
Ξοδεύεται πολύς άνθρωπος
μέχρι να σταλεί ένα μήνυμα.
Όχι χρόνος.
Άνθρωπος.
Φθείρεται πάνω στις λέξεις
όπως το νύχι
στην άκρη ενός τραπεζιού.
Δοκιμάζει το «μήπως»
γιατί το «θέλω» έχει θόρυβο.
Δοκιμάζει το «αν μπορείς»
γιατί το «έλα»
μοιάζει απαίτηση.
Κι ύστερα αφαιρεί μία μία
τις επικίνδυνες συλλαβές,
όσες μυρίζουν ανάγκη.
Στο τέλος
μένει ένα μήνυμα καθαρό
από αλήθεια.
Κι όμως ιδρώνει από κάτω του
ολόκληρη αγρύπνια.
Υπάρχουν άνθρωποι
που κουβαλούν μια πρόταση
τρεις μέρες στην τσέπη τους.
Τη διπλώνουν.
Τη βγάζουν.
Τη μετράνε απέναντι στο φως,
όπως τα χαρτονομίσματα
μήπως αποδειχθεί πλαστή.
Ρωτούν.
Όχι επειδή δεν ξέρουν να μιλούν.
Επειδή ξέρουν πολύ καλά
τι μπορεί να προκαλέσει
ένα «σε σκέφτομαι»
στο λάθος σώμα.
Κάποιος λέει
βάλε τελεία,
είναι πιο ψύχραιμο.
Κάποιος άλλος
βγάλε την τελεία,
μοιάζει θυμωμένο.
Κι ένας τρίτος
τους συμβουλεύει να περιμένουν λίγο,
μη φανεί πως περίμεναν πολύ.
Έτσι περνάει η ζωή σε διορθώσεις.
Σαν να γεννηθήκαμε
όχι για να αγαπηθούμε
αλλά για να διατυπωθούμε σωστά.
Και η άλλη πλευρά
Μερικές φορές
δεν είναι αδιάφορη.
Είναι απλώς αθώα
με τρόπο ολέθριο.
Ανοίγει το μήνυμα
ανάμεσα σε λογαριασμούς,
σε θορύβους δρόμου,
σε άλλες έγνοιες που επείγουν περισσότερο.
Δεν ακούει το τρέμουλο.
Βλέπει μόνο γράμματα.
Τι να υποψιαστεί από ένα «καλά είμαι»
όταν δεν ήταν εκεί
να δει πόσες φορές πέθανε
μέχρι να γραφτεί;
Κι έπειτα απαντά λιτά.
Σχεδόν ανέμελα.
Όχι από σκληρότητα.
Από εκείνη τη μικρή ανθρώπινη ανεπάρκεια
να μη χωράμε πάντα
το βάρος που κουβαλά ο άλλος.
Ή ίσως το καταλαβαίνει.
Και τότε φοβάται.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι
που μόλις νιώσουν πως κάποιος
τους πλησιάζει αληθινά,
κάνουν πίσω
όπως κάνει πίσω το χέρι
από κάτι καυτό.
Κι έτσι αφήνουν μισές απαντήσεις,
αργοπορίες,
άσχετες κουβέντες,
δήθεν λησμονιές.
Μικρές απουσίες.
Δεν ξέρουν
πως ο απέναντι τις μεγεθύνει τη νύχτα
σαν ακτινογραφίες.
Πως διαβάζει ξανά
τη μία λέξη που έλειψε,
το σημείο που δεν μπήκε,
τον χρόνο που άργησε η απάντηση,
και κατασκευάζει από αυτά
ολόκληρη ετυμηγορία για τον εαυτό του.
Τόσο εύθραυστα υλικά.
Κι όμως
πάνω τους ακουμπάμε την ύπαρξή μας
με μια ευπιστία σχεδόν παιδική:
πως αν βρεθεί η σωστή σειρά λέξεων,
κανείς δεν θα φύγει.
Η Ιωάννα Τάσιου σπούδασε Φιλολογία στο τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι τελειόφοιτη του μεταπτυχιακού Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση στο ΕΚΠΑ ενώ παράλληλα σπουδάζει Ισπανική Φιλολογία στο Εκπα και εργάζεται στον χώρο της εκπαίδευσης.
