Κρίκοι ελευθερίας

Γράφει ο Αντώνης Τσόκος

Διανύουμε μια εποχή που το μέλλον τελεί υπό ομηρία· δεμένο με τα λάθη του παρελθόντος και υπνωτισμένο από την απραξία του παρόντος. Ο ποιητής, ξένος μέσα στον ίδιο του τον τόπο, νιώθει την ανάσα του να μικραίνει, την πορεία του να εκτρέπεται, τους στόχους του να ξεθωριάζουν. Κι όμως, μέσα σε αυτήν την αδράνεια, γεννιέται η ανάγκη της γραφής· για να σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί.

Γράφει:

Η λεπίδα του φόβου σέρνεται συριστικά πλάι στην αναπνοή. Το στομάχι σφίγγεται και οι αρτηρίες αιματώνονται ταχύτερα· οι παλμοί αυξάνονται. Η όραση θολώνει και τα βλέφαρα, δυσβάσταχτα, σφαλίζουν, όσο το κεφάλι γυρεύει απάγκιο. Η φωνή ισχνή, συνωμοτικά ψιθυριστή, αποζητεί το κανάκεμα του άμυαλου μυαλού που ποτέ δεν μαθαίνει από το πάθος του. Ο κρύος ιδρώτας λούζει το μέτωπο και η ναυτία ζώνει με εκρηκτικά το στόμα. Τ’ αυτιά μετρούν τους χτύπους, όσο η οι τοίχοι στενεύουν, όσο τα όρια κονταίνουν. Απόγνωση; Ανημπόρια; Σημασία καμία. Ό,τι ήρθε, θα φύγει· ό,τι έφυγε, θα ξανάρθει.

Η ποιητική συλλογή «Υπό καθεστώς ομηρίας» ξεκινάει μ’ ένα ανθρώπινο απάγκιο· ένα καταφύγιο φτιαγμένο από φόβο, δισταγμό ή ακόμη και από την αόρατη παραίτηση που σιγοκαίει μέσα μας. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παραδίδεται στη μοίρα, αφήνοντας να τον οδηγήσουν οι σκιές όσων πονούν, όσων δεν τόλμησαν να πιστέψουν στους δικούς τους φόβους ή να αναμετρηθούν με τις αδυναμίες τους. Εκεί, στο μεταίχμιο ανάμεσα στη σιωπή και την αναπνοή, αρχίζει η αφήγηση· μια πορεία από τη λύπη προς την επίγνωση, από το σκοτάδι προς την αποδοχή. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η φιλανθρωπία παρουσιάζεται όχι ως γνώρισμα καλοσύνης, αλλά ως ανάγκη του ανθρώπου να επιβεβαιώσει την αξία του μέσα από τους άλλους. Ένα πλεόνασμα ματαιοδοξίας, μεταμφιεσμένο σε πράξη αγάπης, που φωτίζει περισσότερο τους δωρητές παρά τους λήπτες.

Γράφει: 

Στο Δημοτικό Σχολείο υπήρχε ένα δάσκαλος
που αντί για γλώσσα και αριθμητική
μάθαινε στα παιδιά ν’ ακούν τις μελωδίες τ’ ουρανού

και να ζωγραφίζουν με τα χρώματα της ζωής.

Τα παιδιά χαμογελούσαν και γύριζαν στα σπίτια τους
χαρούμενα και εμπνευσμένα.

Φαίνεται κάποιοι γονείς ενοχλήθηκαν

και τον έδιωξαν από το σχολείο.

Τα παιδιά επέστρεψαν στην ανιαρή τους καθημερινότητα
και κανείς δεν έμαθε τι απέγινε αυτός

ο επικίνδυνα φωτισμένος δάσκαλος.

Σε μια κοινωνία υπό ομηρία, κανένα φωτισμένο μυαλό δεν επιτρέπεται να αναμετρηθεί με το σκοτάδι, καθώς κάθε αμφισβήτηση θέτει σε κίνδυνο το μέλλον του εγχειρήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μοναξιά αναδεικνύεται σε πρωταγωνίστρια· μια αθέατη αλλά πανίσχυρη παρουσία, που κρατά τον άνθρωπο αιχμάλωτο, προστατεύοντας το οικοδόμημα από τις ρωγμές της σκέψης.

Γράφει:

Η ποίηση μαντάρει τους καημούς.

Αλλά τι να σου κάνουν και οι στίχοι,
όταν η μοναξιά έχει ξηλώσει
τα πιο αγνά, τα πιο τρυφερά σου όνειρα;

Η μοναξιά φρουρεί τα ποιήματα της συλλογής σαν άγρυπνη ύπαρξη. Διαπερνά τις ανθρώπινες σχέσεις, στέκεται ανάμεσα στα βλέμματα και τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Στον έρωτα, προηγείται και επακολουθεί, σαν όρκος που δεν μπορεί να καταπατηθεί. Ο έρωτας γεννιέται μέσα της και επιστρέφει σε αυτήν, αφήνοντας πίσω του ένα κενό.

Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν της σιωπής, η ψυχή διψά για ανάσταση — σε οποιαδήποτε μορφή της, μικρή ή μεγάλη. Διψά για τη σπίθα που θα της υπενθυμίσει πως ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της, και πως μόνο έτσι βρίσκει το κουράγιο ν’ αντέξει τους αθόρυβους θανάτους που σβήνουν το φως της καθημερινότητας. Και μέσα σε όλα αυτά, ο άνθρωπος παραμένει έτοιμος να ξαναγράψει τη ζωή του — να ανασυγκροτήσει τα κομμάτια του και να ανακαλύψει νόημα ακόμη και στο πιο μικρό, καθημερινό θαύμα. Το λίγο είναι άθλος. Κι είναι αυτό που κρατά τον κόσμο όρθιο.

Με αυτή τη διαδρομή, ο ποιητής δεν περιγράφει απλώς μια κοινωνική πραγματικότητα αλλά ασκεί κριτική στη διαίρεση και στην κοινωνική ανισότητα που καθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, αποκαλύπτοντας τις αντιθέσεις ανάμεσα στους προνομιούχους και τους καταπιεσμένους. Παράλληλα, προκαλεί τον αναγνώστη να προβληματιστεί, να αναγνωρίσει τη δική του θέση μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο και, ενδεχομένως, να αναζητήσει τρόπους υπέρβασης.

Η ιδεολογία, που κάποτε αποτελούσε δύναμη αλλαγής και πίστης σε συλλογικά οράματα, σήμερα αντιμετωπίζεται σχεδόν ως παιδική ασθένεια — ένα στάδιο αφέλειας που ο άνθρωπος «ξεπερνά» μεγαλώνοντας. Αντί να λειτουργεί ως αντίβαρο στην κοινωνική αδράνεια, μετατρέπεται σε ακόμη ένα γρανάζι του συστήματος· ένα ελεγχόμενο πεδίο εκτόνωσης για τους νεότερους και τους αδικημένους, περιοριζόμενη σε μια πρόσκαιρη επαναστατικότητα, σε μια ψευδαίσθηση αντίστασης που τελικά δεν απειλεί το κατεστημένο. Έτσι, η φλόγα της σβήνει εύκολα — είτε μπροστά στο πρώτο εμπόδιο, είτε με το πρώτο δεκανίκι που προσφέρει το ίδιο το σύστημα, μετατρέποντας την πίστη σε κάτι διαχειρίσιμο και ακίνδυνο. Με παρόμοιο τρόπο και ο έρωτας στην ποίηση του Μπαλτά ανασαίνει κοφτά, σαν να φοβάται τη δύναμή του· λαχανιασμένος, γεμάτος προσμονή και δισταγμό, τρέμει μπροστά στο ίδιο του το πάθος και στέκει στο μεταίχμιο της επιθυμίας και της πράξης, σαν να μην αντέχει να ολοκληρωθεί, γιατί γνωρίζει πως η πραγμάτωση ισοδυναμεί με το τέλος του ονείρου. Έτσι, μένει μετέωρος ανάμεσα στη φαντασίωση και στην πραγματικότητα, και όπως και η ιδεολογία.

Η ποιητική συλλογή «Υπό καθεστώς ομηρίας» κινείται στο μεταίχμιο δύο κόσμων: του αδρανούς παρόντος και του εγκλωβισμένου μέλλοντος, αποτυπώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στον μαρασμό και την επιθυμία για άνθηση. Ο ποιητής μετατρέπει την ομηρία σε πράξη δημιουργίας, κάθε ποίημα λειτουργεί σαν κρίκος που σπάει τα δεσμά, ανοίγοντας δρόμους προς την ελευθερία, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην ίδια αυτή απελευθέρωση. Αλλά, όπως γράφει ο Δημήτρης Μπαλτάς στο τελευταίο ποίημα της συλλογής:

τι να σου κάνουν και οι στίχοι,
όταν η μοναξια έχει ξηλώσει
τα πιο αγνά, τα πιο τρυφερά σου όνειρα;