Ο κύριος Μένης

© Vivian Maier

Ο κύριος Μένης
και η βροχή των μετεωριτών
[…στα ηχεία, Day is Done…]

Απόψε, έξω από κάθε αστρολογική πρόβλεψη, οι αρχές ανακοίνωσαν τη βροχή των μετεωριτών. Θα συνέβαινε, λένε, τελείως αναπάντεχα και απρόσμενα. Αφού κανένα μοντέλο και καμία επιστημονική επιτροπή, δεν είχε προβλέψει το γεγονός. Πραγματοποιήθηκαν έκτακτα συνέδρια, ημερίδες, οργανώθηκαν συνεντεύξεις τύπου, επιστρατεύτηκαν χάρτες συμπαντικοί και παράδοξα όργανα. Όλοι κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα, πως δηλαδή κάποια καταστροφή γαλαξιακή είχε συμβεί ερήμην μας. Θέλω να πω δεν είχαμε αντιληφθεί μήτε στο ελάχιστο πως σε μια γωνιά του κόσμου μας πέθανε ένα άστρο πριν από χιλιάδες χρόνια. Και να που τώρα, τα τελευταία του δάκρυα φτάνουν εδώ κάτω. Άλλοι έφεραν ως παράδειγμα τον αργό θάνατο των μεγάλων θηλαστικών στους ωκεανούς. 

Αφού δόθηκαν οι διαβεβαιώσεις κατόπιν της επιστρατεύσεως πλήθους μοντέλων και σχεδιαστικών αρχών πως η ανθρωπότητα δεν κινδύνευε στο παραμικρό, οι ερασιτέχνες ανά τη γη, πέρασαν στην αντεπίθεση. Σιγά σιγά οι αμερικάνικοι αυτοκινητόδρομοι γέμισαν με αυτοκίνητα, φορτωμένα ένα σορό πράγματα. Είναι οι νεαροί επιστήμονες που τραβούν για το σημείο όπου θα είναι περισσότερο ορατό το αναπάντεχο συμβάν. Τα τηλεοπτικά συνεργεία που σταθμεύουν στο πάρκινγκ ενός κοντινού, δημοφιλούς μοτέλ από αυτά που κατακλύζουν οι νεαροί επιστήμονες, ρωτούν τους επισκέπτες. Εμείς που γοητευόμαστε από όλα αυτά πώς να μην έρθουμε, είναι πάντα ένα γεγονός μείζονος σημασίας ο θάνατος ενός άστρου. Ένα μικρό παιδί όμως, όχι πάνω από δεκαπέντε χρονών, είπε, ήρθαμε για να κλάψουμε εκείνο το πεθαμένο άστρο. Και έτσι τα συνεργεία ολοκλήρωσαν την παρουσία τους στο μέρος. Ο νεαρός μετεβλήθη σε πρόσωπο της επικαιρότητας και φούντωσαν οι συζητήσεις για την αθωότητα των παιδιών που στεφανώνει δίχως να το θυμόμαστε αυτόν εδώ τον κόσμο. Μια αθωότητα αλαργινή που τη νομίζαμε χαμένη πια , σκοτωμένη από τις μικρότητες που πειράζουν την ελπίδα μας. 

Εκατοντάδες χιλιάδες μίλια ανατολικότερα, στην περιοχή Κυψέλη της νέας, αθηναϊκής εποποιίας, ο κύριος Ντίνος στέκει στην πολυθρόνα του. Το σαλονάκι του είναι στολισμένο διακριτικά. Και έξω στο μπαλκόνι φέγγουν ρυθμικά τα απείρως μελαγχολικά φωτάκια των Χριστουγέννων. Πόσες φορές δεν μου θύμισαν πλεγμένα στα κιγκλιδώματα κάποιου μπαλκονιού, εκείνες τις μαρκίζες της νύχτας που βάφουν τα δωμάτια ενός εφήμερου έρωτα. Ο κύριος Ντίνος είναι συνταξιούχος και η ζωή του δεν διαθέτει τίποτε έξω από τα συνηθισμένα. Καθημερινά ο φούρνος, το οπωροπωλείο, ανά δεκαπενθήμερο, ο κουρέας, μηνιαίως ο παθολόγος, ημερησίως φυσικά το φαρμακείο και τόσα άλλα. Όσο για μένα που φαντάζομαι πορφυρά πρόσκαιρα δωμάτια, είμαι ο συγγραφέας ή απλώς ένας φαντασιόπληκτος του Δεκέμβρη. Περισσεύουν εκεί έξω, τόσοι και τόσοι. 

Αυτές τις μέρες τα τελευταία είκοσι χρόνια ο καιρός ή κάτι απροσδιόριστο τον πονάει. Τα φιλμ δεν τον γοητεύουν τον κύριο Ντίνο, το ραδιόφωνο λέει αδιάκοπα τα ίδια και τα ίδια τραγούδια. Και οι άνθρωποι; Αυτοί γυρεύουν περιπέτειες εκεί έξω και δεν δίνουν σημασία στη δική του λύπη. Μόνο που τον κοιτάζουν ίσια στα μάτια όταν διασταυρώνονται μαζί του στο νεύμα του φωτεινού σηματοδότη. Και έπειτα τον λησμονούν, το πράσινο του φαναριού θέτει σε κίνηση τους μηχανισμούς της ζωής τους και μεμιάς τον ξεχνούν. Ο κύριος Ντίνος δεν έχει πει σε κανέναν γιατί λυπάται κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Και αυτό γιατί αν κανείς φανεί σήμερα αδύναμος ή φανερώσει μια κάποια ενασχόληση με ζητήματα φανταστικά, όπως η λογοτεχνία, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί με το χειρότερο τρόπο. Ο κόσμος μοιάζει σήμερα πιο αντικειμενικός από ποτέ, ο καιρός της λογικής λέει το τραγούδι του. Πού καιρός για φαντασίες κύριε Ντίνο, συλλογίζεται και γελά.

Στο δελτίο των εννιά προβάλλονται εικόνες από τη διασταύρωση που σας έλεγα πριν. Ο κύριος Ντίνος παρακολουθεί με αδιαφορία τις σκηνές από την άλλη πλευρά του κόσμου.  Μα όλα αλλάζουν, όταν θυμάται. Και πάντα θυμάται, γιατί τα καλύτερα πράγματα στη ζωή μας, μένουν πάντα εκεί. Και όλο επιστρέφουν σαν τα παιδιά που χαθήκανε κάποιο απόγευμα στο φως από τ’ανοιχτό παράθυρο. Τα καλύτερα πράγματα στη ζωή μας δεν καταρρέουν ποτέ. Θα γίνουν δειλή, μικρή βροχή μες στο χωράφι της ψυχής μας, τόσο μα τόσο ανυποψίαστοι εμείς τίποτε δεν θα αντιληφθούμε. Μα ο σπόρος μέσα μας μεγαλώνει και η βροχή λέει το μονότονο τραγούδι της και έτσι ομορφαίνει ο αχνός στο σούρουπο ενός αυτοκινητόδρομου πηγμένου στην κίνηση, μια ζωή συνηθισμένη.

Τώρα πια έχει καρφωθεί στην μικρή του οθόνη ο κύριος Ντίνος. Μόνο για μια στιγμή τρέχει προς την ετοιμόρροπη βιβλιοθήκη του, κάτι γυρεύει, κάτι ψάχνει, δεν το βρίσκει και λογαριάζει για μια στιγμή μήπως και όλα τα φαντάστηκε. Σε λίγο το βρίσκει. Ώστε δεν έκανε λάθος. “Έρχονται οι μετεωρίτες!… Πρόκειται για θραύσματα από μετεωρίτες, κόκκοι αστρικής σκόνης που έχουν βάρος μόλις μερικά χιλιοστόγραμμα, ενώ άλλοι, σπανιότερα είναι αρκετών τόνων”. “Η γυναίκα που πετάει” ο τίτλος. Και ευθύς γελά με τρόπο, καθώς σκέφτεται με πόσους τρόπους εκείνος ο φίλος του, άνοιγε λέει, έναν δρόμο για την ειλικρίνεια της τέχνης. Αυτή που αδυνατεί να μιμηθεί η ζωή μας.

Θυμήθηκε ακόμη που κάποιος φίλος αγαπημένος του είχε πει, “θα γυρίσω με τους μετεωρίτες, αν χαθώ θα γυρίσω με τους μετεωρίτες”. Απόψε λοιπόν, είναι η νύχτα. Ντύθηκε βιαστικά, πήρε τα κλειδιά του και έφυγε βιαστικά. 

Την άλλη μέρα τον βρήκανε οι περίοικοι γερμένο στο δημοτικό παρτέρι. Είχε ορθάνοιχτα τα μάτια του μα κοιτούσε προς τα μέσα πια. Τον παρέδωσαν στις υπηρεσίες του δήμου και κάποια κυρία επιφορτίστηκε με την τακτοποίηση του διαμερίσματος. 

Στο μεταξύ σε μια άκρη της μικρής πλατείας δυο άνδρες ντυμένοι τα βαριά τους πανωφόρια μιλούν και γελούν. “Ώστε αλήθεια έλεγες; Και βρήκες μέρα! Ήρθες λέει χρονιάρες μέρες με μια βροχή μετεωριτών! Έπρεπε να το περιμένω”. Ο άλλος δεν μιλούσε, μόνο γελούσε και ήταν το πορτραίτο του, γεμάτο από τον εαυτό του, είκοσι χρόνια τώρα χαμένο. 

Πλάι τους ένα παιδί παίζει με την μπάλα του. Φοράει μια φανέλα με το νούμερο εννιά. Όλα στη σκηνή μοιάζουν με αναγωγές. Δεν θα σας πω τίποτε περισσότερο για αυτήν την ιστορία, επειδή τότε θα ήταν σαν να προσπαθώ να σας εξηγήσω με πόσους τρόπους είναι όμορφο ένα κορίτσι σαν την Μέριλιν. 

Α.Θ