
Μικρά συναξάρια
για την ποίηση του Ρίτσου
Ι.
Τὸ σῶμα -λέει-
στὴ γενική: τοῦ σώματος
καὶ γενικὰ τὸ σῶμα
ἄλλη λέξη πυκνότερη δὲν ἔχω
παίρνω τὴ νάϋλον σακούλα
μπαίνω στὰ λαϊκὰ ἑστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
γιὰ τὶς ἄγριες γάτες τῆς γειτονιᾶς
στὰ διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω μὲ τοὺς μουσικοὺς
στὰ σκοτεινὰ παρασκήνια-
τί ἀπέραντη ἀπόσταση διανύω
ἀπ᾿ τὸ σῶμα σου
ἕως τὸ σῶμα σου.
Κάθε πρωί φοράει τα καλά του ρούχα, παίρνει αγκαλιά την ξύλινη κιθάρα, την σπασμένη και βγαίνει στους δρόμους. Όλοι τον ρωτάνε γιατί να κουβαλάει μια σπασμένη κιθάρα, μα εκείνος δεν αποκρίνεται, όχι εκείνος δεν αποκρίνεται, μόνο λέει χαμηλόφωνα σε όποιον τον ρωτά, είναι πολλά παραπάνω. Ύστερα βγαίνει από τη νότια πύλη και αφήνει πίσω του την πολιτεία. Αυτόν το δρόμο τον ονομάζει λεωφόρο της ματαίωσης και τον έχει σημαδέψει μες στους χάρτες του νου του, σαν την ύστατη, τη στερνή του ελπίδα. Τον ραίνουν τα βελόνια τ’ουρανού, στα πόδια του μπερδεύονται νερά, ποιος ξέρει από τι μακρινές νεροσυρμές. Μα εκείνος όλο προχωρεί, πίσω δεν κάνει, η κιθάρα του πεθαμένη, ο κόσμος σπασμένος, σπαράγματα και πράγματα τσακισμένα. Μα εκείνος όλο προχωρεί πίσω δεν κάνει. Επειδή εντός του, λέει χτυπά σαν καρδιά η φλέβα ενός μεγάλου και αδιαπραγμάτευτου σκοπού. Κάθε μέρα που οι άλλοι γελούν μαζί του, κάθε μια ξεχωριστή μέρα, εκείνος μες στη φθινοπωρινή την πύρα, τον δρόμο παίρνει. Δεν ξέρει πού πηγαίνει, μονάχα ακράδαντα πιστεύει πως ο δρόμος αυτός, αν τάχα κατορθώσει να τον διαβεί ως το τέλος, βγάζει ως το σώμα του άλλου, που ‘ναι και σώμα δικό του. Τι ωραίος και μεγάλος σκοπός, ποτέ μου δεν είδα μεγαλύτερο. Ένα επιχείρημα για να κρατιέται όρθιος ο κόσμος, για να αντέχει αυτός ο ίδιος, καθώς με ένα ασυλλόγιστο, θανατηφόρο και μάταιο θάρρος όλο προχωρεί. Και είναι μονάχα αυτός και άλλος κανένας που ξεχωρίζει μες στων πουλιών τις φωνές, παράξενη , λέει μουσική που αφήνει ο καιρός πάνω στα λιθάρια.
Είναι βέβαιος, η πεποίθησή του γερά κρατιέται μες στο νου του. Αν τάχα το βάλει σκοπό ποτέ να μην λυγίσει, ίσως στο τέλος της διαδρομής να ανταμώσει εκείνον τον άλλο, ίσως να θυμηθεί τ’αλφαβητάρι τ’αγγίγματός που βγάζει ίσια στο σώμα του, το πιο δικό του. Και έτσι, βαδίζοντας απάνω στα ποιήματα, σκαρφαλώνοντας σε ρουμάνια και δυσπρόσιτα φαράγγια, μονάχος του, με μια σπασμένη κιθάρα οπλισμένος, θα στήσει ξανά στα πόδια του, το πάθος και την αθωότητα του κόσμου ετούτου. Μόνο να βρει το σώμα του, μονάχα ετούτο που κάποτε θα τον συντροφέψει στην έξοδο από τον κόσμο. Μονάχα να του υποδείξει κάποιος τους μυστικούς κανόνες και όλα θα γίνουν.
Μέχρι τότε, κοιτάξτε τον, τέτοια ώρα από τη γειτονιά μας περνά. Είναι εκείνη η ώρα που τσακίζεται η εγκράτεια πάνω στα μέλη μας, είναι η ώρα που σημαίνει επιτέλους ο καιρός, λέει της μεγάλης και ανόθευτης αγάπης. Αν θέλετε να ξέρετε τι ώρα είναι, πάντα 5 η ώρα.
Όσο για τους μουσικούς, μην αναρωτιέστε. Για εκείνον παίζουν τα ακόρντα που τους υπαγορεύουν αρχαία πεντάγραμμα με χαμένα τα κλειδιά.
ΙΙ.
Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.
Όχι, όχι, ο ποιητής δεν τρέχει στις ακτές των έρημων κυμάτων. Όχι, όχι, η ποίηση είναι κάτι παραπάνω από μια ανάγκη, κάτι περισσότερο από μια στράτευση. Είναι αυτό το στοιχείο της το πιο εσωτερικό που κρατάει αλώβητη την αυθεντικότητά της. Επειδή λέγοντας ποίηση, εννοούμε τόσα μοιραία και απλά πράγματα, το λευκό από ένα κρινάκι, μια κραυγή ζώου, τον θόρυβο που δεν τον ακούς, το χρώμα που δεν αντικρίζεις. Η ποίηση μιλάει για πράγματα που νιώθονται , για το πέπλο μιλά που κάποιος τραβάει, αποκαλύπτοντας τα πράγματα σε μια διάσταση μέχρι πριν κρυμμένη. Η ποίηση δίνει μια και τσακίζει την πνευματικότητα μιας ολόκληρης εποχής. Ένα τελάρο πέφτει και σωριάζεται πάνω στα κεφάλια των ανυποψίαστων καθώς αμέριμνα καταβροχθίζουν μεγάλα κομμάτια λογικής.
Βρίσκει καταφύγιο εκεί που κανείς δεν το περιμένει, βρίσκει καταφύγιο αλλού, σε άμυνες και οικειοποιήσεις πρωτόγνωρες. Θα την βρεις μες στην αθωότητα μιας κίνησης τόσο απλής και αδιακόσμητης, όπως σ’ ένα γόνατο που σχηματίζει μια γωνιά μες στις πρόζες της ζωής μας, εκεί που μας ανταμώνει η άνοιξη και το στοίχημα της αθανασίας επιτέλους κερδίζεται. Η ποίηση φύεται στο δέρμα σου, πρώτα εκεί.
Η ποίηση σαν άγριο ζώο, σε πλησιάζει μια ανύποπτη στιγμή, μπλέκει στα πόδια σου. Μες στα μάτια του, κάτι από το άπειρο.
Μια αρχαία νύχτα
Γιάννης Ρίτσος
Μονεμβασιά, Φθινόπωρο, πριν από μερικά χρόνια. Μια χαμηλή καταχνιά τριγύρω από την θαλασσόβρεχτη την πολιτεία, βουβά κανόνια και υποστατικά. Ψηλά επάνω, μες στην καταιγίδα το παλιό ξωκλήσι, ιερό και όσιο της πολιτείας. Δυο δρόμους παραπάνω εφάνηκαν οι ίσκιοι δυο παιδιών. Ίσαμε να πέσει ο ήλιος στο πέλαγο θα ‘χουν σφαλίσει τα μάτια της αθωότητας με τα αδρά, τα τρυφερά τους χέρια. Έπειτα σιγή και μόνον μια βοή ανέμου , σαν του στρατοκόπου το αδιάφορο το σφύριγμα, πάντα έξω από το ρυθμό και το χρόνο. Ετούτη εδώ η πολιτεία ανήκει στα αδέσποτα. Τα βλέπεις που παίζουν με τα πολύ παλιά τα πράγματα, έπειτα σαν να να θυμώνουν τραβιούνται πιο πέρα. Ίσως να θέλουν να ονειρευτούν ή πάλι κάτι να τους τρώει τις καρδιές. Κανείς δεν ξέρει, μόνο που διψάνε για ανθρώπου χέρι, μόνον αυτό θα μένει.
Προχώρησε προς τη μικρή πλατεία. Ένας προβολέας φώτιζε το μπρούτζινο κανόνι και όλα τα άλλα τα κατόρθωνε μοναχή της η θάλασσα.
Είχε πάρει να ταξιδεύει όταν άκουσε πίσω του βήματα. Όχι φωνές ανθρώπων, μόνο τα χνάρια κάποιου που ερχόταν, από χίλιους δρόμους ερχόταν. Έχει στην καρδιά του το υψηλό και τ’ονειρικό, για αυτό και δεν αντέχει παρά μόνον πλάι στα ποιήματα και τις πέτρες και τα χρώματα του μικρού του σπιτιού. Υποθέσεις θα πείτε, καμιά βεβαιότητα. Μια ευωδιά έπεσε τριγύρω, σαν ν’άνθιζε λέει της νύχτας το λουλούδι. Και έπειτα μια μικρή φωτιά τσάκισε λίγο σκοτάδι και ύστερα σιωπή. Θα την ράγιζε η φωνή εκείνου του ξένου.
Θα ‘πρεπε οι άνθρωποι να μιμούνται τις ζωές των πραγμάτων. Να θαυμάσουν, θα’πρεπε το θάρρος και την αξιοπρέπειά τους όταν γέρνουν να πεθάνουν. Και αυτή εδώ η πολιτεία πεθαίνει, ξέρετε, νεαρέ. Πάει καιρός που κρατιέται, τόπος των ζωντανών και των νεκρών μαζί, μα τώρα σώθηκε ο καιρός. Το ξέρετε πως δεν απέμεινε κανείς εδώ απάνω; Μήτε ένας δεν υπάρχει να ανηφορίσει για να χτυπήσει τις καμπάνες. Τι τα θέλετε, η Ρωμιοσύνη νεαρέ, μα να μην την κλαίτε. Έχει τόση νοσταλγία για να αντέξει μες στις τσέπες του πανωφοριού της, δεν τη φοβάμαι, νεαρέ, δεν τη φοβάμαι. Την καρδιά μου, όμως , αυτήν δεν την εμπιστεύομαι. Ξέρετε, μες στους ποιητές κατοικεί ένας δαίμονας. Και είναι αγώνας μεγάλος, αγώνας ανθρώπινος και υψηλός, να ανακαλύψει κανείς την θεϊκότητα, με πίστη προφήτη να περάσει, λέει στην εποχή της αγάπης του.
Ο άλλος δεν μιλούσε, μόνον π’άκουγε τον ήχο της καμπάνας της παλιάς εκκλησιάς, ολοένα και καθαρότερο να ‘ρχεται μέσα από τις φυλλωσιές. Ένας ο κόσμος και αδιαίρετο το θαύμα, νεαρέ. Μην το ξεχάσετε ετούτο, όταν τα χρόνια θα σας παρασέρνουν στα ξερονήσια. Μήτε όταν άρρωστος και καταβεβλημένος θα προσμένετε στην αρχαία την προκυμαία. Κρατήστε ένα ποίημα στην τσέπη του σακακιού σας, ακούστε με, θα σας χρειαστεί. Ένα ποίημα μικρό, όχι κάτι μεγάλο και πομπώδες, συναρμολογημένα κομμάτια ελπίδας, νεαρέ.
Και τότε εκείνα τα παιδιά ξαναφανήκανε. Οι σκιές τους μεγάλωναν πάνω στους τοίχους και τα κλειστά παράθυρα. Ω, οι σκιές τους, πόσο μακρινές πια από την αθωότητα. Μα για αυτό ετούτη η ιστορία τοποθετήθηκε. Μένει να σας μεταφέρω, με τ’ακριβή λόγια, όσα τραγουδούσαν τα παιδιά τρέχοντας τριγύρω και γελώντας.
Δω πάνω είχε νυχτώσει από νωρίς. Διάφανη νύχτα,απέραντη σα
μέρα· — ο ασαφής ελαιώνας,τα χόρτα, ανάμεσα στα μάρμαρα,
καμένα απ’ τον ήλιο,γυμνό το θέατρο, κρεμασμένο στην πλαγιά.
Καταγήςμεγάλη ασπίδα, πεταμένη ανάποδα. Αν βρέξει
θα γεμίσει νερό· θά ’ρθουν να πιουν τα σπουργίτια,
το ελάφι, το λιοντάρι, ο ταύρος, η Χρυσόθεμις,τα τρία σκυλιά του
δασοφύλακα και το φεγγάρι.
Και αυτό το παιχνίδι, κρατούσε όσο να διαβεί η νύχτα. Και ο νεαρός βούρκωνε και η νύχτα, αρχαία πάντα, έβαφε σιγανά, απαλά με ένα υπόκωφο μπλε του κοβαλτίου, τις μακριές της βλεφαρίδες. Όταν πια ξημέρωσε ο Γιάννης Ρίτσος είχε στεγαστεί μες στο στερέωμα, γλαυκός και αυτός σαν πρωινό και σαν δροσιά, σπάνια.
Απόστολος Θηβαίος
