Αλέξανδρος Αδαμόπουλος | Η Monique

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

 Η Monique

Ένας μονόλογος

Αθήνα 2024

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Η Monique

ένας μονόλογος

 

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος 2024

Απαγορεύεται κάθε χρήση τού παρόντος έργου
χωρίς την έγγραφη άδεια τού συγγραφέα.
Η αρχική μορφή τής σκηνικής αυτής εκδοχής
του κειμένου, είναι δημοσιευμένη στο βιβλίο:

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος «Ο Αδάμ και το μήλο»
(Εκδόσεις Οδός Πανός 2020, ISBN 978-960-477-438-8)

 

 Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στο ΕΚΠ, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα στην Αθήνα και παρακολούθησε μεταπτυχιακά –Sociologie Politique– στη Σορβόννη· Paris II, Assas.                                                                  

Υπήρξε ιδρυτής το 1984 και επί μία δεκαετία διευθύνων σύμβουλος τής μη κερδοσκοπικής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’, με σκοπό τη διάσωση και διάδοση τού έργου τού συνθέτη. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων, από την ίδρυσή του το 1991, ως γενικός γραμματέας και ως πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και γενικός γραμματέας τού διοικητικού συμβουλίου τού Εθνικού Θεάτρου. Συνεργάστηκε με την Ε.Ρ.Τ, το Γ΄ πρόγραμμα, το Θέατρο Τέχνης, το Κ.Θ.Β.Ε, την Ε.Λ.Σ, το Εθνικό Θέατρο, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βόλου, Β. Αιγαίου και Ιωαννίνων, με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, το χοροθέατρο ‘Ροές’, καθώς και με το Φεστιβάλ Αθηνών, το Υπ. Πολιτισμού, το Μέγαρο Μουσικής, το Künstlerhaus Bethanien Berlin, το Warsaw International Festival ’91, την Norddeutscher Rundfunk Hamburg, το Indira Gandhi International Center for the Arts, την National Academy of Letters N.Delhi, την Frankfurter Buchmesse και το Boğaziçi University Istanbul· όπου εκλήθη και εδίδαξε δις ως επισκέπτης καθηγητής. Οι συλλογές διηγημάτων του «Δώδεκα και ένα ψέματα» και «Ψέματα πάλι» μεταφράστηκαν στη Γαλλία, Γερμανία, Τουρκία και Ινδία. Το θεατρικό του «Ο Σιμιγδαλένιος» ανέβηκε σε περισσότερες από ογδόντα διαφορετικές παραγωγές· μεταξύ άλλων στο Εθνικό Θέατρο, στο Κ.Θ.Β.Ε και σε πολλά ΔΗΠΕΘΕ. Παρουσιάστηκε αγγλικά (‘The Spiceman’) στο Wesley College τής Μελβούρνης, και τουρκικά (‘Irmikoǧlan’) στο Κρατικό Şehir Tiyatro τής Κωνσταντινουπόλεως.

alexadam48@hotmail.com 

 

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ (βιογραφικά) Περιοδικό το Τέταρτο, τ.3, Ιούλιος 1985
ΔΩΔΕΚΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΨΕΜΑΤΑ (διηγήματα) Ίκαρος 1992, 2η έκδοση Άγρα 2009
Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ (θέατρο – ποίηση) 13η έκδοση, Εστία 1993
ΨΕΜΑΤΑ ΠΑΛΙ (διηγήματα) Άγρα 1999
ΜΝΗΜΗ ΓΙΑΝΝΗ ΧΡΗΣΤΟΥ Περιοδικό ΜΟΥ.Σ.Α, τ. 7, Μάιος 2000
ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ (λιμπρέτο για όπερα), Εθνική Λυρική Σκηνή 2001
THE MASK IN THE HELLENIC CLASSICAL THEATRE
(International Seminar “Man mind and mask”) Aryan books Intern.-New Delhi 2001
ΑΥΤΟ (διήγημα, στη συλλογή ΧΑΡΙΝ ΠΑΙΔΙΑΣ ) Ίκαρος 2001
ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΚΑΙ Η ΓΙΟΓΚΑ (ηθιστόρημα) Άγρα 2008
ΟΧΙΝΑΙΛΕΓΟΝΤΑΣ (θέατρο – ποίηση) Ίκαρος 2011
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΛΕΙΝΕΙ (στο συλλογικό ‘Για μια επέτειο’) Ίκαρος 2013
ΙΝΑΧΟΣ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ (χοροθέατρο για παιδιά) 2η έκδοση Κάκτος 2017
ΤΑ ΟΧΙ ΤΟΥ ‘ΝΑΙ’ (μικρό χρονικό μιας άρνησης) 2η έκδοση, εκδόσεις Οδός Πανός 2019
Ο ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΤΟ ΜΉΛΟ (αφηγήσεις και διηγήματα) 4η έκδοση, εκδόσεις Οδός Πανός 2020
Η ΡΟΜΠΑ (διήγημα) Fractal 1/6/, Μονόκλ 3/6, Timesnews 4/6/2021
Η MONIQUE (μονόλογος) Timesnews 2/10, Μονόκλ 5/10/2021
ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ (θεατρικό, ΕΛΣ 2001) εκδόσεις Οδός Πανός 2021
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΛΕΙΝΕΙ (αφηγήματα) 2η έκδοση, εκδόσεις Οδός Πανός 2022
ΧΥΜΑ (ηθιστόρημα), εκδόσεις Οδός Πανός 2024

 

Μ ε τ α φ ρ ά σ ε ι ς :

Albert Camus: ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος 1991
Henry de Montherlant: Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΗΣ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ
Εθνικό Θέατρο – Λιβάνης 1993
Alfred de Musset: ΔΕΝ ΠΑΙΖΟΥΝΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ Εστία 2003
Roald Dahl: Ο ΘΕΙΟΣ ΟΣΒΑΛΝΤ Άγρα 2004
Leon Tolstoi: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ Ροές 2007
Eugène Scribe: ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Διάχρονο 2011
Auguste Rodin: ΔΙΑΘΗΚΗ Άγρα 2005, 2η έκδοση Οδός Πανός 2023

 

Μ ε τ α φ ρ ά σ ε ι ς έ ρ γ ω ν τ ο υ :

TWELVE AND ONE LIES Samkeleen Prakashan, New Delhi 1999
ON IKI ARTI BIR YALAN IMGE Kitabevi, Ankara 2000
ZWÖLF UND EINE LÜGE Elfenbein Verlag, Heidelberg 2001
DOUZE ET UN MENSONGES Editions Alteredit, Paris 2005
YENI AZIZLER IMGE Öyküler τ. 4, Istanbul 2005
THE SPICEMAN (αγγλική μεταγραφή τού ‘Σιμιγδαλένιου’) Ithaca editions,
Melbourne 2004, Students Theater Wesley college 2011
IRMIKOĞLAN Albatros Yayinlari, Istanbul 2005, Κρατικό Θέατρο Τουρκίας 2012-13
NOYESSAYING (αγγλική μεταγραφή τού ‘οχιναιλέγοντας’) ISBN 978-960-93-5016-7/ 2013
DER LEBKUCHENMANN Heidelberg 2014
HAYIREVET DIYEREK Bence Kitap, Ankara 2015
NOCH MEHR LÜGEN Elfenbein Verlag, Berlin 2016
THE NEVER ENDING CYCLE Theater EN-A 2021-22
VIER LEUGENS Terras 23, Nederlands 2023

 

Η Monique

[Στο κέντρο ένα πιάνο με ουρά, ανοιχτό μόνο στο κλαβιέ.
Στον τοίχο του βάθους, αριστερά και δεξιά, δυο αρχαία αγάλματα.
Μπροστά δεξιά, μια πολυθρόνα και δίπλα της ένα τραπεζάκι μπαρ.
Όταν ανοίγει η αυλαία η Monique, καθισμένη εκεί, ξεφυλλίζει
παλιές φωτογραφίες από φακέλους και οικογενειακά άλμπουμ
που κάποια στιγμή τ’ αφήνει ανάμεσα στα πόδια της πολυθρόνας.
Συλλογίζεται, θυμάται και μονολογεί σεργιανώντας εδώ κι εκεί.]

 

Κάθε φορά που έκανα έστω κι ένα μικρό λαθάκι μιλώντας ελληνικά μπροστά σε φίλους του, ο πεθερός μου αμέσως με δικαιολογούσε και με προστάτευε, χαμογελώντας στοργικά μ’ ένα· «Τα ξέρει καλά η Monique, μα δεν είναι από ’δω»… 

Μια χαρά τα πήγαινα με τον ‘πατέρα’· έτσι τον έλεγα: Πανέξυπνος, ανοιχτό μυαλό, Έλληνας γνήσιος χωρίς να ’ναι δογματικός, ο γέρο Φωτιάδης· εφοπλιστής, με τεράστιες επιχειρήσεις σ’ όλη την Ευρώπη, ήταν ένας απ’ τους πιο πλούσιους ανθρώπους τού καιρού του. Μόνο που δεν ήθελε να παντρευτεί ξένη ο γιός του: «Μία Βελγίδα» έλεγε, μ’ ένα παράξενο γελάκι που με βάραινε· σα να ’θελε να διώξει έναν καημό, σα να με λυπόταν. Λες κι ο ίδιος δεν είχε παντρευτεί στα νιάτα του μιαν Αγγλίδα! Και μάλιστα μια τής σειράς· όχι σαν εμένα, που στο κάτω-κάτω είχα σπουδάσει τη γλώσσα και την ιστορία της χώρας και ήμασταν όλοι στην οικογένειά μας φιλέλληνες εδώ και τρεις γενιές… Την αγαπούσε πολύ συνειδητά την Ελλάδα ο γέρο Φωτιάδης· είχε πολεμήσει γι’ αυτήν, ήταν μια ζωντανή ιδέα βαθιά ριζωμένη μέσα του και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να σπάσει η συνέχεια.  

 Μια φορά μάλιστα, λίγο πριν παντρευτούμε με τον Κίμωνα, εκείνος έκανε κάτι τελείως τρελό που νομίζω κανείς άλλος δεν θα το έκανε στη θέση του:

«Όχι» τού λέει. Ένα ξερό όχι. Πώς όχι; Δεν μπορεί· δεν θα κατάλαβε: Δυο μέρες του εξηγούσε τού πατέρα του για μια πολύ μεγάλη επενδυτική ευκαιρία, με αστείους όρους: Ένα οικόπεδο στο κέντρο της Λωζάννης -πληρωτέο μάλιστα με λίρες Αιγύπτου· αν είναι δυνατόν!- κι ο γέρος απ’ το γραφείο του στην Αθήνα τηλεγραφεί «Όχι». Του ξαναστέλνει μήνυμα: «Όχι» πάλι απαντάει εκείνος. Του στέλνει αμέσως κι άλλο: «Γιατί όχι;» «Διότι έτσι, θα λησμονήσεις την φιλτάτη πατρίδα»… Ε όχι, ρε γαμώ το! Θα μπορούσε κάποια στιγμή να χτίσει ολόκληρη πολυκατοικία μέσα στην Avenue d’ Ouchy με το τίποτα, κι ο άλλος να τού λέει για τη φιλτάτη πατρίδα… Δεν είμαστε καλά! Ε όχι! Πολύ φουρκίστηκε. Πήγε αμέσως να κλείσει εισιτήριο, να κατέβει την επομένη κιόλας στην Αθήνα, μα τον σταμάτησε η μάνα του: «Αφού τον ξέρεις τον πατέρα σου· αν τού κολλήσει μια ιδέα και πιστεύει μέσα του αυτό που λέει· πάει τέλειωσε, αυτό είναι.»  Όσο κι αν αυτή η ιστορία με τον πατέρα του στην αρχή τον είχε πειράξει πολύ, μετά τη διηγόταν πάντα με συγκίνηση σε όλους· Έλληνες και ξένους με κρυφό καμάρι. 

Ταιριάξαμε αμέσως, κολλήσαμε· χρόνια μαζί φοιτητές στο Παρίσι. Έτσι κι αλλιώς την πατρίδα του την είχα ερωτευτεί κιόλας, πριν τον γνωρίσω. Ερχόμουν εδώ με τους γονείς μου διακοπές τα καλοκαίρια κι όλα μου φαινόταν υπέροχα, μαγικά. Ακόμα κι ο τρόπος που μιλούσαν όλοι· έντονα ο ένας στον άλλον κι εγώ νόμιζα πως μαλώνουν κι είν’ έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια. Μετά κατάλαβα, συνήθισα· όταν έμαθα τη γλώσσα και δεν ένοιωθα τελείως ξένη πια. Γι’ αυτό, ακολουθώντας και την οικογενειακή μας παράδοση, αποφάσισα να γίνω ελληνίστρια· κλασική φιλόλογος. Τότε γνωριστήκαμε. Στο πανεπιστήμιο. Δυο χρόνια μεγαλύτερος εκείνος, σπούδαζε γεωπόνος. 

Εκείνα τα χρόνια· ενώ δυστυχώς εδώ ήταν η Δικτατορία με τη χούντα των Συνταγματαρχών, εκεί ήταν η εποχή που άρχισε να φυσά ένας καινούργιος άνεμος αλλαγής στα πανεπιστήμια. Πολύ καλό αυτό: Καιρός ήταν να γίνουν τα πράγματα πιο απλά και πιο δίκαια. Σοβαρά και συνειδητά. Δεν κατάλαβα όμως ποτέ τι σχέση μπορεί να ’χε αυτό με τους διάφορους χίπηδες που ξεφύτρωναν παντού σα μανιτάρια. Κι έδιναν σ’ όλους τον τόνο με τα LSD με τις μαριχουάνες και με τα ναρκωτικά. Κι έπρεπε σώνει και καλά να γίνουμ’ όλοι έτσι: Ν’ ακούμε τις ίδιες μουσικές, να μαστουρωνόμαστε, να φοράμε όλοι τα ίδια και να μη νοιαζόμαστε για τις σπουδές καθόλου. Όλα τα πανεπιστήμια έβραζαν. 

Πάλι όμως δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε ένα σοβαρό φοιτητικό κίνημα να ξεφτίσει τόσο γρήγορα και να πνιγεί στις κραυγές και σε ωμές πράξεις βίας. Με μπροστάρηδες κάποιους μη σοβαρούς φοιτητές -αν ήταν φοιτητές- που δεν ήξεραν ούτε καν να συζητούν μες στις σχολές. Το μόνο που ήξεραν ήταν να λεν ό,τι τους έβαζαν να πουν: Αφελείς, δήθεν επιστημονικές αναλύσεις. Και φυσικά να βρίζουν όλους τους καθηγητές. Για θέματα Παιδείας όμως, ούτε λέξη. Το κλίμα εκείνο φούντωσε γρήγορα· προστέθηκαν και πολλοί εργάτες κι έγιν’ εξέγερση. Κανονική εξέγερση που σάρωσε τα πάντα κι αμέσως πήραν φωτιά όλοι οι δρόμοι του Παρισιού: Ο περίφημος Μάης του ’68.  

Τελικά τι απόμεινε απ’ όλ’ αυτά; Μου φαίνεται λίγο πολύ μπαλώματα μόνο· αν κι ο Μάης του ’68 έχει γίνει μύθος. Καραμέλα που την πιπιλίζουν όλοι χωρίς να ξέρουν. Τελικά ο στρατηγός Ντεγκώλ επικράτησε πάλι και σιγά σιγά ηρέμισαν τα πράγματα. 

Κάποιος όμως τότε, την πλήρωσε πολύ ακριβά· όσο κι αν δεν το ’χουμε καταλάβει ακόμα. Όχι· δεν υπερβάλλω διόλου. Ο μεγάλος χαμένος απ’ τη σύγκρουση εκείνη ήταν οι  ελληνικές σπουδές που σαρώθηκαν παντού σε όλα τα πανεπιστήμια τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Λες κι αυτό ήταν το μόνο θέμα. Λες κι αυτός ήταν ο ζυγός που βάραινε κάποιους πολύ. Τότε ακριβώς υποβαθμίστηκαν οι κλασικές σπουδές και δεν απόχτησαν ποτέ το κύρος που είχαν άλλοτε. Ποτέ· ως τις μέρες μας. Λες και κάποιοι θέλουν ντε και καλά να σκοτώσουν τον Όμηρο… Φτώχυνε όμως πολύ όλη η Ευρώπη έτσι. Όλος ο Δυτικός Πολιτισμός. Φτώχυνε· έτσι που ξέκοψε βίαια απ’ το ελληνικό πνεύμα που ήταν η κύρια πηγή του για αιώνες. Το βλέπουμε ξεκάθαρα τώρα πια που μόνο οι ‘αγορές’ έχουν παντού το πάνω χέρι.  

Ο πρώτος όμως που το πρόσεξε τότε αυτό ήταν ο Κίμωνας: Γιατί έλεγε πως απ’ τη σύγκρουση αυτή θα βγει χαμένη τελικά όλη η Δύση. Και δεν θα μπορεί πια να περπατήσει σωστά χωρίς τους Έλληνες. Έλεγε πως αν χαθεί εντελώς το ανθρωπιστικό πνεύμα· σε λίγα χρόνια αν ξύσεις λίγο με το νύχι έναν μέσο δυτικό, αμέσως θα βρεις από κάτω έναν Λευκό βάρβαρο. Τι κουβέντα! Τον αποπαίρνανε όλοι λέγοντάς τον υπερβολικό. Κι εγώ μαζί. Αν κι έβλεπα πως ίσως να ’χε κάπου  δίκιο· όσο κι αν δε μου άρεσε καθόλου αυτό που έλεγε: Άκου Λευκός βάρβαρος…        

Ο Κίμων ήταν ωραίος ως Έλλην. Ίσως ωμός και λίγο φανατικός καμιά φορά· κάπως σαν αγοράκι οχτάχρονο όταν χαιρόταν ή τον τσάντιζες. Κάπως αυθάδης. Πανέξυπνος όμως κι ερωτεύσιμος όσο δεν πάει άλλο. Δεν καπνίζαμε. Εγώ δεν έτρωγα ούτε κρέας τότε. Μάς άρεσε το διάβασμα το θέατρο η μουσική ο στοχασμός η φύση. Είχε και κάτι ακόμα πολύ δικό του: Έτσι που μιλούσε τέλεια γαλλικά -αγγλικά γερμανικά ιταλικά σχεδόν το ίδιο- και κολυμπούσε σαν το ψάρι μέσα στο νερό παντού, δεν φανταζόσουν με την πρώτη ματιά πως είν’ Έλληνας: Ο τέλειος Ευρωπαίος! 

Ήρθαμε πολλές φορές εδώ, γνώρισα και τον πατέρα του που αμέσως με συμπάθησε· κυρίως γιατί μιλούσα τη γλώσσα. Ταξιδέψαμε πολύ σ’ όλη τη χώρα. Έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια έξω, ήθελε να δει πράγματα που δεν εγνώριζε μα να δω κι εγώ την πραγματική Ελλάδα· πέρ’ απ’ την τουριστική βιτρίνα της. 

Όταν πήραμε πτυχίο, παρακολούθησε δυο χρόνια Οικονομικά· χωρίς να τον ενδιαφέρει, μόνο και μόνο γιατί επέμενε ο πατέρας του. 

Εγώ έκανα ένα μεταπτυχιακό πάνω στο ερωτικό, το σεξουαλικό λεξιλόγιο του Αριστοφάνη: Όλα· όλα τα υπονοούμενα και τις χοντρές κυριολεξίες που δίνουν και παίρνουν σ’ όλα τα έργα του. Όλα μαζεμένα σε μια σοβαρή εργασία. Ό,τι λέει αυτός ο μέγας θεατρικός -και τι μεγάλος ποιητής και γλωσσοπλάστης!- και στις έντεκα κωμωδίες του που μας έχουν απομείνει και μπορεί καθένας να διαβάσει τώρα. Εκεί να δεις πλάκα: Όλοι· οι φοιτητές μα κι οι καθηγητές ακόμα, γελούσαν αμήχανα· κοκκίνιζαν σχεδόν, ακούγοντας λέξεις πράξεις και περιγραφές που όχι μόνο δε θα τολμούσανε ποτέ να πουν ούτε γι’ αστείο σε μια κουβέντα μεταξύ τους, μα δεν μπορούσανε καλά καλά ούτε να τις διαβάσουν φωναχτά κι ελεύθερα μέσα στην τάξη. Τους φαινόταν αδιανόητο πώς ήταν δυνατό με τον απλούστερο τρόπο χωρίς καμιά ντροπή ν’ ακούγονται δημόσια κι εντελώς αλογόκριτα τέτοιες ατάκες. Πώς ήταν δυνατό να λέγονται έτσι ελεύθερα, φυσικά κι αβίαστα, τέτοια πράγματα μέσα στο θέατρο κι όλοι οι θεατές να το διασκεδάζουν και να γελούν με την ψυχή τους. Κι ο Κίμωνας, σκέτο πειραχτήρι, με το πονηρό του υφάκι πάντα δεν έχαν’ ευκαιρία να πετάει τις σπόντες του για τον σεμνότυφο Ευρωπαίο, τον υποκριτή· για τον δήθεν προοδευτικό Δυτικό που ακόμα τώρα· είκοσι πέντε ολόκληρους αιώνες μετά, έρχεται μονίμως δεύτερος και καταϊδρωμένος… Τι να του πω εγώ· δίκιο δεν είχε;  

Άλλος κόσμος, άλλος πολιτισμός… 

Λίγο μετά παντρευτήκαμε στο Παρίσι, στην Ορθόδοξη εκκλησία εκεί: Ήταν η χρονιά τότε που έγινε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και οι Έλληνες φορτώθηκαν στην πλάτη τους ακόμη μια μεγάλη εθνική τραγωδία και μάλιστα σχεδόν χωρίς να το καταλάβει κανείς. Γιατί εκείνες ακριβώς τις μέρες όλοι πανηγύριζαν μες στην τρελή χαρά για την πτώση τής χούντας… Φυσικό ήταν· ένας ελεύθερος λαός να χαίρετ’ έτσι, που ξαναγύρισε η Δημοκρατία. Δίκιο είχαν και πολύ καλά έκαναν που χόρευαν μέσα στους δρόμους ανάβοντας κεριά, λες κι ήτανε μέγα Σάββατο. Ήμασταν κι εμείς εκεί. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει και η Κύπρος, από τότε, χάθηκε· για πάντα… 

Τρεις μήνες μετά, όταν πέθανε ο πατέρας του· κι αφού ο Κίμων δεν ήθελε να συνεχίσει τις οικογενειακές επιχειρήσεις μα προτιμούσε να ριζώσει κάπου και να ’ναι γεωπόνος, τι πιο φυσικό αντί να πάμε στη Λιέγη κοντά στους δικούς μου, να έρθουμ’ εδώ και να ρίξουμε άγκυρα στο μεγάλο κτήμα με το πατρογονικό τού γέρο Φωτιάδη. 

*   *   *

Τι σπίτι! Μεγάλο, πέτρινο, τρίπατο. Και κάστρο ακόμα θα μπορούσες να το πεις, μα κι όμορφο νοικοκυρεμένο σπίτι, μαζί με όλα τα υποστατικά του: Κελάρι, αποθήκες, φούρνο, εργαστήρι, μαγειρειό, λιοτρίβι, στέρνα, πλυσταριό, αχυρώνες, στάβλους, παχνί, κοτέτσια. Όλα σοφά μετρημένα, στέρεα και λιτά φτιαγμένα. Καλαίσθητα, με γούστο. Ποιος να σκαρφίστηκε άραγε και να ’χτισε με τέτοια μαεστρία σε μιαν άκρη, στην κόχη του πιο ψηλού τοίχου, πάνω απ’ το χάος ακριβώς, εκείνον τον υπέροχο περιστεριώνα· σωστή δαντέλα ψιλοδουλεμένη πέτρα πέτρα… Και σ’ ένα πλάτωμα κοντά στο σπίτι· ένα κουκλί τόσο δα εκκλησάκι κόσμημα, με αγιογραφίες αριστούργημα: «Δια χειρός Δοσιθέου του ιερομονάχου, 1700» 

Τι σπίτι! Έστεκ’ εκεί αγέρωχο, συνέχεια τέσσερις πέντε γενιές τώρα. Χτισμένο πριν την Επανάσταση. Δείχνοντας ξεκάθαρα από μόνο του πως ακόμα και κάτω απ’ τον αφόρητο ζυγό για τετρακόσια χρόνια οι Έλληνες όχι μόνο επιβίωναν πασκίζοντας με νύχια και με δόντια να μη χάσουν την ταυτότητά τους, μα ήσαν κι οργανωμένη κοινωνία που ζούσε τη δική της ζωή κι  έφτιαχνε, με το τίποτα πολλές φορές, δικά της πράγματα, ενάντια σ’ έναν άλλο εχθρικό πολιτισμό που κυριαρχούσε τότε. Συχνά το αγνοούμε αυτό κι είναι πολύ μεγάλο λάθος. 

Ούτε ο Κίμωνας δεν ήξερε καλά-καλά τι ακριβώς έκρυβε μέσα στα σωθικά του το σπίτι εκείνο· τι σπάνιους θησαυρούς. Ήταν από μόνο του ένας μικρόκοσμος με όλη την Ελλάδα μέσα του: Μουσείο κανονικό, σχολείο μεγάλο να το ζεις κάθε μέρα. Η μεγαλύτερη χαρά μου· όνειρο αληθινό με σάρκα και οστά. Γιατί όσο αγαπούσε τις δουλειές του και ήξερε να κάνει λεφτά με το τσουβάλι, άλλο τόσο λάτρευε τη ράτσα του, το Έθνος, την φιλτάτη πατρίδα· ο γέρο Φωτιάδης. Κι όταν άλλαξαν τα πράγματα, η χώρα δεν κινδύνευε πια κι έγινε όπως την ξέρουμε σήμερα κι ήρθε και το ηλεκτρικό ρεύμα κι όλα πέρασαν στην καινούργια εποχή· εκείνος μάζεψε εκεί μέσα όλη την Ελλάδα με τον πιο φυσικό κι αγαπησιάρικο τρόπο. Πριν απ’ όλα κάνοντας μια πολύ σοβαρή επισκευή, σεβάστηκε δεν πείραξε και δεν πέταξε τίποτα: Ούτ’ ένα παλιό ξύλινο δικράνι, ούτε μια σαρακοφαγωμένη πινακωτή. Ούτε το πιο φτωχικό τσουκάλι. Τα κράτησε όλα κι έδωσε εντολή να συντηρηθούν στην εντέλεια όλα. Κι ύστερα στέγασε εκεί τις πολύτιμες συλλογές του: Όχι μόνο σεντούκια σιντεφένια, σκαλιστές κασέλες, κεντήματα, φορεσιές, υφαντά, μα και γιαταγάνια καριοφίλια πιστόλες παλάσκες φέσια λάβαρα από την Επανάσταση που ήταν κάτι πολύ πρόσφατο για κείνον· προσωπικά ίσως είδη των προγόνων του, μα κι ένα σωρό βυζαντινές εικόνες και λογής λογής ξυλόγλυπτα, μαζί μ’ εκατοντάδες παλαιά βιβλία. Πολύ σπάνια ελληνικά βιβλία τυπωμένα όλα αιώνες πριν στη Δύση απ’ τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας: Τότε· που ενώ η Ελλάδα στέναζε αργοπεθαίνοντας, γεννιόταν η καινούργια Ευρώπη διαβάζοντάς τα… Τι σπίτι!  

Κι όλ’ αυτά δεν ήταν παρά ένα μικρό κομμάτι μόνο: Πηγαίνοντας πίσω, πολύ πιο πίσω στο χρόνο, χέρι-χέρι με την Ιστορία, είχε μαζέψει ο ‘πατέρας’ ένα σωρό κεραμικά· σκύφους, κρατήρες, λέβητες, αμφορείς, υδρίες. Κι αγάλματα. Υπέροχα γυμνά κορμιά θεών κι ανθρώπων· σπάνια έργα τέχνης. Κι ακόμα· ειδώλια, κοσμήματα και λογής-λογής νομίσματα που είχαν φυτρώσει απ’ την αυγή τού κόσμου σ’ όλη τη γύρω χώρα και όχι μόνο. Γιατί ενημερωνόταν κι αγόραζε συχνά ό,τι πολύτιμο εύρισκε στο εξωτερικό και τα ’φερνε όλα πάλι πίσω· εδώ όπου ανήκουν: Αληθινή λατρεία, ζωντανή. Το ήξεραν όλοι, μιας και ήθελε πάντα -κι εμείς το είχαμε ήδη κανονίσει- να δωριθούνε όλ’ αυτά κάποια στιγμή στην φιλτάτη πατρίδα. 

Ακόμα και μέσα στο κτήμα, στρίβοντας σ’ ένα κατάφυτο  στενό μονοπάτι προς τη μεγάλη στέρνα, προσεχτικά φωλιασμένα σε μια όμορφη γωνιά, μπορούσες να δεις δυο αρχαία τεράστια οξυπύθμενα πιθάρια, έτοιμα να τα γεμίσεις τώρα λάδι, κρασί. Λες κι ήταν το μόνο εύκολο, το πιο φυσικό, να πας δυο βήματα πιο εκεί, κάτω απ’ την κληματαριά, δίπλα στο μάγγανο του πηγαδιού -που ήταν κι αυτό αιώνων- και να συναντήσεις τώρα τον ίδιο τον Πυθαγόρα ζωντανό· να κάθεται στην πέτρινη πεζούλα και να πίνει απ’ το ίδιο μπρούτζινο σικλί, το ίδιο νερό· όπως τότε…    

Το αγάπησα πολύ, κι αλήθεια το σεβάστηκα κι εγώ το σπίτι εκείνο, προσπαθώντας να το νιώσω ακόμα περισσότερο, να το συνεφέρω λίγο, να το κάνω κι εγώ δικό μου ζώντας εκεί. Δεν ήμουν διόλου άμαθη, άπειρη, ούτε αγράμματη· κάθε άλλο. Και η κλασική παιδεία που είχα εγώ, ήτανε σίγουρα πολύ πιο σοβαρή απ’ αυτήν τού Κίμωνα. Όσο κι αν εδώ και αρκετά χρόνια είχε αρχίσει να μελετάει με μανία Ιστορία: Κάθε μέρα διάβαζε, έχοντας στη διαπασών ύμνους Βυζαντινούς που δεν άκουγε ποτέ πριν· αφού δεν είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με την εκκλησία. Μόνο και μόνο γιατί τον συγκινούσε βαθιά η μουσική αυτή που είχε ανακαλύψει μόνος του· ενήλικος πια. 

-Αυτοί εδώ οι ύμνοι πάνε πολύ πίσω’ έλεγε ‘πάνε πολύ βαθιά μες στην ψυχή· τρυπώνουν ίσα μέσα στο μεδούλι: Ακούς ήχους ακόμα και μέσ’ απ’ την Αρχαία τραγωδία. Ούτε γι’ αστείο δεν συγκρίνονται με την εκκλησιαστική σας μουσική. Εκείνα είναι αφελή πράγματα· κοσμικές φανφάρες τις περισσότερες φορές… Είναι στιγμές που ακόμα και ο Bach μου φαίνεται πως ίσως είναι λιγότερο βαθύς από κάποιους Βυζαντινούς ύμνους…’ Τα ’χασα· δεν περίμενα ποτέ να μου πει κάτι τέτοιο: Τον λάτρευε τον Bach· ήταν θεός του πάντα. Κι ούτε φαντάστηκα ποτέ πως θ’ αντιλαλούσε κάθε μέρα το γραφείο του και με παραδοσιακή μουσική. Δεν άκουγε ποτέ πριν δημοτικά τραγούδια και χορούς, που εμένα μάλλον με διαόλιζαν αν έπαιζαν δυνατά για πολλή ώρα. Δε μου ταίριαζαν και πολύ με τους παράξενους ρυθμούς τους  και την ωμή τους ένταση· και στο γέλιο μα και στο κλάμα. Οι δικοί μας οι χοροί είναι πολύ πιο απλοί. Και πού ν’ ακούσεις τέτοια μοιρολόγια, σαν κι αυτά εδώ; Δεν μου ήταν οικεία όλ’ αυτά και δε βρήκα ευκαιρία να τα γνωρίσω κάπως καλύτερα. 

-Έχεις να μάθεις ακόμη πολλά…’ μου έλεγε πατρικά. 

Έστω· να μάθω, γιατί όχι; 

Κάπως έτσι είχα ζήσει κι εγώ από μικρή· μαθαίνοντας. Κάπως έτσι ήταν κι ο πατέρας μου· γλωσσολόγος. Και ο παππούς τα ίδια· φιλόλογος. Ακόμα κι ο προπάππος μου έτσι ήταν· λαμπρός ελληνιστής. Στο κάτω-κάτω, κι ένα μεγάλο κάδρο με όλες τις γενιές στο οικογενειακό μας δέντρο που το ’φερα απ’ το πατρικό μου· να το κρεμάσω πάνω απ’ το τζάκι μας εδώ, είχε τις ρίζες του γύρω στις αρχές του 1700.

-Αρχές του 1700 μετά Χριστόν! μού πέταξε ο Κίμωνας γελώντας παιχνιδιάρικα. 

Ξαφνιάστηκα. Όσο κι αν πέταγε διάφορες μπηχτές κατά καιρούς κι έκανε αστειάκια ενάντια στην Ευρώπη και τους Δυτικούς, εμένα δεν μου είχε μιλήσει έτσι ποτέ ξανά: Ήταν η πρώτη φορά που κάτι με πείραξε τόσο πολύ στο γέλιο του. Πρώτη φορά ένοιωσα μέσα μου ένα βουβό παγωμένο κενό. Ένοιωσα μιαν απόσταση που έμπαινε ανάμεσά μας και μας χώριζε με το έτσι θέλω. Η χαμένη όμως ήμουν εγώ. 

Κι ένιωσα ζήλεια: 

Γιατί μπορεί ο Κίμων να μην είχε μάθει από μικρός ν’ απαγγέλλει όπως εγώ την αρχή τής Ιλιάδας ή τής Οδύσσειας, μπορούσε όμως άνετα να διαβάσει ό,τι να ’ναι. Μπορούσε να μιλά και να γράφει καλύτερα από μένα. Κι όσο απλά και φυσικά ένοιωθε πως ήταν ο Κίμων ο γιος τού γέρο Φωτιάδη, το ίδιο φυσικά μπορούσε να νοιώσει πως είναι ο Κίμων, ο γιος τού στρατηγού Μιλτιάδη και πολεμάει στον Μαραθώνα κόντρα στους Πέρσες. Σα να τους γνώριζε από κοντά όλους αυτούς· τον Αριστείδη, τον Θεμιστοκλή, τον Περικλή. Μιλούσε για τους ‘Πέρσες’ του Αισχύλου, λες και τους είχε δει στο θέατρο ο ίδιος τις προάλλες. Μπορούσε να σου λέει ώρες για τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη και τον Ξενοφώντα. Για το χιλιόχρονο ελληνικό Βυζάντιο που δεν είχε καμιά σχέση με τον δικό μας σκοτεινό Μεσαίωνα. Ή για την Άλωση της Πόλης. Για τη σκλαβιά, το παιδομάζωμα. Για τον χορό του Ζαλόγγου, τον γέρο τού Μοριά, το Μεσολόγγι και τον λόρδο Βύρωνα, φτάνοντας ως τις μέρες μας μέσ’ από συνεχείς αγώνες θυσίες και καταστροφές. Εμένα δε μου ήταν άγνωστα όλ’ αυτά, μα δε μου ήταν φυσικό να κάνω κάτι τέτοιο.

Εκείνος όμως το πήγαινε ακόμη πάρα πέρα: Χλεύαζε τον τρόπο που οι Δυτικοί  ζωγράφιζαν τους Έλληνες: Όλο με φύλλα συκής και κάτι πανιά ανάμεσα στα σκέλια. Μισά, λογοκριμένα. Ακόμα και κάτι πολύ σπάνιες γαλλικές γκραβούρες του 18ου αιώνα, γύρω στο 1750, που βρήκε σ’ ένα συρτάρι, πήγε και τις πούλησε όσο-όσο. Δεν ήθελε ούτε να τις βλέπει μπροστά του: ‘Μα τι αηδίες! Δεν τολμούν να ζωγραφίσουν ούτ’ ένα τσουτσούνι όπως είναι: Γυμνό.’ 

Μπορούσε να κοροϊδεύει ακόμα και τον μέγα Έρασμο! ‘Ερασμιακά’ έλεγε και ξεκαρδιζότανε στα γέλια. ‘Ερασμιακά’· ξαναέλεγε· ‘σα να ’ναι Κινέζικα!’ Πώς του ήρθε αυτό το πράγμα· πού το βρήκε γραμμένο; Μα ο σοφός Έρασμος ήταν ο δάσκαλος εκείνος που άνοιξε το δρόμο για να σπουδάσουνε στη Δύση τόσοι πολλοί τα Αρχαία  Ελληνικά. Και τώρ’ ακόμη όλοι τα μιλούν σύμφωνα με όσα εκείνος δίδαξε. Κι όμως ο Κίμων γέλαγε, λέγοντας τι κρίμα να μην υπήρχαν τότε μαγνητόφωνα· ν’ ακούσει έστω και μια φορά ο δυστυχής πώς είναι στ’ αλήθεια τα ελληνικά και ν’ αρχίσει να τα μιλάει κι αυτός σωστά! Ήμαρτον· ο Έρασμος… 

Κρίμα, έλεγε· να μην είχε ένα τηλεφωνάκι τότε, να πάρει κάναν Έλληνα φίλο του να πει το ντέρτι του. Να έρθει λίγες μέρες εδώ να βρει το φως του· να πιούνε και κάνα δυο ρακές μαζί και να ξελαμπικάρει ο νους του, αντί να κάθεται και να λέει πράγματα που δεν στέκουν! 

Ο Έρασμος· αν είναι δυνατόν…  Βγήκα απ’ τα ρούχα μου, συγχύστηκα:

-Μα τι βλακείες κάθεσαι και μου λες τώρα: Δεν είναι ίδια γλώσσα τα Νέα με τ’ Αρχαία Ελληνικά! Τι νομίζεις· φυσικά τώρα πια δεν είσαστε διόλου το ίδιο πράγμα εσείς και οι Αρχαίοι….’ τού φώναξα θυμωμένη κι ας ήξερα πως δεν λέω αλήθεια. 

-Κι όμως· εμένα με λένε Κίμωνα. Κι ακριβώς έτσι με γράφουν· ακούς: Κί-μω-να. Τριάντα αιώνες…’ μού είπε μόνο. 

Και το ίδιο κιόλας βράδυ, επίτηδες, για να με προκαλέσει ακόμα περισσότερο, πήρε μέσ’ απ’ τη μεγάλη βιτρίνα με τ’ αρχαία κεραμικά, κι έψησε χταποδάκι στα κάρβουνα πάνω σε μια πήλινη ελληνιστική φουφού… Αν είναι ποτέ δυνατόν: Έψησε χταποδάκι, πάνω σ’ έναν αρχαίο, σπάνιο πύραυνο, τού 3ου αιώνα! 

Τού 3ου αιώνα προ Χριστού… 

Ακριβώς όπως είχε κάνει κι ο παππούς του κάποτε, μπροστά σε κάτι σνομπ κι αχώνευτους καθηγητές εγγλέζους, που δικαιολογούσανε τον Λόρδο Έλγιν για όσα φριχτά έκανε στον Παρθενώνα· αφού είχε λέει την άδεια του Σουλτάνου. Μόνο και μόνο για να τους αποδείξει την αδιάκοπη συνέχεια της φυλής… Όταν το είδα· δεν πίστευα στα μάτια μου. Τρελάθηκα: Στον 21ο αιώνα μετά Χριστόν να ψήνει χταποδάκι στα κάρβουνα πάνω σε μια ελληνιστική φουφού του 3ου αιώνα προ Χριστού… Απίστευτο… «Sacrilège!» ούρλιαξα, «Sacrilège!», «Ιεροσυλία!» Έχασα το φως μου. Ζαλίστηκα, μού κόπηκε η ανάσα κι έπεσα χάμω ξερή. 

 Κι ο άλλος μπροστά μου, γελούσε σαν μωρό παιδί…

*   *   *

(Ταραγμένη πλησιάζει αργά στην άλλη άκρη όπου είναι το τραπεζάκι)

 Τόση ζωή, ατόφια ζωντανή ζωή μαζί· ήταν πολύ. Αηδίασα. Όλο αυτό έτσι ξαφνικά· όχι μες στο πανεπιστήμιο, ούτε τριγυρνώντας ανέμελα σ’ ένα Μουσείο, μα βίαια ζωντανά μπροστά στα μάτια μου στη μέση της κουζίνας· ήταν πολύ. Πάρα πολύ. Πέρασε καιρός για να συνέλθω κάπως. Και τώρ’ ακόμη τρέμω, μου κόβεται η ανάσα κι ανατριχιάζω που το σκέφτομαι. 

(Από ένα μπουκάλι ουίσκι γεμίζει ένα ποτήρι. Διστακτικά πίνει μισή γουλιά)

Ένοιωσα πως χανόμουν. Ξάφνου έπεσε πάνω μου ένα τρομακτικό αστροπελέκι που με τύφλωσε και τα ρήμαξε όλα γύρω. Κι ένα τεράστιο κύμα με άρπαξε, με πήρε με σήκωσε και μ’ έριξε μακριά, μόνη πάνω σε μία ξέρα. Φριχτό κενό· απόλυτο. Και γύρω μου οι αιώνες μόνο… Τι εφιάλτης κι αυτός: Κοπάδι ολόκληρο σα φίδια, αιώνες στη σειρά που με απειλούσανε και γέλαγαν μαζί μου: Ό,τι σπούδαζα τόσα χρόνια κι ό,τι είχα μάθει ως τώρα για τους Έλληνες δεν ήσαν αρκετά κι ούτε μπορούσαν να με σώσουν. Ήτανε λίγα, ελάχιστα: Ψηφίδες μόνο. Πληροφορίες. Γνώσεις χωρίς ζωή. Στείρες γνώσεις, δίχως αίμα. Ιδέαν δεν είχα. 

(Πίνει λίγο)

Έχασα τον ύπνο μου παρέα μ’ αυτόν τον εφιάλτη που παραμόνευε συχνά μες στο σκοτάδι: Λες για να μου φωνάζει πως τόσα χρόνια τα ’παιρνα όλα έτοιμα όπως τα ’βρισκα μπροστά μου. Τα μάζευα από δω κι από κει και τα στοίβαζα μέσα μου όπως με βόλευε, το ένα πάνω στο άλλο. Πλούτιζα. Μεθυσμένη απ’ όλο το υπέροχο εκείνο φως το άρπαζα με λαχτάρα και νόμιζα πως το ’κανα δικό μου, μα βήμα εγώ δεν έκανα για να το φτάσω. Ομόρφαινα όπως ήθελα όλη μου τη ζωή, όμως δεν άλλαζα εγώ η ίδια. Φιλέλληνας λέει: Ξένη ήμουν· παρείσακτη· αν δεν ήμουνα κλέφτρα. Μεγάλωνα τον δικό μου κόσμο, μικραίνοντας όμως πολύ τον άλλο.  

Και πώς να γιατρευτείς απ’ τη βαθιάν αυτή λαβωματιά; Απ’ τη φριχτή πληγή που ανοίγουν ξάφνου μέσα σου μαζί τόσοι αιώνες και σε διαλύουν· σε σβήνουν και σ’ εκμηδενίζουν μονομιάς; Πώς να καλύψεις ένα τέτοιο χάσμα; Με τι να το καλύψεις; Πώς;  Μ’ ένα βιβλίο; Με δυο τρεις σκέψεις μόνο; Με κούφια λόγια του αέρα γεμάτα δήθεν θαυμασμό; Μα γίνεται; Δεν γίνεται…

Πώς να γιατρευτώ; Με παίδευε ασταμάτητα στον ύπνο και στον ξύπνο αυτό. Πώς; Μέρες μήνες μου τριβέλιζε το μυαλό. Νύχτες ολόκληρες. Συνέχεια τόσες νύχτες άυπνες· μέσα σε αρρωστημένους εφιάλτες. Πώς; Κι όμως ήτανε φανερό κι ας μην ήθελα να το παραδεχτώ: Κατάλαβα πως δεν ήταν δυνατό να γιατρευτώ με τίποτ’ άλλο, αν δεν έπαυα να είμαι αυτό που ήμουν ως τώρα: 

(Πίνει λίγο. Αφήνει το ποτήρι. Απομακρύνεται απ’ αυτό)

Πώς βγάζεις από πάνω σου ένα ρούχο που φόρεσες στραβά και το ξαναφοράς σωστά. Μια κάλτσα που έβαλες ανάποδα και τη διορθώνεις τώρα. Κάπως έτσι.   

Αν δεν τα ζύγιζα ένα-ένα πάλι όλα απ’ την αρχή, βάζοντάς τα στη σωστή τους θέση τώρα. Καθένα με την αξία του και το δικό του βάρος: Τίμια, με θάρρος. Με ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Όσο πάει· δίχως ζαβολιές, ούτε κανένα σκόντο.   

Αν δεν έπαυα να είμαι αυτό που ήμουν: Πώς αφήνεις στη μπάντα κάτι άχρηστο που σε βαραίνει και το πετάς. Κάτι λάθος, κάτι στραβό· κάτι… Όχι κάτι: Όλα… Μα όλα· κι αυτό είναι το φριχτό: Αν δεν παραδεχτώ μόνη μου, εγώ η ίδια, πως όλα· ακόμα κι ο δικός μου θεός δεν είναι κατ’ ανάγκην ο Θεός… Ήμαρτον Κύριε…

(Σταυροκοπιέται καθολικά με όλα της τα δάχτυλα)

Όλα… Μια απόφαση μοιάζει να ’ναι μόνο· ένα βήμα, αν το καλοσκεφτείς: Ένα σάλτο μόνο μέσα στο κενό: Αφήνεσαι, βουτάς και πέφτεις… Άλλο να το λες όμως κι άλλο να το κάνεις κάποια στιγμή. Δεν είν’ ένα πουκάμισο η ζωή· να το πετάξεις· να το βγάλεις και να βάλεις άλλο. Γίνονται αυτά; Όχι βέβαια!  

Φοβήθηκα. Γι’ αυτό και πείσμωσα. 

Πείσμωσα.

Κι όσο τριγυρνούσα μέσα στο σπίτι, συγύριζα κι οργάνωνα με απελπισμένη αγάπη όλην εκείνη τη λατρεμένη πολύτιμη σοδειά τόσων αιώνων, άλλο τόσο σφιγγόταν το στομάχι μου. Θυμόμουν τον ‘πατέρα’, τον γέρο Φωτιάδη, που όταν έκανα έστω κι ένα μικρό λαθάκι τότε μιλώντας ελληνικά, χαμογελούσε καλόκαρδα κι έλεγε στους φίλους του που ήταν εκεί προσπαθώντας να με προστατέψει· «Τα ξέρει καλά η Μονίκ μα δεν είν’ από δω»,. Όχι· δεν είμ’ από δω: Δεν με χωρίζουν όμως τα χιλιόμετρα, ούτε η ράτσα: Οι αιώνες με χωρίζουν. Θαρρώ πως το ’νιωθε κι ο Κίμωνας αυτό κι έκανε άθελά του ό,τι χειρότερο: Όπως το ’φερνε η κουβέντα κάθε τόσο, έστεκε αντίκρυ μου κι έπαιζε με το παρελθόν. Έπαιζε με τους αιώνες σα να ήταν σκέτα χρόνια, μήνες, μέρες. Σα να ήτανε στιγμές μονάχα. Φευγαλέες στιγμές που κάθε μια ξεφύτρωνε μόνη της όταν την είχε ανάγκη και φτερούγιζε πάνω στα χείλια του  λέγοντας αυτό ακριβώς που ήθελε να πει. 

Κι εγώ τον ζήλευα. Όλο και πιο πολύ τον ζήλευα έτσι που σεργιάνιζε μες στις χιλιετίες, πηδώντας ανέμελα απ’ τους Μινωίτες και τους Μυκηναίους, στους Σταυροφόρους και τους Φράγκους… Με τον Πάρι και την Ελένη -σα να ’τανε ξαδέλφια τρεις τους- μέσα στον Δούρειο ίππο και την Τροία που την έκαψαν… Στον Λεωνίδα και στον Εφιάλτη… Στην Αγιά Σοφιά… «Νενίκηκά σε Σολομών»… Στο Κούγκι, στο Αρκάδι…  «Ελευθερία ή θάνατος»… Στη Σμύρνη που την έκαψαν κι αυτή… Στην Κύπρο… Στην Αφροδίτη, στον Πάνα και στον Έρωτα… Στο πουθενά… «Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος»… 

Εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Πώς; Από πού κι ως πού; Και δώσ’ του το βιολί του ο άλλος κάθε τόσο· άλλοτε σοβαρά κι άλλοτε αστεία, με κάθε αφορμή, την τόνιζε χωρίς να το θέλει, αυτή τη διαφορά. Όχι για να με διώξει, να με μειώσει  -κάθε άλλο- μα για να με τραβήξει πιο κοντά. Κι εγώ, αντί να γλυκάνω ν’ αφεθώ ν’ ανοίξω λίγο να λυθώ και να ενωθώ μαζί του· τόσο στύλωνα τα πόδια πείσμωνα κι αρνιόμουν. Κοκάλωνα παγωμένη απ’ την κορυφή ως τα νύχια κι όλο φαρμακωνόμουν και μαράζωνα. Ίλιγγος. Τι μ’ εμπόδιζε; Φόβος ήταν· εγωισμός;

 

[Από ψηλά ακούγεται δυνατά η φωνή της· σε άλλο τόνο, επιτιμητικό.]

 

-Τόσο πολύ· γιατί;

 

(Πλησιάζει αργά στην άλλη άκρη όπου άφησε το ποτήρι της)

Γιατί όσο πιο άδολα μού έκλειναν το μάτι κάθε στιγμή οι Έλληνες· να πάω κι εγώ να παίξουμε μαζί, άλλο τόσο τα δικά μου· όλ’ αυτά που ήξερα κι είχα ζήσει από μικρή ξεθώριαζαν κι έρχονταν δεύτερα. Τι βάσανο κι αυτό: Μα πάντα: Δεύτερα… Οι Έλληνες είχαν τον πρώτο λόγο σε όλα, ό,τι κι αν ήταν αυτό. Πάντα… 

 Ακόμα και η κούκλα μου ήταν εκεί και μου χαμογελούσε μέσ’ απ’ τη βιτρίνα: Μια σπάνια πήλινη μικρή πλαγγόνα· τοσοδούλα, πανέμορφη. Το ίδιο ζωντανή με τη δική μου· κι ας κουβαλούσε στο κορμάκι της δυόμιση χιλιάδες χρόνια…

 

(Απ’ το μπουκάλι γεμίζει το ποτήρι. Πίνει μια δυο γουλιές)

 

Να πάψω να είμαι αυτό που ήμουν πριν… Μα γίνεται; Πώς; Να ξαναγεννηθώ; Πώς να τρέξω πάλι απ’ την αρχή το χρόνο; Πώς να καλύψω το κενό; Αφού αυτό είμαι: Όλα όσα έχουν ριζώσει μέσα μου απ’ τη στιγμή που γεννήθηκα στη Δύση· είν’ ο κόσμος μου, η φωλιά μου. Το χώμα όπου φύτρωσα και πάνω του πατάω… Κι όμως· δεν γίνετ’ αλλιώς. Κι ας χάσω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου κι ας νοιώθω ντροπή για όλα τα Δεύτερα που μου έχουν μάθει· όσα μισά λειψά και μίζερα αγάπησα μικρή: Καλά έκανα!…

 

-Τι;

 

Καλά έκανα!… Τόσα και τόσα φτιάξαμε πρώτοι εμείς στη Δύση: Τέχνη… Επιστήμη… Κι όμως… Τι βάσανο κι αυτό· τι αγκάθι…

 

-Τι πράγμα;

 

Μα το βλέπω· χαζή δεν είμαι: Όσα έζησα κι ό,τι μου έμαθαν δεν είναι παρά μισές αλήθειες: Απλές μιμήσεις· αιώνες μετά. Τι κρίμα… Δεν αλλάζει όμως αυτό· δεν μπορεί ν’ αλλάξει… Ε ναι λοιπόν· καλά έκανα. Χίλιες φορές ναι: «Καλά έκανα!»

 

-Γιατί;

 

Γιατί εκείνα έχω μάθει, εκείνα ξέρω, εκείνα αγάπησα πρώτα. Σ’ αυτό εδώ το σπίτι· όλ’ αυτά δεν είναι δικά μου, δεν μου ανήκουν, δεν ανασαίνω μέσ’ απ’ όλ’ αυτά. Εγώ δεν περπάτησα ποτέ γυμνή μέσα στο φως. Αυτός ο κόσμος δεν είναι δικός μου· είναι τού Ομήρου.  Τι κρίμα… 

(Πίνει μια γουλιά)

Ζήλευα. Πείσμωνα. Ένοιωθα προδομένη -κι ας είχα κι ενοχές- μπροστά στις αξεπέραστες εκείνες κεφαλές με τους λεπτούς βοστρύχους τα ζωντανά χείλη τα υπέροχα μέλη τους μυς που αναδεύονταν μέσα στο μάρμαρο. Ζήλευα τα στέφανα τους χιτώνες τις πτυχές, τις ψυχές που ασταμάτητα φτερούγιζαν γαλήνια γύρω μου. 

Ζήλεια έχθρα, μίσος…

-Μίσος, γιατί;

Γιατί τα λατρεύω αυτά τα γυμνά κορμιά που ανασαίνουν δίπλα μου. Είναι πια οι εφιάλτες μου κι ας έχω την τύχη να τα χαϊδεύω σα να ’ναι δικά μου. Κάθε τους πόρο ξέρω κάθε τους μυστικό… Κάτι μου λείπει όμως… Τα μισώ… Τα μισώ γιατί μου δείχνουν πως είμαι μισή… 

(Πίνει μια γουλιά)

Να πάψω να είμαι αυτό που ήμουν πριν… Κι όλα εδώ μου γύρω χαρίζουν σοφία· την ομορφιά τους και το φως, χλευάζοντας συνάμα την αναπηρία μου και το κενό τής παιδικής σιγουριάς μου…

«Καλά έκανα!»… 

Αφού δεν γίνεται να γιατρευτώ αν δεν πάψω να είμαι αυτό που ήμουν: Να τα ζυγίσω όλα πάλι απ’ την αρχή, βάζοντας στη σωστή θέση του καθένα. Κι ας παραδεχτώ ακόμα κι ότι ο δικός μας θεός δεν είναι κατ’ ανάγκην ο Θεός…  

Μα γίνονται αυτά τα πράγματα; Όχι βέβαια! Ποιος μπορεί ν’ αγκαλιάσει όλη τη ζωή του να πάρει φόρα και να πηδήξει ίσα κάτω στο κενό; Γίνεται; Και τι είμ’ εγώ;

-Και λοιπόν;

Τελικά είναι μίσος. Ναι, μέσα σ’ όλη αυτή την παραζάλη ένιωθα μίσος. Δεν ήταν ζήλεια μόνο, οργή, θυμός; Μίσος ήταν· κρυφό μίσος που έβραζε μέσα μου. Δεν είχα όμως τα κότσια να βγω παραέξω να το πω. Πώς να το πω; Μπορείς να πεις φανερά πως μισείς τους Έλληνες γιατ’ είναι πάντα εκεί και σου δείχνουν το δρόμο; Μίσος όμως… Να βγω να πω πως μισώ, πόσο μισώ την Αλήθεια; Πώς να το πω; Μίσος… 

-Τόσο πολύ;

Μα όλα τα έχουν πει πρώτοι· σωστότερα και πιο συνολικά. Ό,τι έχουμε σκεφτεί δικά τους είναι. Όλη η ζωή: Απ’ το κτήνος μέχρι τον Θεό. Τα πιο όμορφα κομμάτια σ’ όλα μας τα μουσεία είναι δικά τους: Στα δικά μας μουσεία… 

(Αδειάζει όλο το ποτήρι και το αφήνει πάνω στο πιάνο)

Και τι θα γίνει αν τα πετάξουμε, αν τα σβήσουμε όλα;… Ε και;… Μα δε γίνονται αυτά· δεν γίνονται… Ε και;… Να βγω να πω πως μισώ; Πόσο μισώ το Ωραίο;… Πως μισώ τον Κανόνα… Πόσο μισώ την Αρμονία πια· και τη Λογική μαζί;… Ποια Λογική;… Μισώ… Μισώ το Φως που καίει… Και την Αλήθεια που διαλύει… 

-Μα πώς γίνετ’ αυτό; Γιατί να μισείς κάτι που  είν’ εκεί· υπάρχει και σού αρέσει;

Ε τότε καλύτερα να μην υπάρχει!… Φτάνει πια!… Δυο, τρεις, πέντε χιλιάδες χρόνια τώρα· φτάνει!… Αρκετά πια με τη Λογική και τους Κανόνες… Φτάνει!… Καθένας έχει τη δική του λογική και τη δική του αλήθεια… Ποιαν αλήθεια;… Καθένας ό,τι θέλει ας κάνει· ελεύθερα· χωρίς κανόνες… Στο διάολο οι κανόνες!… Φτάνει πια με τη δικτατορία τού Καλού και τού Ωραίου… Φτάνει!… Ως εδώ!…

Κι ευχήθηκα μία στιγμή… Ναι· το ευχήθηκα… Ευχήθηκα ο Παρθενώνας… Μα όχι· όχι… Όχι αυτό… Το πήρα πίσω· είναι πολύ σκληρό… Το ευχήθηκα όμως· κι ας το πήρα μαγκωμένη πίσω: Για μια στιγμήν ευχήθηκα… Ευχήθηκα… Ο Παρθενώνας, να γίνει στάχτη… Θρύψαλα… Να γκρεμιστεί… Να μη μείνει τίποτα… Αλήθεια· τίποτα…  

Το είδα… Μου ήρθε ξάφνου ζωντανά ένα βράδυ… Το ’νιωσα… Το ’δα μπροστά μου και το ευχήθηκα: Από αλλού· μακριά· κρυφά· μια ξένη βόμβα· δόλια· πανέξυπνη· να πέσει πάνω του μ’ απόλυτη ακρίβεια… Μια βόμβα μόνο· μες στη σιωπή· μες στο σκοτάδι… Μια βόμβα να πέσει πάνω του ήσυχα μες στα μεσάνυχτα και να τον κάνει σκόνη μην αφήνοντας τίποτα… Φωτίζοντας όλη τη γη μ’ ένα καινούργιο φώς… Τίποτα… Ούτε λίθος επί λίθου…

Ο τέλειος στόχος… Φωτίζοντας όλη τη γη μ’ ένα καινούργιο φως…

Όχι, όχι, όχι… Όχι αυτό… Όχι· είναι πολύ… Το πήρα πίσω… Όχι… 

Ανάσανα πάλι· βαθιά. Έκλεισα με δύναμη τα μάτια, έσμιξα τα φρύδια, έραψα χείλια δάγκωσα γλώσσα δόντια έσφιξα τις γροθιές μπήγοντας νύχια μες στις χούφτες κι ευχήθηκα ξανά με λύσσα… Ούρλιαξα… Ευχήθηκα… Ευχήθηκα… Ο Παρθενώνας… Κάποτε… Ο Παρθενώνας… Ο Παρθενώνας να γίνει σούπερ μάρκετ… Και να πουλάει κινέζικα ταγάρια, μαϊμούδες τσολιαδάκια, νερό και κόκα κόλες… Να γίνει κλαμπ, καλύτερα… Να γίνει καφετέρια… Ντίσκο… Μπαράκι… Ρέστοραν… 

Κι ακόμα ευχήθηκα… Ναι το ευχήθηκα… Ευχήθηκα με το ίδιο πάντα μίσος… Αυτό… Αυτό να γίνει μιαν ώρ’ αρχύτερα… Αύριο, μεθαύριο… Για να προλάβω να το ζήσω… Να το δω… Να το χαρώ κι εγώ… Και να πηγαίνω μόνη πού και πού… 

Κι ας μείνει ο Κίμων με τους Έλληνες… 

Φτάνει πια με τους Έλληνες!

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
Αθήνα 24 Φεβρουαρίου 2024
alexadam48@hotmail.com 


*   *   *