματα ανάμεσα στον ιατρό και τη στάρλετ του δώσανε τις απαντήσεις που χρειαζότανε.
“Να χαίρεστε την ονομαστή σας”, ξεκίνησε ο ιατρός. Του ‘ρθε το αίμα στο κεφάλι του άλλου. Σας λέω κόντεψε εκεί δα να πέσει ξερός. Εγώ έρχομαι να μου πεις πότε θα πεθάνω και εσύ με κάνεις χάζι με τις ονομαστικές και τις άλλες τις κλίσεις της ζωής μας, τις απρόσμενες.
“Το θέμα είναι κρίσιμο. Οι κινήσεις μας θα μας οδηγήσουν στο ποθητό”. Το οποίο ο ιατρός δεν το λέει και πίνει λιγάκι από το νερό που του ‘φερε κουνάμενη η στάρλετ.
Τότε ο ήρωας, με σθένος και με κουράγιο, έγειρε εμπρός στην πολυθρόνα του και κάπως εμπιστευτικά ρώτησε τον ιατρό:
“Πότε θα πεθάνω;”
Ο ιατρός χαμογέλασε και ζήτησε να μην τους ενοχλήσει κανείς. Στο μεταξύ ο ασθενής, προσέφερε ένα βούτημα στον ιατρό.
“Πάρτε ένα βούτημα”.
Και ο ιατρός που βρίσκει τα βουτήματα νόστιμα και φρέσκα, αφού παίρνει τις πληροφορίες για το κατάστημα, ρίχνεται με ορμή θυελλώδη και καταιγιστική στο άμοιρο το κουτί. Και πάνε τα βουτήματα και πάνε και οι οδηγίες και άλλο άλλοθι δεν έχουν για να πουν τ’ανείπωτο. “Έξι μήνες ζωής, όχι παραπάνω”.
Τίποτε δεν είπε , τίποτε. Σηκώθηκε και έφυγε και ήταν σαν να μην τον άκουγε τον ιατρό που πήγαινε στο κατόπι του. Βγήκε στη λεωφόρο και κοίταξε βιαστικά για κανένα ελεύθερο.
“Στην Αμφιάλη”, αυτό είπε μονάχα. Και έπαιζε τ’αμάξι τα λαϊκά και έπεφτε ο Αύγουστος να πεθάνει, τέτοιο μεσημέρι ήταν εκείνο. Του ζήτησε να το δυναμώσει και ο οδηγός υπάκουσε. Να τοι τώρα που τραβάνε για την Αμφιάλη. Και έχουν τα λαϊκά στη διαπασών και ξεσηκώνουν απ’ όπου περνούν τις γειτονιές.
Άμα φτάσανε στον προορισμό τους, βγήκε με στυλ χολιγουντιανού αστέρος. Τρέξανε όλοι, φίλοι, όσοι απομείνανε πέσανε απάνω του. “Να ζήσεις ρε παλιόφιλε”, “πολύχρονος βρε”, “σαν τα βουνά τα ψηλά” και άλλα τέτοια πέφτανε βροχή. Κάτι Καρυάτιδες μονάχα από μαρμαρίνη που στέκανε στη βεράντα, ως ατραξιόν, κατάλαβαν τι περνούσε ο δόλιος και πήραν να αναστενάζουν.
Τελευταία σκηνή. Έχουν παραμερίσει τα τραπέζια και τις καρέκλες. Και η σάλα είναι αδειανή, χάρισμα στον εορτάζοντα που φέρνει τις στροφές του. “Δώσε του ρε μπαγάσα”, “ίσα και τον εφάγαμε τον χάρο” φωνάζανε οι φίλοι και φτερούγιζαν τα ποδάρια του τραγικού χορευτή.
Τραγικού γιατί είχε λέει, μια θλίψη στην καρδιά του άλλο πράγμα. Και είχε έναν φόβο μες στα μάτια του, τον φόβο που ‘ρχεται από το βάθος του χρόνος θρασύς, σχεδόν λιονταρίσιος τη ζωή του να σαρώσει.
Πρόσωπα
Μίλτος Σαχτούρης
29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005
[…η σωτηρία της ψυχής στα ηχεία και άλλα ανέφικτα…]
Δεν κατάλαβε πως έκλαιγε. Για εκείνον ήταν μονάχα ποιήματα. Εντός του ζούσε ο άνθρωπος και ο ποιητής, εντός του μάτωνε ο τόπος απ’ομορφιά και θάνατο.
Σαν αυτούς που τραβάνε για το νότο μόλις ζεστάνει ο καιρός, ο Σαχτούρης πήρε το δρόμο που του όρισε η τέχνη του. Κάθε τόσο μοιάζει έτοιμος να αποδημήσει από τις γνώριμες τις φόρμες, έτοιμος να γίνει παρανάλωμα στα μικρά και τα μεγάλα του τα ποιήματα.
Μια ζωή εκόπιασε να ανταποκριθεί σε εκείνο που στάθηκε μοιραίο. Μα το έπραξε όπως ο Ρεμπό, θέλω να πω ότι στην ποίηση του Σαχτούρη,
“Ἕνας ναύτης ψηλὰ
στὰ κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ᾿ στὸ φεγγάρι
Κι ἡ κοπέλα ἀπ᾿ τὴ γῆς
μὲ τὰ κόκκινα μάτια”
σε μια μπαλάντα του απείρου, τρελή, σκέτη ποίηση αγωνίζονται. Θέλω να πω μια “εκκλησιά παίρνει τον κατήφορο και μια λίμνη τον ανήφορο”.
Όλα κυλούν εκεί έξω στα πεζοδρόμια της ζωής μας, όλα ζητούν έναν τρόπο για να φανερωθούν άπειρα και αιώνια. Αν θέλεις λοιπόν τον Σαχτούρη να συναντήσεις, όλη την υπόλοιπη την ποίηση μας πρέπει να την ξεχάσεις, αφού η θολή ταραχή του νου αναμετριέται με σπαραγμό και με τρόμο πρωτόφαντο. Κάτι καταδιώκει τον άνθρωπο και δεν είναι άλλο από τον πανικό μιας αγωνίας τρυφερής πολύ και κατανοητής απολύτως.
Συχνά όταν περιδιαβαίνω τους δρόμους της Κυψέλης θαρρώ πως τον βλέπω. Ο πόνος της ζωής, της ελπίδας η πλάνη τον έχει τσακίσει. Καθώς περνάει πλάι μου, μια ευωδία αγγέλου με συνεπαίρνει. Όταν ξυπνώ μες στο όνειρο, ώρες μετά είμαι ένας τρελός λαγός μες στους στίχους, εις τους αιώνας των αιώνων.
Α.Θ
