Νάνα Παπαδάκη | Αρχέγονη | Εκδόσεις Μελάνι

Γράφει ο Βασίλης Ρούβαλης

 

Ο λόγος της Παπαδάκη έχει διαμορφωθεί σε μια σταδιακή, εξελικτική πορεία ανάμεσα σε ποιητικές αφορμήσεις, με εκφραστική διάθεση σε στιγμιαία διαδικασία, αλλά κατά το πλείστον γύρω από τη «φωνή» της δρώσας σκέψης, της αφηγήτριας αυτών των ψελλισμάτων. (Ως προς αυτόν τον χαρακτηρισμό των κειμένων της, πρόκειται ασφαλώς για τη διατύπωση μιας ισχυρής νοηματοδότησης σε ολιγόστιχα ποιητικά σχήματα, όμοια με σύντομες ηχητικές φράσεις).

Είναι η τέταρτη απόπειρα επίσημης, εκδοτικής παρουσίας της συγγραφέα. Όπως στις πρότερες προτάσεις της, από το 2011, φροντίζει να οριοθετήσει την υφή των στίχων της ως ένα σύνολο λογισμών, απ’ όπου εκτυλίσσεται ο συμπαγής ψυχισμός της. Ετούτο κάνει πιο ενδιαφέρουσα την αναζήτηση της πορείας της. Το σκηνικό φόντο που επιθυμεί, διαφέρει σε κάθε προηγούμενη περίσταση. Αναζητείται κάθε φορά η ορθότερη διατύπωση της ποιητικής της: ο θάνατος «αντιστέκεται» με το εγχειρίδιο του φόβου, η προσδοκία της ζωής αναπνέει αναλλοίωτη καθώς η γνώση του Είναι διευρύνεται μέσα από την εμπειρία του κόσμου. Οι στίχοι εδώ (ΚΔ, σ. 32), επιβεβαιωτικοί:

«Μα, δεν μιλάς./ Μιλιέμαι από εμένα./ Συμβαίνει μες στον λόγο./ Η σάρκα μου λέει τον εαυτό της./ Η σκηνή είναι ο τόπος μου./ Είμαι όλη μια άσκηση θανάτου».  

Το ένστικτό της ποιήτριας κινείται μακρύτερα. Επιβεβαιώνει την έννοια του χρόνου, μέσα από το πρίσμα της κατακτημένης ή προσεγγίσιμης γνώσης, όπου η αλήθεια του μετασαρκώνεται σε συνείδηση. Μέσα από τον απλό, κοφτό τόνο καταγραφής αυτής της στοχαστικής θέσης η Παπαδάκη δηλώνει (ΚΣΤ, σ. 34):

«…Παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι μόνο τρόποι να/ κοιτάμε/ την ύπαρξη, το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου»

και

«Η νύχτα θρέφει το δέντρο» (Μ, σ. 48).

Το τρίπτυχο της χρονικής διάρκειας, το ατέρμονο στοιχείο της ύπαρξης καθορίζει συνολικά το πλαίσιο της ποιητικής της. Δεν είναι εύκολη η διαχείριση αυτή, καθώς στις δύο προηγούμενες συλλογές διασταυρώνονται τα δεδομένα στα οποία επικεντρώνεται: στην έκδοση των Δώρων της Αγρύπνιας (Αστάρτη, 2013) είναι αδιευκρίνιστη έως έναν βαθμό, αταυτοποίητη ίσως, η συναντίληψή της για το δώρο της Ύπαρξης – στην προηγούμενη (Encore. Το πένθος της Οδύσσειας, 2018) επανέρχεται το σημείο μηδέν που είναι ο θάνατος ενώ η στιγμή έχει συγκεκριμένες, αναλλοίωτες, «ακίνητες» συντεταγμένες στην περιπλάνηση για την ύπαρξη. Εν προκειμένω, όμως, στην Αρχέγονη, η ωριμότερη διαχείριση της εκφραστικής ανάσας της Παπαδάκη είναι περισσότερο απτή, η πρόθεσή της σταχυολογημένη όπως και διαυγέστερη πλέον η προσέγγισή της από τον συστηματικό αναγνώστη. 

Το βιβλίο προσεγγίζεται, επιπλέον, ως μια αδιάλειπτη σκηνική παρουσίαση. Τα «ψελλίσματα», ως αρχικός χαρακτηρισμός της στιχουργίας της Παπαδάκη, αποτελούν μια καθόλου τυχαία αίσθηση μιλημάτων ανάμεσα σ’ ένα αχρωμικό πλαίσιο και μια φιγούρα κινούμενη ή στατική όπου τονίζει τις βεβαιότητές της. (Είναι κάτι που οι συνήθως φιλολογίζουσες κριτικές αποτιμήσεις κατανοούν δύσκολα σε περιπτώσεις ανάλογων προθέσεων). Η συγγραφέας γράφει ποιήματα, ωστόσο, με τον καλλιτεχνικό ψυχισμό της να κυριαρχεί η θεατρική πράξη του λόγου. Κι ετούτο δεν δύναται παρά να επηρεάζει την όψιμη ποιητική φυσιογνωμία της στην Αρχέγονη και δευτερευόντως στις υπόλοιπες τρεις συλλογές της (πρώτο βιβλίο: Ποιήματα +1, 2011).

Η Παπαδάκη διανύει τον κύκλο της τέχνης του λόγου με αναντίρρητες επιρροές από τα αναγνώσματά της – τον Σέξπιρ, τον Μπέκετ, τους άλλους ολιγόλογους μα πολύνοους συγγραφείς που διαβάζει με ανάσες στα χρόνια της παρουσίας της στη σκηνή ως ηθοποιός είτε ως σκηνοθέτιδα. Ο λυρισμός της είναι μετριασμένος, με ισορροπίες μεταξύ νοήματος και γοητευτικής άφεσης στη δύναμη των λέξεων. Ενώ, η σύντομη και πυκνή διαχείριση της στόχευσής της στην έκταση του κάθε στίχου, φαίνεται προϊόν της τριβής της με ποιητές ωσάν τον Ιβάν Γκολ, τον Ε.Χ. Γονατά ή τον Αργύρη Χιόνη και τον Τσέζαρε Παβέζε (ενδεικτικά αναφερόμενοι, ως αντιστοιχήσεις του τρόπου που επιλέγει η ποιήτρια). 

Κάθε βήμα στη συνέχεια θα είναι στιγμή εξέλιξης της φωνής της Παπαδάκη, εφόσον οριστεί αυτή η συλλογή ως σημείο εναρκτήριο μιας διαδρομής με ακέραιο παρονομαστή. Αυτό, περίπου αυτό, υπόσχεται σ’ ένα από τα στιχουργήματά της (ΜΣΤ, σ. 54), όπου σημειώνει:

«Είναι ζωντανή./ Έχει σώμα, νόημα και εαυτό./ Γεννάει το κεφάλι της στον κρότο».