Γιώργος Δήμος | Το ξύρισμα

Πηγή εικόνας: www.imdb.com

Όλα ήταν κάπως παράξενα σήμερα. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ακριβώς πήγαινε στραβά, όμως σίγουρα κάτι έφταιγε. Το αισθανόσουν ακόμη και από τα μικρά πράγματα, όπως για παράδειγμα εκείνο εκεί το ξυράφι. Υπήρχε κάτι το διαφορετικό επάνω τους, παρόλο που όλα έδειχναν φυσιολογικά.

Το ξυράφι, για παράδειγμα. Έμοιαζε ακριβώς το ίδιο με εχθές. Δεν είχε τίποτα το διαφορετικό επάνω του, απ’ όσα μπορούσες να αντιληφθείς με γυμνό μάτι. Ήταν το ίδιο ξυράφι που χρησιμοποιούσα εδώ και ένα χρόνο περίπου. Παρόλα αυτά δεν μπορούσα να εφησυχάσω στο ότι δεν είχε αλλάξει τίποτα επάνω του. Ήμουν σχεδόν βέβαιος πως πίσω από το άψυχο παρουσιαστικό του έκρυβε κάποιο σκοτεινό μυστικό.

Ίσως να ήταν η λεπίδα του. Μάλλον ήθελε ακόνισμα. Ναι, ίσως να ήταν απλά αυτό και τίποτε άλλο. Προσπάθησα να το ξεχάσω και άπλωσα τον αφρό στο πρόσωπό μου. Όταν τελείωσα ξέπλυνα τα χέρια μου και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ίσως και να παρανοούσα, όμως, ήμουν σίγουρος πως δεν έφταιγε η λεπίδα. Ήταν ελαφρά πιο στρογγυλεμένη, αλλά δεν χρειάζονταν ακόμα ακόνισμα. Κάτι άλλο έφταιγε. Προσπάθησα να φέρω στη μνήμη μου την εικόνα του ξυραφιού την τελευταία φορά που το είδα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ αν υπήρχε κάτι διαφορετικό επάνω του, έμοιαζε να μην έχει αλλάξει τίποτα. Όλα βρίσκονταν εκεί που έπρεπε να είναι και απλώς εγώ είχα ξυπνήσει στραβά και όλα μου φαίνονταν παράξενα. Ή μήπως όχι;

Ξαφνικά θυμήθηκα. Κατάλαβα τι ήταν αυτό που είχε αλλάξει και δεν μπορούσα με τίποτα να το χωνέψω. Το ξυράφι δεν βρισκόταν στη σωστή του θέση: ήταν τοποθετημένο στην αριστερή πλευρά του νιπτήρα. Το ξέρω ότι ακούγεται τρελό, όμως δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να το είχα αφήσει από αυτή την πλευρά. Είμαι ψυχαναγκαστικός και έτσι καθετί μέσα στο σπίτι έχει τη θέση του. Δεν θα μπορούσα να το είχα ακουμπήσει εγώ εκεί και στο σπίτι δεν είχε έρθει κανείς από προχθές το βράδυ. Αν του είχα αλλάξει θέση, σίγουρα θα το θυμόμουν.

Αναρωτήθηκα, προς στιγμήν, τι άλλο μπορεί να είχε αλλάξει θέση μέσα στο σπίτι, ώστε να μου προκαλέσει αυτή την υποσυνείδητη σύγχυση. Ποιος μπορεί να τα είχε μετακινήσει και γιατί; Πήρα στα χέρια μου το ύποπτο αντικείμενο και το περιεργάστηκα. Ξέρω πως σε κάποιον που δεν είχε αυτή μου την ιδιαιτερότητα, όλα αυτά θα ακούγονταν παράλογα. Γιατί, ακόμη κι αν κάποιος υποψιαζόταν ότι ορισμένα αντικείμενα μέσα στο σπίτι του είχαν μετακινηθεί, θα υπέθετε ότι μάλλον θα το είχε κάνει ο ίδιος ασυναίσθητα ή κάποιος επισκέπτης θα τα είχε δανειστεί και ύστερα θα τα είχε τοποθετήσει αλλού. Όμως για μένα κάτι τέτοιο άγγιζε τα όρια της τρέλας. Ήξερα την ακριβή θέση του κάθε πράγματος μέσα στο σπίτι και μπορούσα να καταλάβω μέχρι και την παραμικρή αλλαγή αμέσως. Το να είχε, λοιπόν, μετακινηθεί το ξυράφι και πιθανόν άλλα πράγματα μέσα στο σπίτι δεν είχε καμία απολύτως λογική εξήγηση.

Προσπάθησα να συγκρατηθώ και να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, καθώς το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Πήρα το ξυράφι με αποφασιστικότητα και ξεκίνησα το ξύρισμα. Θα ασχολιόμουν με το πρόβλημα αυτό αργότερα. Σίγουρα θα υπήρχε μια λογική εξήγηση σε όλα αυτά, απλώς βρισκόταν κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Έπιασα το ξυράφι πιο σφιχτά γιατί το χέρι μου είχε αρχίσει να τρέμει ελαφρά.

Ένα συναίσθημα τρόμου με διαπέρασε σαν αστραπή και η λεπίδα του ξυραφιού μπήχτηκε βίαια στο μάγουλό μου. Ένα ρυάκι αίματος κύλησε μέχρι το σαγόνι μου. Ούρλιαξα, από φόβο περισσότερο παρά από τον πόνο, και πέταξα το ματωμένο ξυράφι στο νιπτήρα. Κοίταξα έντρομος το είδωλό μου στον καθρέφτη και ανάσανα βαριά. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα απλά εκεί να κοιτάζω το αίμα να τρέχει από την πληγή. Έπρεπε να ηρεμήσω με κάθε τρόπο. Η σύγχυση που επικρατούσε στο μυαλό μου με είχε τυφλώσει και οι κινήσεις μου ήταν από αδέξιες έως και επικίνδυνες…

Έριξα νερό στο πρόσωπό μου για να ξεπλύνω το αίμα. Η πληγή έτσουξε κάπως στην επαφή της με το νερό. Κοίταξα με οίκτο το αιματοβαμμένο εργαλείο και το έπιασα στα χέρια μου για να το καθαρίσω. Το έβαλα κάτω από τη βρύση και άνοιξα το νερό. Δεν έπρεπε να αφήσω την κατάσταση να με παρασύρει. Ήταν μόνο ένα μικρό ατύχημα. Πόσες φορές είχα κοπεί με το ξυράφι; Δεν ήταν κάτι το αφύσικο. Όσο για το πώς βρέθηκε εκεί; Ίσως να το είχα κάνει κι εγώ ο ίδιος. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θυμάται τα πάντα. Το συναίσθημα του φόβου επανήλθε δυνατότερο αυτή τη φορά και η λεπίδα έσκισε το δέρμα στο δείκτη του χεριού μου. Πέταξα το φρικιαστικό εργαλείο μακριά και είδα το αίμα να αναβλύζει από το πληγωμένο μου δάχτυλο.

Κάτι συνέβαινε —τώρα πια ήταν σίγουρο. Δεν το είχα προκαλέσει εγώ αυτή τη φορά. Αυτή τη φορά ήταν εκείνο. Το ξυράφι είχε τραυματίσει το δάχτυλό μου επίτηδες: έμοιαζε να έχει δική του βούληση! Κοίταξα έντρομος προς το μέρος του και το είδα να πετάγεται με φόρα κατά πάνω μου, σαν να το είχε εκτοξεύσει κάποιος με σκοπό να με πετύχει. Τραβήχτηκα προς τα πίσω ενστικτωδώς και η λεπίδα πέρασε ξυστά μπροστά από το πρόσωπό μου, χαράζοντας μια μικρή πληγή κατά μήκος του μετώπου μου. Το ξυράφι προσγειώθηκε κάπου κοντά στην πόρτα του μπάνιου και εγώ έχασα την ισορροπία μου και έπεσα στο πάτωμα.

Το ξυράφι πάγωσε για λίγο, σαν να ζαλίστηκε και ύστερα ξανάρχισε να κινείται. Σύρθηκα με τρόμο προς τα πίσω. Το ξυράφι ανοιγόκλεινε και σερνόταν κι αυτό προς το μέρος μου. Ήθελε να με σκοτώσει! Τραβήχτηκα πίσω, όσο μπορούσα, μέχρι που η πλάτη μου ακούμπησε στη λεκάνη της τουαλέτας και σταμάτησα. Είχα μια ιδέα. Αν δεν πετύχαινε ίσως και να μην είχα δεύτερη ευκαιρία. Το φονικό ξυράφι πλησίασε περισσότερο και πήρε μια στάση σαν να ήταν έτοιμο να εκτοξευτεί και πάλι προς τα πάνω μου. Δεν είχα πολύ χρόνο, έπρεπε να δράσω γρήγορα. Το ξυράφι πήρε φόρα και πετάχτηκε με ακρίβεια, ώστε να καρφωθεί ανάμεσα στα μάτια μου. Τότε έσκυψα και άνοιξα απότομα το καπάκι της τουαλέτας πίσω μου. Το αφηνιασμένο εργαλείο έπεσε μέσα στη λεκάνη με ένα γδούπο. Τότε σηκώθηκα γρήγορα, σαν να με είχε ωθήσει ελατήριο και πάτησα λυτρωτικά το καζανάκι. Κοίταξα μέσα και είδα το ξυράφι να παρασύρεται από τα νερά στους υπονόμους. Ανάσανα με ανακούφιση. Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε συμβεί, πάντως ήμουν χαρούμενος που είχε τελειώσει. Ένα ρυάκι ιδρώτα κύλησε στην πληγή στο μέτωπό μου και μια σταγόνα αίμα έπεσε μέσα στη λεκάνη χρωματίζοντας το νερό κόκκινο.


Ο Γιώργος Δήμος γεννήθηκε το 1993 στην Αθήνα. Σπούδασε Δημιουργική Γραφή και Φιλοσοφία στο Pratt Institute, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, όπου και έζησε για 8 χρόνια. Το 2019 επέστρεψε στην Ελλάδα και από τότε εκδίδει συστηματικά άρθρα και κριτικές στα περιοδικά «MAXMAG», «Artviews», «Literature» και «Χάρτης», σχετικά με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τη φωτογραφία και τα εικαστικά, καθώς και διηγήματα στο περιοδικό «Μονόκλ». Είναι μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων για την Ανεξαρτησία και τη Διαφάνεια των ΜΜΕ.