
[…δεν είναι η μάχη
που μας κάνει καλλιτέχνες,
είναι η τέχνη
που μας θέλει
μαχητές…]
Αλμπέρ Καμύ
[…όταν ήχησαν οι σειρήνες
κάποιος βγήκε στους δρόμους
απαγγέλλοντας κάτι
ωραία ποιήματα.
Το γαλάζιο μου στενό πάγωνε,
όσο εκείνοι οι στίχοι
κομμάτιαζαν κάθε
προπαγάνδα…]
Χθες τη νύχτα, – θα ήταν τόσο πολύ αργά για κάθε τι – φάνηκαν στη γειτονιά μας εκείνοι οι τρεις που σαν κάνουν την εμφάνισή τους κάτι φοβερό πρόκειται να συμβεί. Οι λιγοστοί διαβάτες που βρίσκονταν στο σημείο, αμέσως σκόρπισαν και έτρεξαν να σωθούν. Επειδή όταν εμφανίζονται ο μακρύς, ο φαρδύς και ο σαϊτομάτης, κάτι επικίνδυνο και φοβερό μένει να συμβεί. Τελευταία φορά τους συνάντησαν στη λιμνοθάλασσα της γεωργικής σχολής, ανάμεσα στις λέξεις του Καρόλου Τσίζεκ. Έκτοτε κανείς δεν ξαναμίλησε για αυτούς, μέχρι απόψε. Που ο μακρύς, ο φαρδύς και ο σαϊτομάτης βρέθηκαν στην πόλη μας. Περπατούσαν άφοβα λες και τους αγαπούσαν. Ελεύθεροι σκοπευτές είχαν ακροβολιστεί στις στέγες των σπιτιών, τα πολυβόλα ετοιμάζονταν να κροταλίσουν αν κάνεις σκεφτόταν να κάνει κακό στον μακρύ, τον φαρδύ και τον σαϊτομάτη.
Κάθε τόσο έκαναν μια στάση, άπλωναν τα σχέδια μιας καινούριας πολιτείας. Έδιναν τα χέρια και περπατούσαν. Όταν ένας έξυπνος πύραυλος έκανε την εμφάνισή του στον ουρανό, εκείνοι χειροκροτούσαν. Ο μακρύς συνήθιζε να τους φέρνει κοντά του, σαν σπάνια πουλιά. Και έπειτα τους άφηνε και πάλι να συνεχίσουν την τροχιά τους ώσπου να κεράσουν θάνατο κάποια μικρή ή μεγάλη πολιτεία. Περίμεναν με κομμένη την ανάσα να δουν την έκρηξη, όπως ένα παιδί προσμένει τα βεγγαλικά τη νύχτα που αλλάζει ο χρόνος και ας μένει πάντα ίδιος. Κάποιος είπε πως το μέλλον δεν συνιστά παρά ένα παρατεταμένο παρόν και είχε τόσο δίκιο. Στο τέλος της γιορτής, τίποτε δεν έχει αλλάξει.
Άμα βαριούνται ο μακρύς, ο φαρδύς και ο σαϊτομάτης βάζουν στοιχήματα ποιανού ο πύραυλος θα χτυπήσει πρώτος. Ποντάρουν πολλά, ακόμη και την ανθρωπιά μας την παζαρεύουν, όπως ακριβώς οι αργυραμοιβοί σε κάτι στίχους του Νίκου Εγγονόπουλου που θα θυμάμαι για πάντα όταν γυρεύω το βάθος του νεοελληνικού μας πολιτισμού. Φοράνε τα καλά τους κοστούμια και κάθε τόσο προβάρουν ο ένας προς τον άλλον τις δηλώσεις που περιμένει εναγωνίως η διεθνής κοινότητα. Δεν αποκαλύπτουν τίποτε για τις προθέσεις τους, μόνο μιλούν στο όνομα της ειρήνης, λέγοντας μερικά τρανταχτά ψέμματα που θα μπορούσαν να τους βγάλουν από τη δύσκολη θέση.
“Κοιτάξτε, φτάνουν στη γειτονιά μας. Μπορώ να τους ξεχωρίσω από μίλια μακριά”, σημειώνει κάποιος καλά βαλμένος πίσω από το πρόχειρο οχυρό, καμωμένο από ξύλα και απομεινάρια ενός πολιτισμού που καταρρέει δίχως τον ελάχιστο λυρισμό. “Καλύτερα να κρυφτούμε, μα τι λέω, τώρα πια δεν προλαβαίνουμε”.
Ο μακρύς, ο φαρδύς και ο σαϊτομάτης στέκουν παράμερα, έξω από τα συντρίμμια του παλιού ταχυδρομείου. Ένα παιδί που παίζει στα χαλάσματα περιεργάζεται το παράδοξο θέμα. Διότι μες σε τούτο τον πόνο, κάποιος βρήκε την ευκαιρία να εικονογραφήσει τη στιγμή. Ο μακρύς φωνάζει κοντά του το παιδί, εκείνο πλησιάζει, ίσως διστακτικά, ίσως πάλι λίγο φοβισμένα, κανείς δεν ξέρει αν ένα παιδί νιώθει περισσότερο από κάθε τι άλλο την αλήθεια. Ο μακρύς φωτογραφίζεται με τον μικρό, ο φαρδύς το χαρτζιλικώνει ενώ ο σαϊτομάτης που καθόλου δεν μιλά σκοτώνει παράμερα κάτι χρόνια παιδικά.
Τι αδιάφορο που είναι εκείνο το παιδί, κάποιος λέει. Να έχει εμπρός του, λέει τους ταγούς της εποχής και εκείνο να χαμογελάει αδιάφορα. Εκείνοι το διασκεδάζουν κάνοντας παράξενα κόλπα με τους πυραύλους τους. Ελπίζουν πως ο μικρός θα γοητευτεί από τις πόζες. Μα τώρα έχει έρθει εκείνη η στιγμή που το παιδί σταματάει να χαμογελά, θαρρείς και βαριέται όλα ετούτα τα σκέρτσα. Σκαρφαλώνει στα συντρίμμια του κοντινού κτιρίου, οι τρεις το θαυμάζουν, σχολιάζουν την επιδεξιότητα του. Όταν χάνεται οι τρεις τους στρέφονται και πάλι στην αμεριμνησία και τη μοναδικότητα τους.
Μέχρι να ξανάρθει εκείνο το παιδί, κρατώντας μια ματωμένη, σχολική τσάντα. Εκεί που ήταν τα σχέδια για την ανοικοδόμηση της πόλης, αφήνει το σακίδιο και ένα τετράδιο που έμεινε με κάτι μισογραμμένο. Δεν χαμογελάει, μόνο κρύβεται στο βάθος του φόντου και οι τρεις δεν ξέρουν τίποτε για εκείνο.
Χρόνια μετά, εκείνη η σχολική τσάντα στέκει σαν μνημείο της κτηνωδίας που σημαδεύει τον κόσμο και πληγώνει την ιστορία του. Κανείς δεν τόλμησε να τη μετακινήσει και οι τεχνίτες ακόμη, την άφησαν στη θέση της, δίχως να τολμήσουν τίποτε να πειράξουν. Η πόλη ξαναβρήκε τους ρυθμούς της. Τον μακρύ, τον φαρδύ και τον σαϊτομάτη, τους κατάπιε ο χρόνος, όμως η τσάντα, το αυτοσχέδιο εκείνο μνημείο παρέμεινε ακλόνητο, μια αφορμή για να κρίνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, επί της ουσίας πια. Επί της ουσίας.
Όσο για εκείνο το παιδί, όσο για εκείνον τον μοναχικό θεατή του πόνου, αυτός ο θίασος που ονομάστηκε εποχή μας, το κατασπάραξε, κάνοντας τη ζωή του χρόνια μετά, να μοιάζει ανώδυνη και πληκτική. Μια ακέραια και ολόγιομη ενοχή.
168
“Καζάνι που βράζει”, “Όλοι εναντίον όλων”, “Καταρρέει η ειρήνη” και άλλα τέτοια. Με κυρίαρχο εκείνο το “Φλέγεται η Μ. Ανατολή”, θαρρείς και ποτέ παραιτήθηκαν οι άνθρωποι εκεί κάτω από το αίμα. Ίσως να ξέρουν πως το μεγαλύτερο επιχείρημα είναι ο ανθρώπινος πόνος και πασχίζουν να τον κρατήσουν ζωντανό. Όχι για να θυμούνται, όχι για να νοσταλγούν, μα για να πολεμούν.
Διπλωμάτες, πρόεδροι, μαχητικά και φρεγάτες, αρλεκίνοι και γαμπροί που μεταμορφώνονται σε διεθνείς διαπραγματευτές στην πιο κρίσιμη στιγμή του καινούριου αιώνα. Και ούτε μια κουβέντα, ούτε ένα αφιέρωμα στις 168 μαθήτριες που σίγουρα αποτελούν παράπλευρες απώλειες, έναν λάθος υπολογισμό. Τα έχουν αυτά οι ένοπλες συρράξεις, πρέπει κανείς να τονίσει την παρουσία του, η ισχύς μοιάζει με το καινούριο μας ρούχο που αγωνιούμε να το φορέσουμε, κερδίζοντας φλας και φιλοφρονήσεις.
Αλλιώς, αυτές οι 168 φαινομενικά αθώες, μικρές Ιρανές αποτελούσαν τον μυστικό, κρυφό πυρήνα του τυραννικού καθεστώτος. Οι τηλεοπτικές πλατφόρμες που μας έχουν εκπαιδεύσει καλά για να πιστεύουμε τα πάντα μπορούν να καταφέρουν ακόμη και αυτό.
Η ζωή μας μοιάζει τόσο αδειανή που χρειαζόμαστε μια συνωμοσία για να σταθούμε, λίγο πουρέ αρακά και μερικές ευφάνταστες τεχνικές, πλάι στην αλόγιστη σπατάλη και την πικρή σάτιρα που γελάει, τόσο τραγική, μονάχη με τον εαυτό της, σαν μίμος δίχως κοινό, δίχως τίποτε. Κάποιος είπε πως οι εκπομπές μαγειρικής έχουν την τιμητική τους όταν η πείνα θερίζει. Και αν δεν το θυμάμαι, πρέπει να το γράψω πως ένας στους τρεις Έλληνες θα κοιμηθεί απόψε νηστικός. Ίσως να υπάρχει μια κάποια σύνδεση.
Ωστόσο, το θέμα δεν είναι ο πόλεμος. Είναι οι 168 μαθήτριες που έγιναν κομμάτια. Άραγε πώς θα είχαν ξεκινήσει εκείνο το πρωί για το σχολειό τους, σκέφτομαι. Πως θα είχαν φτιάξει τα μαλλιά τους, θα είχαν φορέσει τις μαθητικές ποδιές της πιο τρυφερής και ξέγνοιαστης ηλικίας. Όχι για αυτές.
Για αυτές το πρωινό πήρε άλλες διαστάσεις. Όλη την ευθύνη την έχει ένας έξυπνος πύραυλος που παραστράτησε. Επειδή οι καινούριοι πύραυλοι έχουν τη δική τους προσωπικότητα, ο “Μπίμπι” έγραφε κατάρες πάνω στο μεταλλικό περίβλημα τους. Μοιάζουν τηλεκατευθυνόμενοι μα μπορούν αν το θελήσουν να διαγράψουν μια ξέφρενη τροχιά, να αλλάξουν σε μια στιγμή μονάχα συντεταγμένες τσακίζοντας τη ζωή.
Πλάι μου έχω το βιβλίο του J. M. Coetzee , του Νοτιοαφρικανού και πρόσφατα πολιτογραφημένου Αυστραλού, Νομπελίστα συγγραφέα. “Η ελπίδα και άλλες ιστορίες”, από εκείνες που έθρεψαν τον κόσμο που συντρίβεται, λες και κάποιος γκρέμισε τα σκηνικά και απελευθέρωσε το τοπίο στην πιο τρομερή του εκδοχή.
Καταφύγια, σειρήνες, σακίδια επείγουσας ανάγκης, οδηγίες, οδηγίες, οδηγίες. Και ούτε μια σύσταση, ένα από εκείνα τα μοντέρνα λεγόμενα και tips βρε αδελφέ για το πώς θα πρέπει να ζήσει κανείς. Ή πώς δεν πρέπει να ζήσουν 168 Ιρανές μαθήτριες δημοτικού που σε άλλη μια εξωφρενική παρτίδα σκάκι, μοιάζουν με τα στρατιωτάκια που τόσο εύκολα θυσιάζουμε καθώς σχεδιάζουμε τη ναπολεόντεια τεχνική μας. 168 φορές ντροπή σε τούτον εδώ τον κόσμο που παραμένει ανεπίδεκτος.
Θα μου πείτε, “και εμείς λυπηθήκαμε”, “στυγνός λυρισμός”. Και άλλα τόσα και δίκιο θα έχετε. Κανείς δεν πιστεύει πια κανέναν. Και εγώ απόψε θα κοιμηθώ δίχως πόλεμο, μα με έναν μικρό, βαθύ φόβο πως κάπου στον κόσμο ένας πύραυλος με βάζει στο μάτι και γίνομαι το νούμερο που πάντα ήμουν στο μικρό, θαυματουργό γυαλί.
i Χαρακτήρες από το έργο του ρομαντικού ποιητή και λαογράφου Κάρελ Γιάρομιρ Έρμπεν.
Απόστολος Θηβαίος
