Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου | Χείμαρρος μέσα μου

© Fred Lyon

Σκοντάφτει η μύτη του μολυβιού μου στο νερό.

Βρέχει.

Σαν να μην σταμάτησε ποτέ.

Το χαρτί μαζεύει, ανοίγει, κιτρινίζει· τα γράμματα χάνονται σε απαλό γκρίζο, δημιουργώντας ποικιλόσχημα σύννεφα στην επιφάνειά του. Αντιστέκεται στο νερό που κυλά και με ταράζει, παρασύροντάς με στα σαπόνερα της ζωής μου. Νερό που δεν κυλά και με τσακίζει.

Σουτ. Το νερό κοιμάται, ψιθυρίζεις.

Μέρες χωρίς να αγγίξει το νερό το σώμα. Μέρες σιωπής. Αδειανά μάτια και θολές σκέψεις. Πότε το νερό έπαψε να είναι κάθαρση;

Οι λέξεις με οδηγούν εκεί, στους άσπρους τοίχους… Και οι σκέψεις στροβιλίζονται, παραδέρνουν σαν κύματα. Ροδόνερο ραντίζει τα πλακάκια και νερόμυθοι πλέκονται στα μάτια των σαλών.

Κατανάλωση νερού.

Έφτιαξες τη θεωρία σου. Μετρούσες τα λίτρα, τα κυβικά, τον όγκο.

«Δεν ξέρεις ούτε τα στοιχειώδη. Αγράμματη κακομοίρα».

Έτσι γεννήθηκε η δικαιολογία. Να κλείνεις τις βρύσες πριν κυλήσει το νερό. Να ξοδεύεις το ελάχιστο.

Κι όταν η βρύση σώπαινε, χαμογελούσες.

«Σήμερα δεν πόνεσα».

Βλέπεις τα διαβολάκια που περπατούσαν στο κορμί μου; Ταξιδεύουν τώρα μέσα από τις σωλήνες του νερού. Μοναχική και μακρόχρονη διαδρομή — μα δεν πνίγονται ποτέ. Και η ελπίδα στάζει κόκκινο νερό.

Σκουπίζει με μανία το κορμί του, μούσκεμα. Σταγόνες πλέκουν νεροπαραμύθια στον απύθμενο βυθό του νου.

Τρέχοντα νερά, γαργαριστά.

Οδηγούν τα βήματά μου στο κέντρο του χειμάρρου.

Αργά, στον πυθμένα, καταπίνω τα δάκρυά μου, χορεύοντας τις μορφές σας στα τρεχούμενα νερά. Έντομα τσιμπούν τα γυμνά μου άκρα. Λύτρωση και κάθαρση αμαρτιών· ξεχνιέμαι στο τίποτα της άδειας ζωής μου. Σκιές με βλέμμα σβησμένο σιμά μου.

«Άραγε θα με καταπιεί η λήθη;»

Βουβά κύματα. Βουβά δάκρυα.

Πάντα με τρόμαζαν οι βρύσες και οι στάλες του νερού.

Η μάνα άνοιγε τις βρύσες ως το τέρμα — και τρόμος στην ψυχή μου. Ανάσα δεν έπαιρνα. Περίμενα βουβή στη γωνία. Το νερό έπεφτε πάνω της ώρες ατέλειωτες, σαν καταρράκτης.

Κάθαρση στη δική της· τρόμος στη δική μου. Η αντοχή μου μικρή.

Μάνα και αδελφός. Ο καθένας το δικό του νερό. Η ίδια πληγή.

Κάθε φορά που τρέχει το νερό, οι μορφές τους αναδύονται. Καθρεφτίζονται στα τρεχούμενα νερά της φύσης. Σκύβω.

Ανάμεσά τους στέκομαι παραδαρμένη.

Όπως η στάλα που, αργά, τρελαίνει το μυαλό.

 


Η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη διοίκηση σχολικών μονάδων από το Πανεπιστήμιο Roma Tre και β) στις επιστήμες της αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση) από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.
Έχει διδάξει τα μαθήματα: δημιουργική γραφή, λαογραφία και λαϊκός πολιτισμός, τοπική ιστορία, βιβλία- βιβλιοθήκες στα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Έχει λάβει μέρος, ως εισηγήτρια σε επιμορφωτικές ημερίδες και συνέδρια καθώς και ως εμψυχώτρια σε βιωματικά εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους.  To 2019 εξέδωσε μια κριτική μελέτη έργων του Γιώργου Παναγιωτίδη με τίτλο: Ο διερωτών των αοράτων οδών, εκδ. Γραφομηχανή.