
Σημείωμα για την
ποιητική συλλογή
“στον 9ο”
της Κωνσταντίνας Παναγιωτοπούλου
από τις εκδόσεις
Θράκα
[…στα ηχεία, stairway to heaven, καθ’υπόδειξη
μιας ξεχωριστής ποίησης…]
Η μέθοδος triage, η διαλογή των ασθενών, η αξιολόγησή τους και η τελική προώθηση. Πράγματα που για εμάς τους πολλούς θα παραμείνουν αφάνταστα ώσπου να βρεθούμε στον προθάλαμο της ζωής, εκεί που για μερικούς κρίνεται όλο το παιχνίδι.
Θυμάμαι τον πατέρα μου καθισμένο σε κάποιο κρεβάτι του θαλάμου. Τριγύρω τρέχανε αλλόφρονες ιατροί, ορισμένοι πεθαίνανε πιο δίπλα. Το καταλαβαίναμε επειδή κάθε τόσο ένας νοσοκόμος τραβούσε εκείνη την πλαστική, αδιαφανή κουρτίνα. Πόσο είχε τρομάξει ο πατέρας μου, θυμάμαι εκείνο το βράδυ, πόσο είχε παραδεχτεί πως κάπου τον παραμονεύει ο θάνατος. Δεν μου είπε τίποτε μα εγώ ήξερα και θα ήθελα να ‘μαι ποιητής για χάρη του. Τώρα που το συλλογίζομαι θα ‘θελα να ‘μουν ικανός για να του τραγουδήσω εκείνον τον σκοτεινό εφιάλτη. Να βρω μια άμυνα σε εκείνες τις στιγμές που θα με κερδίζουν στα σημεία. Να του δώσω κουράγιο.
Θα ‘θελα να ‘μαι ποιητής. Ένας στιχουργός των ΤΕΠ, σε μια γωνιά, τσακισμένος από τη ζωή που προσπαθεί και από την ψυχή που τρέμει. Να γράψω μερικές λέξεις, αμήχανες και σκληρές, να κοιτάξω τη ζωή όπως ποτέ δεν θα μπορέσω από τον ένατο όροφο. Να δω τα πράγματα από μέσα και από το όνειρο να κοιτάξω την ανθρώπινη θέληση που σιγοσβήνει από φόβο, έτσι όπως κοιτάζει με τη συγκίνηση μες στο καλειδοσκόπιο της, η Κωνσταντίνα Παναγιωτοπούλου, η συγγραφέας της συγκλονιστικής, ποιητικής συλλογής “στον 9ο” των εκδόσεων Θράκα.
Σε ελεύθερη πτώση η αντοχή μας, το εκκρεμές πίσω από την πόρτα. Όλα με το όνομά τους λέγονται, αφού δεν υπάρχει πρόζα για να τραγουδήσει όλες αυτές τις απογνώσεις που ουρλιάζουν σε θαλάμους και καρδιές. Και πάντα η μουσική, Led Zeppelin, σκάλες για τον παράδεισο, λυγμικές στιγμές δεμένες με τον ιμάντα, σε κρίση πανικού, με εμμονές ψαλιδιές πάνω στις επιφάνειες. Ω ένδοξη φαρμακολογία μες στα ντουλάπια της ψυχής μας, μνήμη μου κενή με νύχια κόκκινα βαμμένα, εκεί, απάνω στην χρυσή τομή που ανταμώνει η πίκρα το όνειρό μας.
“Δεν ξέρω πώς να το φτιάξω” και έτσι με αυτήν την απλή διατύπωση, όλα εκπληρώνονται σε μια συλλογή που δεν μιλά για παρελθόν και όνειρα, μα αναπαριστά με όλη της την αριστοκρατία την τσακισμένη ιδέα που πασχίζει να βρει τη θέση της στον κόσμο, που χάνει και βρίσκει το κουράγιο της, που πεθαίνει και ξεχνά και κλαίει. Ανθρώπινα τριημιτόνια, υγρασίες στους τοίχους, που δεν τις σβήνει ο καιρός, μια ολόκληρη σκηνογραφία κατάρρευσης μες στους θαλάμους. Δεκάδες ποιητές σπασμένοι, με τις λέξεις τους κομμένες στα δύο να γυρεύουν από την Αθηναία ποιήτρια και αρθρογράφο σε ηλεκτρονικά περιοδικά λογοτεχνίας, να πει την ιστορία τους.
Πόση αφαίρεση χρειάστηκε για να μείνει ανθρώπινος ο λόγος, πόσο έπρεπε να παλέψει η ποιήτρια των εκδόσεων Θράκα για να μιλήσει δίχως φτιασιδώματα για τη βιωμένη εμπειρία. Να βρει τον τρόπο να θίξει το θέμα των αλυσίδων από τριαντάφυλλα που κρατούν κλειδωμένες τις καρδιές για πάντα. Αυτά είναι πράγματα μεγάλα και λεπτά, με ορισμούς που παραμένουν άφαντοι. Δεν υπάρχει τρόπος για να περιγράψεις μια φευγαλέα ψυχή, δεν υπάρχει άλλος τρόπος έξω από την ανθρωπιά σου για να αντέξεις το φορτίο που προσθέτει στους ώμους σου ο καιρός. Κάποιος έγραψε πως ο πόνος θα πρέπει να έχει κάποιο δίδαγμα και η Κωνσταντίνα Παναγιωτοπούλου το παραθέτει σε κάθε ένα από τα μοναδικά ποιήματα της συλλογής της. Για ανθρώπους που λείπουν τόσα χρόνια από τον εαυτό τους μιλούν τα ποιήματα, για τον Ορέστη, ήρωα τραγικό τότε και τώρα, στον ίδιο πάντα δρόμο έξω από την Θήβα, καταδιωκόμενος από των τύψεων τον εφιάλτη του. Για το φως που παλεύουν κάποιοι να το φέρουν πίσω γράφει η ειδικευόμενη ιατρός και ποιήτρια, για το νόημα που παλεύουμε να προσθέσουμε στα πράγματα τραγουδά, τώρα που αδειάζουν όλα. Δεν υπάρχει ευτυχισμένο τέλος σε αυτές τις λέξεις, μόνο μια ζωή σε μαρμαρυγή, ολότελα φωτισμένη που δεν εξηγείται. Ένας εφιάλτης κυκλοφορεί μες στο αίμα και τίποτε στον κόσμο δεν μπορεί να τον νικήσει. Κύματα αφανισμού και χαμένος χρόνος και των ανθρώπων τα πλήγματα που σημαδεύουν αθόρυβα κάθε αναπαράσταση της Κωνσταντίνας Παναγιωτοπούλου.
“στον 9ο”, πολύ πάνω από τις ζωές μας κατοικούν οι Κύκλωπες που ζητούν να γίνουν και πάλι άνθρωποι. Η γύμνια της ψυχής τους μεταμορφώνεται σε ρούχο και μουσική δειλή μες στη νύχτα με το αρχαίο όσο και ο χρόνος φεγγάρι της. Κάποιος θέλησε να μιλήσει για το φόβο που επιμένει πάνω από όλα μες στο δωμάτιο, κάποιος μας παρηγορεί με όλη τη ζεστασιά που ‘χει το απόβραδο στο βορά. Το χέρι κρατάει σε όλες εκείνες τις ψυχές που σέρνουν πίσω τους ένα απροσδιόριστο φορτίο, που σπάνε και όλο ζητούν να μάθουν τι δεν είναι όνειρο. Είναι οι δικοί της άνθρωποι, οι ζωές τους κλειδιά για πόρτες κλειδωμένες, είναι ο πόνος τους, το ακατάβλητο επιχείρημα μιας συγκλονιστικής, ποιητικής συλλογής που κομματιάζει κάθε διαχωριστικό ανάμεσα στη ζωή τη δική μας και εκείνη που τη συνθέτουν φιγούρες, καταπιστευμένες στο φόβο. Δεν είναι παρά ο πυρετός του εαυτού τους και μια μέρα “θα τα καταφέρουν και θα το σκάσουν” για εκεί που ξέρει ο καθένας μας πως μπορεί να βρει την ποίηση που ζητά.
“στον 9ο” από την Κωνσταντίνα Παναγιωτοπούλου και τις εκδόσεις Θράκα. Για τις ψυχές που ακόμη ζητούν εκεί έξω, τη μουσική, το φως. Που γεννούν ένα σορό προβληματισμούς που τελικά βγάζουν στο ξέφωτο της τέχνης. Πέρα από την ασφάλεια του κόσμου σου, οι ήρωες της Αθηναίας δημιουργού παλεύουν και χάνουν με θάρρος. Επειδή δεν έχει happy end στα ποιήματα της Κωνσταντίνας, μόνο μια προσωπική ποίηση και το αόρατο που φανερώνεται, μπολιασμένο με το ήθος και την ανθρωπιά της δημιουργού.
Επιστρέφω στις μουσικές της. Θυμάμαι κάτι που ‘χε γράψει ο Στάινερ και όλα ερμηνεύονται. Αν δεν κλάψει κανείς ακούγοντας μουσική, τότε η ζωή μας θα γίνει μεμιάς ασύλληπτη δυστυχία. Τίποτε λιγότερο στους θαλάμους ποιήματα μιας αληθινά, μοναδικής ποιητικής συλλογής, δίχως τίποτε το βολικό, όλο συγκίνηση και συγκαλυμμένη τρυφερότητα.
Α.Θ
