Γεώργιος Κρεοπώλης | Το στομάχι μου πλυντήριο

© Florence Henri

[κ]

Σήμερα θα αποκοιμηθώ καθιστή στο πάτωμα, με την πλάτη κόντρα στα λευκά συρτάρια της κουζίνας μου. Είναι ευρύχωρη και απομονωμένη, φορτωμένη με αναμνηστικά, χειρόγραφες και προσεκτικά επιμελημένες ευχές σε κάρτες, ιδιαίτερα, γουστόζικα μαγνητάκια· πληθωρική, μα ισορροπημένη. Το φως ψυχρό, φτωχό, του πένθους. Τονίζει τα πρησμένα μου μάτια, φωτίζοντάς με ελαφρώς κι αδέξια από ψηλά. Κάνει τα αλμυρά μου μάγουλα να γυαλίζουν και φανερώνει τα ξεφλουδισμένα, άβαφα χείλη μου. 

Έχω φέρει τα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού στο στόμα και σκάβω. Αποκαλύπτω φλούδες νεκρής, σαρκώδους ύλης και έπειτα τις δαγκώνω με τα μπροστινά μου δόντια. Τυλιγμένη στις αμέτρητες κλωστές της μακροχρόνιάς μας αναδρομής γουρλώνω τα μάτια, ξεσκίζω τα χείλη μου νευρικά, με ματώνω και βάφω τη θύμηση της χορτάτης μας ευτυχίας με αίμα.

Έτρωγες πολύ καλά. Αμφιβάλλω για πολλά πράγματα σε αυτή τη ζωή, αλλά αυτό (σου) το δηλώνω με σιγουριά. Υπογραμμίζω με εξοργισμένα δάκρυα και σφιχτές τις γροθιές μου κάθε φθόγγο που αρθρώνω: έτρωγες πάρα πολύ καλά.

Σε αυτήν εδώ την κουζίνα ήμουν άλλωστε όταν φούσκωνα το κρανίο μου με έρωτα -έρωτα δικής σου υπογραφής-, ετοιμάζοντάς σου με προθυμία και οργιάζουσα ζέση νόστιμα καλούδια, εκπαιδεύοντας τη γλώσσα σου να γεύεται το Καλό και το Ωραίο, ακόμη και πέρα από τα όρια του δικού μου χώρου. Προσπαθώντας να σε σπρώξω να αναζητείς με όρεξη, να δοκιμάζεις με προθυμία, να κρίνεις με ευγενική αυστηρότητα και προσωπικά πλασμένο, επιλεκτικό γούστο, να απολαμβάνεις απρόσκοπτα ό,τι σου αρέσει. 

Και έτσι, με την έντονη ειρωνεία να αιωρείται γύρω από τη θλιβερή αυτή εξιστόρηση, απτή και περιβάλλουσα, συνειδητοποιώ ότι όντως δοκίμαζες ό,τι πίστευες ότι θα σου αρέσει, ακόμα και τα μεσημέρια που σου ‘χα τάξει πλούσιο γεύμα και τη γλυκιά μου παρέα· όταν λέγαμε ότι θα χορταίναμε μαζί μελιστάλαχτη συντροφιά κι αγάπη, με στρωμένη ειλικρίνεια και συνοδευτικό τις ερωτικές μας εκρήξεις. 

Λερωμένη ακόμη με τα συστατικά της αγάπης μου, παρόλα αυτά, συγχώρησα όπως-οπως τις λαίμαργες αταξίες σου και, με αυτόν τον τρόπο, έφερες ξανά τη ζωή στην κουζίνα. Επανήλθες, επέμεινες τόσο, με στομάχι άδειο και ηχηρό γουργούρισμα. Και, έτσι, δέχθηκα πίσω τον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για την πρωτόγνωρη νοστιμιά της εφηβείας μου αλλά, συνάμα, και για το μεγαλύτερό μου πλήγμα. Ή, μάλλον, πλήγματα.

Οι προσπάθειές μου -ξανά- για την αφελή εκπαίδευση του ουρανίσκου κατέρρευσαν -πφ, ξανά (!)- σαν παλάτι από άμμο στο έλεος ενός κύματος που φαίνεται να μας παραμόνευε πολύ καιρό. Σε κοιτάζω πλέον από μακριά, σαστισμένη, βουλιαγμένη μέσα στην ατελείωτη απορία, να ξεχνάς τους γαστριμαργικούς μας σπινθήρες, να σαβουριάζεις -όπως και την πρώτη φορά- ό,τι βρεθεί στα χέρια σου και πιστεύεις ότι θα τιθασεύσει έστω και λίγο τη μένουσά σου πείνα, αυτό το κενό στο στομάχι σου επειδή διακόπηκε -ή είχε διακοπεί- η δίκη μου φροντίδα, η δική μου μαγειρική.

Λερωμένη ακόμη, δεν μπορώ να σου πω κάτι τώρα· αλίμονο. Ούτε προσταγές, ούτε θυμό, ούτε δακρύβρεχτες συμβουλές και επιστροφές στις παλιές μας ζάχαρες. Η σπατάλη είναι αυτή που με γονατίζει και με καθηλώνει στη μέση της νεκρής μου πλέον κουζίνας. Όχι η σπατάλη των υλικών προφανώς· αλλά του κόπου, του (τόσου) χρόνου που πέρασα νομίζοντας ότι όντως εκπαιδεύεσαι γευστικά, ότι αλλάζεις και ότι μαθαίνεις να εκτιμάς. Όσο και αν κλάψω, όσο και να απομονωθώ, όσο κι αν πενθήσω το μεράκι μου, όσο και αν ξεφλουδίσω τα στεγνά μου χείλη με χέρια νευρικά, κάπου-κάπου συνεχίζει να επιπλέει και το άλλο μου κρίμα: η αγάπη μου που περίσσεψε. Η αγάπη που με είδε να μεγαλώνω και εσένα να βγάζεις μούσια και πεινασμένη ανασφάλεια. Αυτή η αγάπη που μετουσιωνόταν σε φαγητό καλό και προσεγμένο. Που πίστευα ότι ήταν επαρκές και ότι όντως θα σε κράταγε στο πλάι μου, δίχως σκανδαλιάρα μύτη, υποταγμένη σε λάγνες μυρωδιές. Που να τη στηρίξω τώρα την περισσευόμενη που είναι τόση και μου βαραίνει τους ώμους;

Την τελευταία φορά γύραμε χορτάτοι στη χλόη, έτσι όπως εκείνη δροσιζόταν από τον καλοκαιρινό, νυχτερινό αέρα. Νυσταγμένοι από στιγμιαία λήθη, από περίσσεια αγάπη τόσων ετών και από εσκεμμένη αφέλεια. Μην αναφέρεις άλλο ότι σου λείπω ή ότι από αύριο θα συνεχίσεις να τρως ευτελή σκουπίδια και junk food· μείνε έστω για λίγο ακόμα ναρκωμένος μαζί μου από τη γεύση της συνένωσης του γαλακτερού μας δέρματος και ονειρεύσου σιροπιαστές γλύκες και κερασένια τέρψη.

[δ]

Σήμερα θα αποκοιμηθώ δύσκολα -αν όχι καθόλου-, σε άθελη μεταμεσονύχτια σκοπιά πίσω από ετοιμόρροπη ξερολιθιά, σε άσκοπη ονειροπόληση και απύθμενη, απογοητευτική ανάλυση. Την έχω στήσει βιαστικά σε ημικυκλικό σχήμα με πεπλατυσμένα ερείπια και ό,τι βρήκα μπροστά μου σε πρώτη ανταπόκριση, λερωμένη και ταραγμένη. Έχει φορά προς τον δυτικό τοίχο του σαλονιού μου και μπλοκάρει τα κρύα, χειμωνιάτικα ρεύματα που πλέον επεμβαίνουν στο μικρό διαμέρισμα. 

Τα μαλλιά μου είναι σκονισμένα, τακτοποιημένα κάπως βιαστικά σε έναν ατημέλητο κεφτέ πίσω στο κεφάλι μου. Οι δυο τούφες της φράντζας μου είναι αυτές μονάχα που φανερώνουν το ξανθό της παιδικότητάς μου, αλλά κάπως χάνονται ανάμεσα στη στάχτη που κατακάθισε πλέον πάνω τους. Τα ρούχα είναι τσαλακωμένα κι άχαρα. Αυτό ήταν έκρηξη.

Δεν μ’ αρέσει να μένω με βρώμικα ρούχα μέσα στο σπίτι, μέσα στον φροντισμένο μου χώρο, αλλά κάποια πράγματα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα όταν το σπίτι αυτό έχει ουλές. Αποπροσανατολιστικές, αιφνιδιαστικές, ανοιχτές κι ύπουλες ουλές, παθογένειες που ξεκίνησαν να αποδυναμώνουν τους τοίχους πολύ πιο πριν από την επικείμενη έκρηξη. Στέκεται τώρα τρύπιο και επιρρεπές, ανοιχτό όπως το σώμα πάνω στο χειρουργικό τραπέζι· ανεμοδέρνεται το κακόμοιρο.

Κάτι είχα υποψιαστεί· χαζή δεν είμαι. Αλλά πίστευα ότι θα έκλεινα απλά την πόρτα με ένα ευγενικό «αντίο» και θα καθησυχαζόμουν στην παρηγορητική θαλπωρή του ανέγγιχτου καταφυγίου μου. Θα το απέδιδα σε φθίνον ενδιαφέρον, ετεροχρονισμένες συνειδητοποιήσεις και συναισθηματική ασυμβατότητα. Και θα ήμουν εντελώς οκέυ με αυτό, αλήθεια λέω. Θα έτριβα υπομονετικά τους τοίχους για να καθαρίσουν από τις δεύτερες σκέψεις και θα το ξανά έβαφα το σπίτι στα χρώματα της ανθισμένης, καρποφόρας άνοιξης. Τα πράγματα ήρθαν, δυστυχώς, κάπως αλλιώς.

Όταν οι εμβοές υποχώρησαν, κατάφερα με δυσκολία να συνέλθω και να συγκεντρωθώ τόσο όσο, μονάχα για να ορθοποδήσω, να σε βρίσω πίσω από τον κατεδαφισμένο μου τοίχο και να σε στοχεύσω μάταια με συντρίμμια προσωπικής δικαίωσης και μαδημένης αξιοπρέπειας. Ήρθες, επέμεινες, δοκίμασες και απόκρυφα αποφάσισες ότι απλά φλέγεται στον καβάλο σου ακόρεστη μανία. Πετούσα τα λόγια μου σαν κοτρώνες, χωρίς ούτε καν να ξέρω ότι μπορώ να νευριάσω τόσο, περιμένοντας από εσένα να δικαιολογήσεις την αδέσποτη ρουκέτα που μου στοίχισε το σπίτι, το χρώμα και τα ατσαλάκωτα υφάσματα.

Ανώφελα. Εσύ στην περήφανη εκφυγή και την άρνηση, απών και πλέον τρεχάμενος, μακριά από το κτίσμα που δειλά-δειλά σε υποδέχθηκε. Και ‘γω σε επιφυλακή μέσα του, κουλουριασμένη τώρα πίσω από μια αυτοσχέδια ασπίδα από κατεστραμμένα οικοδομικά υλικά και παγωμένη από το ρεύμα που κρυώνει τους γυμνούς μου τοίχους. Τρίβω τα μπράτσα μου τακτικά, γέρνω το κεφάλι πάνω σε σακατεμένα, τραχιά τούβλα, σκέφτομαι απαρηγόρητα και παραπονιέμαι:

Δε ζητούσα αλαβάστρινα κάστρα και πολυτελείς επαύλεις, ήρωες, μπουκέτα τριαντάφυλλα ή όλο τον κόσμο στο πιάτο μου. Μια σαΐτα ονειρευόμουν μόνο, από ένα απρόσμενο χέρι, διπλωμένη με γνήσια σκέψη και καλοπροαίρετη υστεροβουλία να τρυπώσει στο μυαλό μου και να με κάνει να τραγουδάω λίγο πιο συχνά. Καλή παρέα και πραγματική ακρόαση, κάτι αληθινό να μου χαϊδεύει που και που τη φαντασία και να μου πλάθει τη ψυχή. Όχι απρόσμενη προδοσία, ούτε ανώφελο πόνο. Όχι παροδικές επισκέψεις, ανυπόμονα, ανυπόφορα ξεσπιτώματα της τελευταίας στιγμής και μεταμεσονύχτιες εξορμήσεις, εκφυγές ή αποδράσεις, επαναπατρισμούς βουτηγμένους στα ερωτηματικά. Λίγη σιγουριά μόνο ήθελα. Το πρωινό μου στο μπολ σου και λίγη σιγουριά. Έναν λόγο επικύρωσης, υπομονή και σιγουριά. Σιγουριά· και λίγη σιγουριά.

Πφ, ούτε καν σίγουρη δεν ήμουν, απλά ανυπόμονα -και ανόητα- πεπεισμένη ότι από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω την αναζήτηση.

Την αναζητηση του σώματος που θα πλάγιαζε μαζί μου σε μια ανοργάνωτη παραλία, πάνω στα ήρεμα χάδια του αλατισμένου νερού, χτενίσματα στη χρυσή κόμη της άμμου. Σώματα σε αδράνεια, να απολαμβάνουν άπλετο πορτοκαλίζον σκοτάδι και τη γεύση πολλών κερασιών. Πάνω σε καθησυχασμένα, λευκά και δροσερά σεντόνια θα μας έβρισκα, να συζητούσαμε, να ερωτοτροπούσαμε, να λερώναμε τα μαξιλάρια μας με σάλιο από τα αμέριμνα μας στόματα, σε ύπνο απρόσκοπτο, χρωματιστό σαν ονειρευόμαστε. 

Πως να κοιμηθώ τώρα με σπίτι τρύπιο, γκρι κι απροστάτευτο; Ακόμη τουρτουρίζω, τυλιγμένη στη σκονισμένη διαύγεια σκέψης και την παγερή μου οργή.

 


Ο Γεώργιος Κρεοπώλης, κατάγεται από ένα χωριό της Θάσου και την καβάλα, όπου γεννήθηκε το 2002. Σπουδάζει στο τμήμα αρχιτεκτόνων μηχανικών του ΑΠΘ. Ασχολείται από μικρή ηλικία με τη μουσική και τη ζωγραφική και προσφάτως ανακάλυψε την αγάπη του για την αποσπασματική συγγραφή.