
Όχι, δεν είναι ένας μικρός Ναυτίλος, είναι κάτι περισσότερο
Οδυσσέας Ελύτης
2 Νοεμβρίου 1911 – 8 Μαρτίου 1996
[…στα ηχεία κάτι δοξαστικό, μια μουσική συνώνυμη του ήλιου…]
Ὁ μικρὸς Ναυτίλος
Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.
μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.
[…Πήγαινε καιρός που ‘χε διαβάσει ετούτο το μικρό τ’απόσπασμα. Από τότε πέρασαν χρόνια, οι λέξεις ξεχαστήκανε. Και ο κόσμος, και αυτός ακόμη έπαψε να’ναι μαγεμένος και μαγικός. Η πολιτεία σπαράζει τα όνειρά σου, ήσυχα, σιωπηλά, αναπάντεχα τα πράγματα μέσα σου πεθαίνουν και χάνονται. Έτσι είναι τα πράγματα και μοιάζει αδύνατο να αλλάξουν.
Ο καιρός βροχερός και οι άνθρωποι σκοτεινοί, σκέφτηκε. Όλοι, εκτός από εκείνο το κορίτσι που διασχίζει την πολύβουη λεωφόρο. Ωραία, ως άστρο, φευγαλέα σαν τη στιγμή που εξατμίζεται, μια λεπτομέρεια που διέφυγε της προσοχής σου και δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά.
Είπε, αυτή θα ‘ναι η ποίηση που τριγυρίζει αδέσποτη και ωραία μες στους δρόμους, η ποίηση που ζητάει όλο σου το είναι, που παγώνει το χρόνο, η ποίηση που ντύνει τους φτωχούς και τους ονειροπόλους ετούτου του κόσμου με ένα ρετάλι από τον σκισμένο ουρανό. Και ευθύς χίμηξε ξοπίσω της, παραμερίζοντας τόσα και τόσα εμπόδια.
Μα είχε κιόλας χαθεί. Εκείνο το κορίτσι από τα μάτια του κόσμου κρύφτηκε. Όμως η γραμμή του προσώπου της συνεχιζόταν στα σπίτια, τους ανθρώπους, στα στενά που κόβουν την πόλη σε δεμάτια. Ο ρυθμός της, ένα είδος αφοσίωσης που δεν στερεύει απλωνόταν πάνω από τα ανθρώπινα, ο κόσμος πρωτότυπος, πάντα μες στις συμπληγάδες της αλήθειας και της ομορφιάς.
Έκατσε και έκλαψε. Ο κόσμος τον προσπερνούσε, ένα παιδί μόνο στάθηκε τον ρώτησε, γύρω του, πάνω του, μέσα του παντού, όσο χιόνιζε ο χρόνος αδιάκοπα. Δεν είπε τίποτε, μόνο πήρε το πρόσωπό του μες στα δυο του χέρια, το παιδί σαν να κατάλαβε και τ’άφησε μες στη χούφτα του το ολόλευκο βότσαλο που ‘χε συντροφιά του.
Και τότε ο άνδρας εκείνος κατάλαβε, ευθύς οι πραγματείες συμπληρώθηκαν και τόσοι χρησμοί αρχαίοι εκπληρώθηκαν, ο κόσμος π’αστράφτει όπως μετά στην βροχή, γέμισε τον αδειανό αέρα, μέσα του φώλιασε. Το αιφνίδιο φως πλημμύρισε τη ζωή του και είδε από παντού χιλιάδες κορίτσια σαν και εκείνο, πίσω από ολόχρυση δόξα.
Και κατάλαβε πως ήταν από ποίηση καμωμένη η λύπη και η απαντοχή του. Όρμησαν στον ουρανό χίλιοι χαρταετοί, μόνο για εκείνον, κάτι σαν την εντύπωση που εξατμίζεται και με έναν στίχο, με μια ευχή από την αρχή καινούρια υψώνεται…]
Ξύπνησε τρομαγμένος. Δεν ήταν εφικτή όλη αυτή η ομορφιά, συλλογίστηκε. Μια μουσική αναδυόταν από κάπου, δειλή, χαμηλωμένη. Η μουσική, λέει μπαλάντα του απείρου.
Η δροσιά
[…από το ποίημα του Ελύτη, “Η Οδύσσεια”. Στα ηχεία τα ορχηστρικά της φαντασίας. Μαξ Ρίχτερ…]
[…Κι όπως έχουν να λένε
δυο φορές το χρόνο
στις Ισημερίες
μικρά
λευκά παιδιά
μηδαμινά στο ζύγι
έπεφταν συνεχώς σαν απαλές
νιφάδες
και με το πρώτο που άγγιζαν
έλιωναν κι έμενε η δροσιά…]
Και μες σ’αυτήν την πυκνότητα, φάνηκε τ’άστρο μιας ποίησης μυθιστορηματικής. Μιας ποίησης που σε βρίσκει ανυπεράσπιστο και σε συντρίβει, εσένα τον μικρό μες στο ανεξίτηλο το θάμπος της ζωής σου. Όχι, όχι δεν είναι τίποτε όπως φαίνεται. Δεν είναι η νύχτα ετούτο που παλιώνει μες στον κόσμο, όχι δεν είναι η πόλη, που ταξιδεύει στους δρόμους μοναχή της.
Όλα σημαίνουν κάτι περισσότερο, όπως ας πούμε, τα παιδιά που πέφτουν σαν νιφάδες χιονιού, όπως ας πούμε ολόκληρο το σύμπαν που ζυγίζει “μηδαμινά” μες στα δυο σου χέρια. Τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται, το φως μπορεί και μεταμορφώνει ένα κοινότυπο πράγμα, έναν ανεμοδείκτη, έναν ανεμόμυλο, ένα λυχνιστήρι, τη σκόνη πάνω στο περβάζι του κλειστού παραθυριού.
Όλα έλιωναν μες στη δροσιά και η μουσική που εντεινόταν κάτι ψιθύριζε σε ολόκληρο το σύμπαν.
Αιώνια Πόλη
Πιερ Πάολο Παζολίν
5 Μαρτίου 1922 – 2 Νοεμβρίου 1975
[…στα ηχεία Arturo Cadelus…]
“Ο κινηματογράφος αναπαράγει διαρκώς το παρόν”, γράφει στα “Κουρσάρικα Γραπτά” του. Από τότε μεσολάβησαν πολλά μα ένα είναι βέβαιο. Στην ιταλική κοινωνία η ατιμώρητη δολοφονία του Πιερ Πάολο Παζολίνι μοιάζει με μια σκηνή που δεν έπαψε ποτέ να επαναλαμβάνεται. Εκείνο το ξημέρωμα, κάπου στην Ρώμη της πιο ανείπωτης φθοράς γεννιούνται τα αρνητικά της ζωής του. Η ύστατη σκηνή, του φιλμ που απέμεινε να προβάλλεται σε εκείνο τον ρωμαϊκό σκουπιδότοπο. Δεν θα χαρίσει ποτέ στους θεατές μια αίσθηση ανακούφισης. Μόνο που θα επιβεβαιώνει τώρα και πάντα πως ο σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεν πέθανε από τα χτυπήματα ενός αγοριού αλλά από τις δολοφονικές πρακτικές των παρακρατικών που έπνιξαν στο αίμα την μεταπολεμική Ιταλία.
Ακόμη αν είχαν ήδη λάβει την απόφαση να τιμωρήσουν παραδειγματικά εκείνον τον ανένταχτο, ακόμη και αν έφεραν εις πέρας το εφιαλτικό σχέδιο, ακολουθώντας μια κλίμακα από τη δολοφονία ενός χαρακτήρα ως την εκδικητική, μανιώδη πολτοποίηση του κρανίου του, ο Πιερ Πάολο κέρδισε το στοίχημα και εκπλήρωσε εκείνο που γράφει στις “Παρατηρήσεις για τις σεκάνς”.
[…Είναι λοιπόν απόλυτα αναγκαίο να πεθάνουμε, γιατί όσο είμαστε ζωντανοί, δεν έχουμε νόημα και η γλώσσα της ζωής μας δεν ερμηνεύεται: ένα χάος από δυνατότητες, μια αναζήτηση σχέσεων και νοημάτων χωρίς λύση της συνέχειας. Ο θάνατος επιφέρει ένα κεραυνοβόλο μοντάζ της ζωής μας…]
Οι ποιητές, είπαν μες στην καρδιά της εποχής μας, “φυσούν κόντρα στα πανιά της λογικής μας σάλπιγγες του ωραίου και του ανέφικτου που ηχούν”.
Θάνατος στην Βενετία
Μπιορν Άντερσεν, Λουκίνο Βισκόντι
Τώρα πια, το ομορφότερο αγόρι του κόσμου δεν μένει πια εδώ. Τ’αγόρι που λάτρεψε τόσο ο Γκούσταφ Φον Άσενμπαχ περνάει στην ιστορία. Εμείς κρατάμε το βλέμμα του, παγωμένη σεκάνς, μια γλώσσα βουβή μες στην πόλη που πεθαίνει. Η Βενετία σε απόλυτη παρακμή, το καλοκαίρι που ταξιδεύει όλο και μακρύτερα, η τέχνη που σβήνει, τ’όνειρο που ξεφτίζει. Δεν υπάρχει τίποτε έξω από την ομορφιά για εκείνον, ο κόσμος όλος σωπαίνει. Τελευταίος στίχος εκείνο τ’αγόρι, ξανθό, με έναν ήλιο μπλεγμένο ακόμη μες στα μαλλιά του, ολόκληρο μια αθωότητα που χάνεται. Ένα ποίημα που πλανάται στα μονοπάτια της παλιάς πόλης, όσο ο χρόνος παλεύει να διασώσει κάτι από όλη αυτήν την φαντασμαγορία.
Αν όπως λένε, οι νεκροί επιστρέφουν με κάποιον τρόπο μες στη ζωή τους, τότε ίσως κάποτε στο μέλλον, πίσω από τα βενετσιάνικα τείχη, να προβάλλει εκείνο τ’ωραίο παιδί, ικανό με το θάνατό του τη ζωή μας να εκφράσει.
Σαν σήμερα ο Λουκίνο Βισκόντι αντικρίζει για πρώτη φορά τον κόσμο και σαν από κάποια παράξενη σύμπτωση, ο Μπιορν Άντερσεν διαλέγει τούτο το φθινόπωρο για να περάσει στην αιώνια και απρόσιτη πια Βενετία. Και έτσι απλά, γίνεται μια σύντομη και μεγαλειώδης παράγραφος στην ιστορία της έβδομης τέχνης.
Water Mellon
σκετς
(Πολύβουη παραλία, τρανζιστοράκια, παιδιά, λουόμενοι, κορίτσια, βάρκες που δένουν, άλλες που φεύγουν, ένας γνώριμος κόσμος, πολύ μακρινός είναι η αλήθεια τώρα που σας τον διηγούμαι. Μια οικογένεια στο επίκεντρο, πολύχρωμη ομπρέλα σε πλάγια τοποθέτηση, τάπερ, ψάθες, ένα ολόκληρο οπλοστάσιο φροντίδας και πρόληψης. Η γυναίκα ανοίγει το τάπερ, φωνάζει στα παιδιά που παραμένουν εκτός σκηνής. Την λένε Ελένη, πώς αλλιώς. Και εκείνον Ντίνο. Θα ‘θελα να ‘ταν δυο πρόσωπα ολότελα απροσδιόριστα μα αυτό θα χρειαζόταν πολλές και επαναλαμβανόμενες σεκάνς ώσπου να γκρεμιστούν τα πράγματα τα πιο συμβατικά.]
Ελένη: Χρήστο, Σοφούλα, ελάτε! Καρπούζι! Που σας αρέσει! (κραδαίνει το πιρούνι με μια φέτα καρφωμένη)
Ντίνος: (της κατεβάζει το χέρι άγαρμπα) Μα τα’χεις με τα σωστά σου;
Ελένη: Τι έκανα βρε Ντίνο μου πάλι; Καρπούζι τους λέω να φάνε.
Ντίνος: (κοιτάζει τριγύρω, της λέει εμπιστευτικά) Δεν άκουσες τι έγινε;
Ελένη: Όχι, για πες (ειρωνικά)
Ντίνος: Ένα κορίτσι λέει, είχε στολίσει το μανίκι του με ένα καρπούζι. Και τώρα το ψάχνουν γιατί αντίκειται λέει στα συμφέροντα του κράτους.
Ελένη: Τι μου λες!
Ντίνος: (παραβλέπει την ειρωνεία της με μια έκφραση) Καλά, γέλα εσύ. Το ζήτημα είναι ότι απαγορεύτηκε το καρπούζι. Ή πάλι, επίκειται εντός των ημερών να…
Ελένη: Και άλλο “επίκειται”. Πολλά επίκεινται εντός των ημερών, γλυκέ μου.
Ντίνος: Θα βγει στην παρανομία, το λοιπόν.
Ελένη: Το καρπούζι; Θα βγει στην παρανομία; Είσαι βέβαιος; Δηλαδή, εμείς τώρα τρώμε έναν παράνομο; (σκάει στα γέλια)
Ντίνος: Να, αυτό είναι που με δαιμονίζει με σένα. Που δεν λαμβάνεις στα σοβαρά τα ζητήματα. Βρε παιδί μου, σου κάνει κόπο να μην το φωνάζεις; Θέλεις να μας πάνε μέσα μεσημεριάτικα; Τι θα πούμε στα παιδιά, στη μητέρα που μας περιμένει για φαί, τι θα πούμε;
Ελένη: Ε, είναι και η μητέρα. Και το φαί. Και τώρα έχουμε ανάμεσά μας και έναν δραπέτη, έναν παράνομο. Ρε πώς έμπλεξε έτσι η ζωή μας;
Ντίνος: Κρύφτο σου λέω! Παράμερα! Καλύτερα να το πετάξουμε δηλαδή, αν με ρωτάς (το μαζεύει)
Ελένη: Και το τάπερ βρε Ντίνο; Πάει η σειρά!
Ντίνος: Μα τώρα τη σειρά θα βλέπουμε; Εδώ κρίνεται η ελευθερία μας. Η αξιοπρέπειά μας Ελένη, το ήθος του καιρού μας.
Ελένη: Από το καρπούζι πάντα! Από μια παραγεμισμένη κολοκύθα με νερό!
Ντίνος: Ναι, από το καρπούζι! Και το νερό, καθώς λες, θα μας πνίξει αγάπη μου, πάνε τα όνειρά μας.
(Η Ελένη σηκώνει μια φέτα πεπόνι και το κραδαίνει πάλι, πιο ζωηρά ίσως τώρα.)
Ελένη: Χρήστο, Σοφούλα, ελάτε καλέ! Water Mellon! (στρέφεται στον Ντίνο) Τους την έφερα για τα καλά ε; (ξανά προς τα παιδιά) Ελάτε, water mellon! (προς τον Ντίνο) Και όνειρα, Ντίνο μου!
Ντίνος: Είσαι εσύ μία! (Τη φιλάει στο μάγουλο και βυθίζεται στην αθλητική εφημερίδα)
Α.Θ
