
Τον παρακάλεσε να σταματήσουν το αυτοκίνητο, επιτόπου στην ανηφόρα, όταν την είδε. Κατέβηκε και στάθηκε στην μέση του δρόμου για να την παρατηρήσει καλύτερα. Είχε φυτρώσει ανάμεσα σε δυο κομμάτια βράχου, που τυχαία αποκολλήθηκε. Γύρω τοπίο άνυδρο, σχεδόν ανέγγιχτο από χώμα. Ο σπόρος που έφερε την μοίρα της θα πρέπει να είχε ταξιδέψει από το δάσος στην βάση της πλαγιάς. «Αρχαίο δάσος», τους πληροφόρησαν, «αλλά πεθαίνει πια, από τα δόντια επεκτατικών τετράποδων και δίποδων μηρυκαστικών.» Αναμασούν φύλλα, καρπούς κι ενίοτε λέξεις και καταστάσεις. Δεν είχαν υπολογίσει βέβαια την δράση των ιπτάμενων όντων, ακόμη κι ένα απόρριμμα πτήσης μπορεί ν’ ανανεώσει την διαβρωμένη γη.
Από απόσταση μπορούσε να υποθέσει το πρώτο της άνθισμα. Καμία μεγαλοπρέπεια δεν φανέρωνε την δρύινη καταγωγή της. Κάποιος τυχαίος Ιάπωνας τουρίστας θα την περνούσε για φυσικό Μπονσάι. Ίσως, ζητούσε να παρέμβει στην ανάπτυξή της, είναι κρίμα μια τέχνη ν’ αφήνεται στην τύχη. Ευτυχώς, ο χώρος ήταν ακόμη απάτητος στα περιττά βήματα και οι σχεδιασμοί της όρασης ταιριάζουν με τον υποθετικό λόγο. Ένα εάν που σπρώχνεται μακριά ανολοκλήρωτο, προς χάριν μιας βελανιδιάς που ξέρει να σχηματίζει μόνο ελλειπτικές προτάσεις.
Η στάση της φανέρωνε κατά μέτωπο μάχη με τον ουρανό, άπλωνε φύλλα και κλαδιά σε απίθανες κατευθύνσεις μέχρι να διαπεράσουν την ομίχλη. Με το έδαφος είχε λύσει τις επιμέρους διαφορές της. Δεν ξεμάκραινε από αυτό, σαν να ήταν ο βασικός όρος του αμοιβαίου τους συμβιβασμού. Με τον άνεμο η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη.Ο άπειρος παρατηρητής θα αναγνώριζε στη συστροφή του κορμού μια κάποια απέχθεια έναντι του απρόσκλητου επισκέπτη. Η απόλυτη φορά της κλίσης ήταν που φανέρωνε τη συνέχεια. Είναι καμιά φορά απόλαυση να γέρνεις, ακολουθώντας ό,τι έρχεται πέρα απ’ το γνώριμο τοπίο.
«Μπορείς ν’ αναγεννηθείς μέσα στην σύνθλιψη, σπόρος στην πέτρα », ψιθύρισε
«Πάψε να βλέπεις τον εαυτό σου στ’ άψυχα», απάντησε εκείνος, σπρώχνοντας την ελαφρά μέσα στο όχημα.
«Το Πάσχα είναι μικρό, μη χάσουμε την φιέστα.»
Συνέχισαν τον δρόμο τους περνώντας την κορφή. Κάτω απ´ την ομίχλη, που αραίωνε, φάνηκε η θάλασσα. Κόσμος είχε συγκεντρωθεί στο λιμανάκι αναμένοντας το κάψιμο του Ιούδα εν πλω. Στην επιστροφή εκείνος επέλεξε τον παραλιακό δρόμο, απέφευγε να ακολουθεί δυο φορές την ίδια διαδρομή. Ήταν κι ο φόβος μήπως ο άνεμος κλέψει καμία σκέψη της και γίνει δέντρο ή ένα βουνίσιο πετούμενο φυτέψει κάποιο ξεχασμένο άγγιγμα στον βράχο. Προτιμότερη είναι η πορεία πλάι στα ψάρια που ξεχνούν.
Η Μίνα Μοίρου μεγάλωσε στην Αγία Άννα της Εύβοιας και μετά από μικρές περιπλανήσεις, ζει με την οικογένειά της στην Ικαρία. Είναι ψυχολόγος και Εκφραστική Θεραπεύτρια Μέσω Τεχνών, ενώ φοιτά στο ΠΜΣ Δημιουργική Γραφή του Ε.Α.Π. Εργάζεται στον χώρο της εκπαίδευσης και ειδικής αγωγής. Έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και το θεατρικό παιχνίδι. Η δημιουργική γραφή, όπως και άλλες μορφές τέχνης, αποτελεί για εκείνη μια ανάγκη και ένα εσωτερικό θεραπευτικό ταξίδι. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
