
Ο φίλος μου Γιάννης Σίνης, ο ήρωας αυτής της ιστορίας, ο κολλητός μου από το Δημοτικό, τελευταία δεν είναι στα καλά του. Είχαμε κανονίσει για μπάνιο, όμως εκείνος, με διάφορες προφάσεις, με τράβηξε σπίτι του. Μένει στο πατρικό του, ένα τριάρι από σάπια ντουβάρια, μόνος του, ακριβώς στο κέντρο της πόλης που βλαστημάω κάθε φορά που παρκάρω. Μου ανοίγει την πόρτα με ένα ύφος πολύ χαμένο. Έχει τις περσίδες κλειστές, ο χώρος μοιάζει να έχει βδομάδες να αεριστεί κι επιπλέον μια ταγκή μυρωδιά που δεν έχω ξαναμυρίσει, ποτίζει την ατμόσφαιρα και κάνει τα ρουθούνια μου να σπαράζουν. Τον ρωτάω μήπως είναι από τα πουλιά. Δεν είναι τα παπαγαλάκια, μου λέει, αυτά ψόφησαν και τα πέταξε στα σκουπίδια χθες το μεσημέρι. Τα σεντόνια είναι ένας μπόγος πλάι στο κρεβάτι του. Πάνω στο κομοδίνο σκόρπια περιοδικά για το κυνήγι, μια μυθιστορηματική βιογραφία του Άρη Βελουχιώτη, ένα εγχειρίδιο για το πως να κόψετε το κάπνισμα, αν και όλο το σπίτι είναι διάσπαρτο με τασάκια που κι αυτά έχουν μέρες ν’ αδειάσουν. Τι έγινε, του λέω. Γκομενοδουλειά; Άσε, μου λέει και σκύβει το κεφάλι. Βουλιάζει στον καναπέ κι εγώ όρθιος στον τοίχο απέναντί του απ’ όπου ξεκινούν αναρριχώμενα που φτάνουν ως το ταβάνι. Τον κοιτάζω καλά καλά. Στο τέλος μού το ξεφουρνίζει. Πράγματι, τον τελευταίο καιρό, ας πούμε εδώ και δυο μήνες, δεν είναι πολύ στα καλά του. Στην αρχή έβαλε μερικά κιλά. Μετά τον έπιασε ξηροδερμία και ξυνόταν μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλά του. Και τώρα συνηθίζει να τριγυρνάει στα πάρκα και, όταν το σκοτάδι γίνει πολύ πυκνό, τόσο πυκνό που ούτε τα ζευγαράκια που φιλιούνται να μην μπορούν να δουν ο ένας τον άλλο, εκείνος σκαρφαλώνει και κοιμάται στα δέντρα. Θυμάμαι, μήπως, το «Τζουράσικ Παρκ»; Στέκομαι ακριβώς απέναντί του με τις παλάμες πάνω στην ταπετσαρία γιατί, όπως όλοι ξέρουν, και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Γιάννη, του λέω. Κόψε τις μαλακίες. Το ξέρω πως σιχαίνεσαι το νερό, όμως σήμερα ο υδράργυρος βαράει σαράντα κι άλλωστε το είχαμε κανονίσει. Εντάξει, λέει τότε ο Γιάννης και μου ανεμίζει ένα μαγιό σαν τσουβάλι, ένα μαγιό XXL.
Μπαίνουμε στο Φιατάκι που γέρνει από τη μεριά που έχει καθίσει ο Γιάννης, περνάμε τα πρώτα φανάρια, μετά τα δεύτερα, και βγαίνουμε στην εθνική προς Ψαρομούρα. Η φύση γύρω έχει μια άγρια ομορφιά. Κοφτερά βράχια ανάμεσα σε κοντόσωμους θάμνους ξεχύνονται και κατεβαίνουν ως τη θάλασσα. Η παραλία είναι στενή και σε καμπύλη κι όπως τη βλέπεις από πάνω έχει στ’ αλήθεια φάτσα ψαριού. Κατηφορίζουμε στην ακτή παίρνοντας το πιο σύντομο μονοπάτι μέσα από τα λίγα ξερά χορτάρια. Μια μελαχρινή απλώνει την ψάθα της στα πόδια μας. Μετά από λίγο σηκώνεται για μπάνιο. Έχει έναν τρόπο να σπάει τους γοφούς της που ακυρώνει τους άλλους λουόμενους, σαν να είναι η μόνη όρθια στην παραλία. Η μόνη που κατέκτησε την όρθια στάση και που, από στιγμή σε στιγμή, θα σηκώσει όλη την παραλία και θα την πάρει μαζί της. Ακούω το Γιάννη δίπλα μου να ξεφυσά. Επιτέλους, τι έχεις πάθει, λέω. Τι διάολο, δεν είσαι δεινόσαυρος. Οι δεινόσαυροι δεν κάνουν διδακτορικό. Ναι, καλά, λέει ο Γιάννης και σκεπάζει το πράσινο κορμί του όλο φολίδες με την πετσέτα. Με την άκρη της φτέρνας μου του δίνω μια χαλαρή σπρωξιά. Άντε, δεν σε αντέχω άλλο, ηλίαση θα πάθεις όπως πας, τράβα να ρίξεις μια βουτιά μπας και συνέλθεις. Ανασκουμπώνεται υπάκουος, αργός, με την ουρά του να σέρνει ένα αυλάκι πάνω στην ξανθή άμμο, και μπαίνει στη θάλασσα μέχρι το νερό να τον σκεπάσει ως τη μέση. Μην πας πέρα από τις σημαδούρες, του φωνάζω κι αυτός, μ’ ακούει και δε μ’ ακούει, μένει για λίγο μετέωρος στον αφρό, έπειτα αφήνει το σώμα του να πέσει και σηκώνει ένα τσουνάμι.
Ο Μανόλης Σαμωνάκης ζει στη Σητεία με την οικογένειά του. Είναι Παιδίατρος. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.
